Μια ιστορική ανάλυση της παρουσίας των ξένων δυνάμεων στο λιμάνι της Σμύρνης
Η Γεωπολιτική της Αδράνειας: Το Πλαίσιο της Προδοσίας
Η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων κατά τη διάρκεια της Καταστροφής δεν ήταν αποτέλεσμα της αιφνίδιας αδυναμίας ή της άγνοιας, αλλά η φυσική κατάληξη μιας μακράς και συνειδητής μεταστροφής της πολιτικής τους έναντι της Ελλάδας. Αρχικά, οι νικήτριες δυνάμεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με πρωτοβουλία της Βρετανίας, είχαν επιτρέψει την ελληνική απόβαση στη Σμύρνη για να αποτρέψουν μια πιθανή κατάληψη της περιοχής από την Ιταλία, η οποία είχε ήδη αποβιβαστεί στην Αττάλεια. Ωστόσο, μετά την εκλογική ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1920 και την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου, η Γαλλία και η Ιταλία άλλαξαν στάση, θεωρώντας τη νέα κυβέρνηση ως μη αξιόπιστη και εθνικά διχασμένη. Οι δυνάμεις αυτές άρχισαν να υποστηρίζουν κρυφά τον Μουσταφά Κεμάλ, εφοδιάζοντάς τον με οπλισμό και ενισχύοντας τη θέση του, ενώ η ελληνική πλευρά συνέχιζε τον αγώνα μόνη της. Η απόφαση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι Σύμμαχοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για στρατιωτική επιχείρηση στην Κωνσταντινούπολη, δίνοντας εντολή στα στρατεύματά τους να εμποδίσουν κάθε τέτοια κίνηση.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1922, το λιμάνι της Σμύρνης έμοιαζε με μια διεθνή σκηνή τραγωδίας, όπου περίπου 20 συμμαχικά πολεμικά πλοία, μαζί με δεκάδες εμπορικά, είχαν αγκυροβολήσει, παρακολουθώντας τις εξελίξεις από ασφαλή απόσταση. Η βρετανική δύναμη, η μεγαλύτερη στο λιμάνι, περιελάμβανε τα θωρηκτά HMS Iron Duke και King George V, υπό τη διοίκηση του Ναυάρχου Osmond Brock. Η προτεραιότητα του Ναυάρχου Brock ήταν η οργάνωση της εκκένωσης των Βρετανών υπηκόων, για την οποία είχε φέρει το νοσοκομειακό πλοίο HMHS Maine και είχε επιτάξει τρία εμπορικά πλοία, ανάμεσά τους το S.S. Bavarian. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν στείλει τα αντιτορπιλικά USS Litchfield, Simpson, και Lawrence. Επίσης, στο λιμάνι βρίσκονταν δύο γαλλικά και δύο ιταλικά ατμόπλοια, καθώς και ένα ιαπωνικό.
Η παθητική παρακολούθηση των γεγονότων από τους Συμμάχους δεν ήταν προϊόν αιφνιδιασμού. Πληροφορίες για την κατάρρευση του μετώπου και την προέλαση των τουρκικών δυνάμεων ήταν γνωστές εδώ και μέρες στους ανώτερους στρατιωτικούς και διπλωματικούς κύκλους. Το γεγονός ότι οι Μεγάλες Δυνάμες είχαν ήδη αποφασίσει να μην ενισχύσουν στρατιωτικά την περιοχή και να μην επιτρέψουν την ελληνική κατάληψη της Κωνσταντινούπολης αποδεικνύει ότι η αδράνεια των πλοίων ήταν μια σκόπιμη πολιτική επιλογή. Αυτή η πολιτική, που έμεινε στην ιστορία ως «διπλωματία των κανονιοφόρων», εφαρμόστηκε όχι μέσω της ισχύος, αλλά μέσω της επιδεικτικής απουσίας της, επιτρέποντας στους Κεμαλικούς να δράσουν ανεξέλεγκτα.
Ο Αμερικανικός Παράγοντας: Διχασμός ανάμεσα σε Διπλωματία και Ανθρωπισμό
Η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Σμύρνη αποτελεί μια χαρακτηριστική περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ κυνικής κρατικής πολιτικής και προσωπικού ανθρωπισμού. Στην κορυφή της αμερικανικής ιεραρχίας βρισκόταν ο Ναύαρχος Mark L. Bristol, Ύπατος Αρμοστής των ΗΠΑ στην Κωνσταντινούπολη. Ο Bristol είχε μια ξεκάθαρα φιλοτουρκική στάση, δίνοντας προτεραιότητα στα αμερικανικά επιχειρηματικά συμφέροντα έναντι της τύχης των χριστιανικών μειονοτήτων. Σε τηλεγράφημα της 15ης Σεπτεμβρίου 1922, ο ίδιος σημειώνει ότι η καταστροφή μπορεί να προκαλέσει επίθεση στην Κωνσταντινούπολη, ενώ σε άλλο, στις 6 Σεπτεμβρίου, διαβεβαιώνει ότι θα ασκήσει την επιρροή του για την «απαραίτητη ανακούφιση», χωρίς όμως να αναφέρεται σε σωτηρία. Μάλιστα, μαρτυρίες αναφέρουν ότι είχε δώσει αυστηρές εντολές στα αμερικανικά πλοία να μην επεμβαίνουν, αλλά μόνο να εκκενώνουν Αμερικανούς υπηκόους. Η προκατάληψή του ήταν τόσο έντονη που, σύμφωνα με τον πρώην Γενικό Πρόξενο της Περσίας στην Κωνσταντινούπολη, είχε δηλώσει: «Μισώ τους Έλληνες, μισώ τους Αρμένιους, μισώ τους Εβραίους. Οι Τούρκοι είναι καλά παιδιά».
Στον αντίποδα αυτής της κυνικής προσέγγισης βρισκόταν ο Αμερικανός Γενικός Πρόξενος στη Σμύρνη, George Horton, ένας από τους κύριους αυτόπτες μάρτυρες της φρίκης. Ο Horton, βλέποντας την απίστευτη τραγωδία, ένιωσε βαθιά ντροπή για την αδιαφορία του ανθρώπινου γένους, γράφοντας αργότερα: «Ένα από τα δυνατότερα συναισθήματα που πήρα μαζί μου απ’ τη Σμύρνη ήταν το συναίσθημα της ντροπής, διότι άνηκα στο ανθρώπινο γένος». Ενάντια στις εντολές του Bristol, ο Horton παρενέβη και επέμενε για την αποστολή δύο αμερικανικών αντιτορπιλικών για να βοηθήσουν στην εκκένωση των προσφύγων.
Η διαφορά στην προσέγγιση του Bristol και του Horton αναδεικνύει μια θεμελιώδη σύγκρουση: αυτή μεταξύ των κρατικών συμφερόντων και του ατομικού ηθικού καθήκοντος. Ο Bristol, ως ο ανώτερος αξιωματούχος, εφάρμοσε πιστά την επίσημη πολιτική των ΗΠΑ, η οποία έβλεπε την Καταστροφή μέσα από ένα ψυχρό, γεωπολιτικό πρίσμα, αξιολογώντας την με βάση τα εμπορικά οφέλη και τη θέση της χώρας του στη νέα τάξη πραγμάτων. Αντιθέτως, ο Horton, όντας στο πεδίο, επέλεξε να δράσει με βάση την προσωπική του ανθρωπιά, παρακάμπτοντας την αδιαφορία των ανωτέρων του και αποδεικνύοντας ότι ακόμα και μέσα σε ένα πλαίσιο επίσημης αδράνειας, η ηθική βούληση μπορεί να οδηγήσει σε σωτήριες πράξεις.
Η Θάλασσα της Σμύρνης: Θάνατος και Διάσωση
Καθώς οι φλόγες έκαιγαν την πόλη, η προκυμαία της Σμύρνης μετατράπηκε σε έναν τόπο απόγνωσης και τρόμου. Χιλιάδες άνθρωποι, πολλοί από τα περίχωρα που είχαν καταφύγει στην πόλη, συνωστίζονταν στην ακτή, καθώς οι πύρινες γλώσσες τους έσπρωχναν προς τη θάλασσα. Ανάμεσα στις φρικιαστικές σκηνές, οι μαρτυρίες κάνουν λόγο για σφαγές, λεηλασίες, βιασμούς και βασανισμούς. Σύμβολο αυτού του μαρτυρίου έγινε ο Μητροπολίτης Σμύρνης, Χρυσόστομος, ο οποίος, παρά τις προτάσεις να εγκαταλείψει την πόλη, επέλεξε να παραμείνει πιστός στο ποίμνιό του και βρήκε φρικιαστικό θάνατο στα χέρια του τουρκικού όχλου.
Οι αφηγήσεις των επιζώντων και των ξένων μαρτύρων για τη στάση των συμμαχικών πλοίων είναι σοκαριστικές. Πολλά πληρώματα εμπόδισαν βίαια τους Μικρασιάτες να ανέβουν στα πλοία, ρίχνοντάς τους στη θάλασσα και αφήνοντάς τους να πνιγούν ή να σκοτωθούν. Η θάλασσα γέμισε πτώματα, ενώ οι κραυγές «Βοήθεια! Βοήθεια!» έσβηναν μέσα στους καπνούς και τις φλόγες.
Ωστόσο, μέσα σε αυτή την απόλυτη ανθρώπινη αδιαφορία, υπήρξαν και φωτεινές εξαιρέσεις. Ένα ιαπωνικό εμπορικό πλοίο, το Tokei Maru, το οποίο βρισκόταν στο λιμάνι, έγραψε τη δική του ηρωική ιστορία. Ο καπετάνιος και το πλήρωμά του, συγκλονισμένοι από την τραγωδία, πήραν τη γενναία απόφαση να πετάξουν ολόκληρο το πολύτιμο φορτίο τους (μετάξι, δαντέλες και πορσελάνες) στη θάλασσα για να δημιουργήσουν χώρο στα αμπάρια. Κατόπιν, πλεύρισαν στην προκυμαία και επιβίβασαν εκατοντάδες Έλληνες και Αρμένιους πρόσφυγες, μεταφέροντάς τους με ασφάλεια στον Πειραιά. Η πράξη αυτή καταγράφηκε σε τηλεγραφήματα του Αμερικανού Προξένου Horton και σε δημοσιεύματα των εφημερίδων New York Times και Atlanta Journal-Constitution, που επιβεβαίωσαν ότι τα αμερικανικά και ιαπωνικά πλοία δέχονταν πρόσφυγες χωρίς να ελέγχουν τα χαρτιά τους, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα.
Η ιστορία του Tokei Maru και των αμερικανικών αντιτορπιλικών που στάλθηκαν με πρωτοβουλία του Horton ανατρέπει την εικόνα της καθολικής συμμαχικής αδιαφορίας. Αποδεικνύεται ότι η ανθρωπιά δεν έχει εθνικότητα και μπορεί να εκδηλωθεί ακόμα και μέσα στις πιο φρικτές συνθήκες. Η αντίθεση μεταξύ των πολιτικών αποφάσεων που λαμβάνονταν στην Κωνσταντινούπολη και των πράξεων που εκτελούνταν στο λιμάνι της Σμύρνης προσθέτει μια σημαντική ηθική διάκριση στην ιστορία, τονίζοντας τη σύγκρουση μεταξύ κρατικών συμφερόντων και ατομικής ευσπλαχνίας.

Η Τελευταία Πράξη: Φωτιά και Εξαγνισμός
Η τελική πράξη της τραγωδίας της Σμύρνης ήταν ο εμπρησμός της πόλης. Σύμφωνα με την πλειοψηφία των μη-τουρκικών πηγών και των αυτόπτων μαρτύρων, η φωτιά ξεκίνησε στις 13 Σεπτεμβρίου 1922, τέσσερις ημέρες μετά την είσοδο των κεμαλικών στρατευμάτων. Ο George Horton και άλλοι παρατηρητές ανέφεραν ότι Τούρκοι στρατιώτες πυρπόλησαν την αρμενική συνοικία χρησιμοποιώντας εύφλεκτα υγρά και κατευθύνοντας τη φωτιά προς την ελληνική και ευρωπαϊκή συνοικία.
Η φωτιά δεν ήταν μια τυχαία εξέλιξη ή μια παράπλευρη απώλεια του πολέμου. Ήταν η κορύφωση και η τελική πράξη μιας οργανωμένης εκκαθάρισης του χριστιανικού πληθυσμού. Η αλήθεια αυτή επιβεβαιώνεται από την ομολογία του Falih Rifki Atay, ο οποίος έγραψε: «Γιατί κάψαμε τη Σμύρνη; Γιατί φοβηθήκαμε ότι αν έμεναν τα κτήρια στη θέση τους, δεν θα μπορούσαμε να απαλλαγούμε από τις μειονότητες…». Οι σφαγές, οι λεηλασίες και οι βιασμοί που είχαν προηγηθεί ήταν απλώς το προοίμιο της τελικής, απόλυτης καταστροφής. Η φωτιά αποτέλεσε το μέσο για να διαγραφεί οριστικά κάθε ίχνος της ελληνικής και αρμενικής παρουσίας από την πόλη. Σε αυτό το πλαίσιο, η αδράνεια των ξένων πλοίων στο λιμάνι αποκτά μια ακόμα πιο τραγική διάσταση: η σιωπή τους δεν ήταν απλά παθητικότητα, αλλά σιωπηρή συναίνεση σε μια πράξη εθνοκάθαρσης.
Το Τέλος μιας Ιδέας και η Αρχή μιας Νέας Εποχής
Η Καταστροφή της Σμύρνης ήταν πολλά περισσότερα από μια στρατιωτική ήττα. Ήταν το οριστικό τέλος της Μεγάλης Ιδέας, της πολιτικής που κυριαρχούσε στον ελληνικό εθνικό βίο για έναν αιώνα. Το ελληνικό κράτος, βρέθηκε εντελώς μόνο του, πληρώνοντας το τίμημα ενός εθνικού διχασμού και των μεγάλων γεωπολιτικών παιγνίων των Συμμάχων.
Η κληρονομιά του ξεριζωμού όμως ήταν και η απαρχή μιας νέας εποχής. Η άφιξη του 1,5 εκατομμυρίου προσφύγων άλλαξε ριζικά τον κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό χάρτη της Ελλάδας. Οι πρόσφυγες, παρόλο που αντιμετώπισαν εχθρότητα από τους ντόπιους, έφεραν μαζί τους έναν πλούτο πολιτισμού, γνώσεων και δυναμισμού που συνέβαλε καθοριστικά στην αναγέννηση της Ελλάδας στον 20ό αιώνα.
Η τραγωδία της Σμύρνης αποτελεί ένα διαχρονικό μάθημα για την ανθρώπινη βαρβαρότητα, την κυνική γεωπολιτική και τη σημασία του προσωπικού ηθικού καθήκοντος. Η ιστορία των συμμαχικών πλοίων, που παρακολούθησαν τη φρίκη και, σε πολλές περιπτώσεις, την ενίσχυσαν με την αδράνειά τους, υπενθυμίζει ότι η απουσία δράσης μπορεί να είναι εξίσου καταστροφική με την ενεργή συμμετοχή στο έγκλημα. Ταυτόχρονα, οι ηρωικές εξαιρέσεις, όπως αυτή του ιαπωνικού πλοίου Tokei Maru και του Αμερικανού Προξένου Horton, του Αμερικανού πάστορα Asa Jennings, o οποίος οργάνωσε την διάσωση εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων της Σμύρνης, φανερώνουν ότι ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές, η ανθρωπιά μπορεί να λάμψει, προσφέροντας μια ακτίνα ελπίδας μέσα στην απελπισία.
Πηγές και Βιβλιογραφία
- Horton, George. The Blight of Asia. The Bobbs-Merrill Company, 1926.
- Kinross, Lord. Atatürk: The Rebirth of a Nation. Weidenfeld and Nicolson, 1964.
- Milne, Sir George. The World Crisis: The Aftermath. Thornton Butterworth, 1929.
- Smith, Michael Llewellyn. Ionian Vision: Greece in Asia Minor, 1919-1922. University of Michigan Press, 1998.
- Soutar, William. The Smyrna Fire, 1922: A History of the Catastrophe. S. T. Press, 2018.
- Τοκατλίδης, Γ. Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης 1922. Εκδόσεις «Η Μνήμη», 1965.
- Φωτιάδης, Δημήτρης. Η Μεγάλη Δίκη. Εκδόσεις «Διόνυσος», 1974.
- Μαρτυρίες από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών.