Τουρκικός εθνικισμός

Ο Τουρκικός εθνικισμός αναφέρεται στην πολιτική ιδεολογία του εθνικισμού, όπως αναπτύσσεται στην Τουρκία. Εξελίχθηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα εδραιώθηκε ως πολιτική γραμμή από τον Μουσταφά Κεμάλ.

Ιστορία του τουρκικού εθνικισμού

Οι ρίζες του Τουρκικού εθνικισμού εντοπίζονται στις δεκαετίες 1860-70 όταν έγινε σαφής η αποτυχία της πολιτικής “Τανζιμάτ”, δηλ. εκσυγχρονισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ορισμένοι Οθωμανοί διανοούμενοι έθεσαν το θέμα των εθνοτήτων και θρησκειών στην αυτοκρατορία, καθώς οι μη-μουσουλμάνοι αποτελούσαν το 40% του πληθυσμού. Οι ελίτ του κράτους και του Τανζιμάτ υποστήριζαν τον Οθωμανισμό, δηλαδή τη διατήρηση της πολυεθνικής αυτοκρατορίας, και απέκλειαν κινήματα υπέρ του Ισλάμ ή τουρκικών και άλλων εθνικισμών. Σημαντικό μέρος των πόρων του κράτους ξοδεύονταν για να ανασταλούν τα εθνικά κινήματα των μη-μουσουλμάνων στα Βαλκάνια στην προσπάθεια στήριξης του Οθωμανισμού, με την πεποίθηση ότι διαφορετικά θα καταρρεύσει η αυτοκρατορία. Οι Νεότουρκοι ήταν αρνητικοί σ’ αυτή την πολιτική και προσπάθησαν να προωθήσουν μια νέα ταυτότητα για το κράτος και την κοινωνία. Ισχυρίζονταν ότι οι μουσουλμάνοι παραμελούνται για χάρη των μή-μουσουλμάνων και έχει δημιουργηθεί ανισότητα εις βάρος των Τουρκικών και άλλων μουσουλμανικών στοιχείων της αυτοκρατορίας. Προσπάθησαν να κάνουν μια σύνθεση του μοντερνισμού με το Ισλάμ και έδωσαν και πάλι έμφαση στο Ισλάμ σαν την απαραίτητη βάση του Οθωμανικού κράτους και της κοινωνίας. Οι Νέοι Οθωμανοί συζητούσαν την ιδέα του “Ittihad-i Islam” (Παν-ισλαμισμός) η οποία ισοδυναμούσε με “Ισλαμικό εθνικισμό”. Η Ισλαμική κοινότητα γινόταν αντιληπτή ως ένα “σύγχρονο έθνος”.

Περί το 1878 το καθεστώς του Τανζιμάτ είχε καταρρεύσει πλήρως, ενώ λόγω της ανεξαρτησίας διαφόρων περιφερειών και των μεταναστεύσεων είχε αυξηθεί σαν ποσοστό ο μουσουλμανικός πληθυσμός της αυτοκρατορίας. Ο σουλτάνος Αβδουλ Χαμίτ ΙΙ (1876-1909) άρχισε να σκέπτεται τη μετατόπιση της πολιτικής από τον “Οθωμανισμό” στον “Ισλαμισμό”. Το Ισλάμ εθεωρείτο σαν παράγοντας εθνικής ενότητας. Τότε το Ισλάμ έγινε αντιληπτό ως ένα είδος πρωτο-εθνικισμού. Αυτό έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη του πολιτικού εθνικισμού με τη μορφή του Παν-ισλαμισμού. Αν και ο ίδιος ο Αβδούλ Χαμίτ ήταν ενάντιος σε κάθε έκφραση πολιτικού εθνικισμού, υπήρξε ένα κίνημα υπέρ του Τουρκικού εθνικισμού σε κύκλους λογίων, συγγραφέων και εφημερίδων. Αυτοί οι διανοούμενοι προσπάθησαν να καθιερώσουν μια ανεξάρτητη τουρκική γλώσσα (απαλλαγμένη από αραβικά και περσικά στοιχεία) και να ανακαλύψουν μια τουρκική κουλτούρα με θρησκευτική διάσταση. Σ’ αυτό το κίνημα υπήρξε αντίδραση κυρίως από αραβιστές που διακήρυσσαν την αναγκαιότητα και σπουδαιότητα της αραβικής γλώσσας.

Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908, εμφανίστηκαν διάφορα πολιτικά, κοινωνικά και πολιτιστικά ρεύματα και πολλές νέες ιδέες. Τουρκιστές και Ισλαμιστές εμφανίζονταν σαν δύο ξεχωριστά ρεύματα, αλλά σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη, είχαν παρόμοιες ιδέες μέχρι το 1912-13. Η διαφορά τους ήταν στην προτεραιότητα που έδιναν στην “τουρκικότητα” και στο Ισλάμ.

Κατά άλλη άποψη, ο Τουρκικός εθνικισμός αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα ως αντίδραση στους αγώνες Ελλήνων, Βουλγάρων, Σέρβων και άλλων βαλκανικών λαών για ανεξαρτησία από την Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 Υπολογίζεται πως 5-7 εκατομμύρια μουσουλμάνοι διώχθηκαν από τα πρώην εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από τα μέσα του 18ου αιώνα έως τις αρχές του 20ου. Σήμερα οι απόγονοι τους υπολογίζεται πως αποτελούν το ένα τρίτο της Τουρκίας.

Η λέξη τούρκος, όπως και η τούρκικη εθνική συνείδηση, αναπτύχθηκε αργά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στην Οθωμανική αυτοκρατορία, οι μουσουλμάνοι απολάμβαναν όλοι τα ίδια δικαιώματα, ως μέλη της Ισλαμικής Ούμμας. Σύμφωνα με τις διδαχές του Κορανίου, σε μια πολιτεία έπρεπε όλοι οι μουσουλμάνοι να είναι ισότιμοι ανεξαρτήτωνς εθνικής καταγωγής, γλώσσας, κουλτούρας ή πολιτικών πεποιθήσεων. Αντιθέτως, οι χριστιανοί απολάμβαναν σημαντική ατομική και κοινοτική αυτονομία με το συστημα των μιλλιέτ, το οποίο, σε αντίθεση με τους μουσουλμάνους, οδήγησε στην ανάπτυξη εξεζητημένης εθνικής συνείδησης. 

Ο Μουσταφά Kεμάλ

Οι αρχές του 20ου αιώνα βρήκαν την Τουρκία εξαντλημένη από τους Ρωσο-οθωμανικούς και βαλκανικούς πολέμους. Με το τέλος του Α Παγκοσμίου Πολέμου, σχεδόν όλες οι επαρχίες στην Ευρώπη και Αραβικό κόσμο, χάθηκαν. Οι κάτοικοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αισθανόντουσαν καταρρακωμένοι, χωρίς ηθικό. Το 1922, η Ελλάδα που μόλις είχε κατακτήσει την Σμύρνη, εισέβαλε από τα δυτικά σύνορα. Η εισβολή δεν συνάντησε αντίσταση από τον Σουλτάνο, όμως ο νεαρός Μουσταφά Κεμάλ  κατάφερε να ξεσηκώσει τον λαό και να οργανώσει αντάρτες σε απελευθερωτικό στρατό. Οι εθνικιστές όμως δεν είχαν να αντιμετωπίσουν μόνο τους εισβολείς και τους συμμάχους τους, αλλά και και την νεοσύστατη Αρμενική Δημοκρατία καθώς επίσης και τον Σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη. Με την διακοπή της βοήθειας των συμμάχων προς τους Έλληνες, και την βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης, κατάφεραν τελικά να εκδιώξουν τους Έλληνες με τον τραγικό επίλογο να γράφεται στην πόλη που ξεκίνησε ο πόλεμος, την Σμύρνη.

Οι Τούρκοι αποκαλούν τα γεγονότα ως πόλεμος της Ανεξαρτησίας ενώ οι Έλληνες ως μικρασιατική καταστροφή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *