Το Πανιώνιον υπό το φως ιστορικών, φιλολογικών πηγών και αρχαιολογικών ερευνών

 

του Κωνσταντίνου Ν. Θώδη, ιστορικού ερευνητή της Μικράς Ασίας του Αιγαίου

Εισαγωγή
Ως προς τη μελέτη της ιστορίας της αρχαίας Ιωνίας, ιδιαίτερα της ομηρικής και αρχαϊκής περιόδου (8ος αι.-500 π.Χ.), τα ευρήματα της αρχαιολογίας είχαν πάντα εξαιρετική σημασία. Οποιαδήποτε αρχαιολογική ανακάλυψη, ακόμη κι ένα τυχαίο εύρημα, αποτελούσε το κίνητρο για επιστημονική έρευνα και συζητήσεις. Σημαντικές ανακαλύψεις,αρχαιολογικού ενδιαφέροντος,έλαβαν χώρα μέσω των ανασκαφών των Γερμανών αρχαιολόγων στη χερσόνησο της Μυκάλης. Κύριος στόχος των ανασκαφών, η ακριβής εντόπιση του χώρου, που οι Ίωνες της Μικράς Ασίας επέλεξαν για τη δημιουργία του κοινού τους ιερού, του Πανιωνίου. Ο ακριβής εντοπισμός της τοποθεσίας του Πανιωνίου, αποτελεί μέχρι σήμερα το πεδίο αντιπαραθέσεων, διαφόρων εκτιμήσεων ή και αμφισβητήσεων των αρχαιολόγων, οι οποίοι προσπαθούν με βάση τα ευρήματα των ανασκαφών, αλλά και τα δεδομένα της επιγραφικής κυρίως των ελληνιστικών χρόνων, αλλά και την επίκληση των ιστορικών δεδομένων με βάση τις γραπτές πηγές των αρχαίων ιστορικών και γεωγράφων να τεκμηριώσουν τις απόψεις, τις αξιολογήσεις, τους προσδιορισμούς και τις ανακαλύψεις τους.

Οι ανασκαφές στη Μυκάλη
Όσον αφορά την αρχαιολογική σημασία και το ενδιαφέρον για περιήγηση και εξερεύνηση της περιοχής της Ιωνίας, ειδικότερα στα τέλη του 19ου αι., έχουμε την εξής αναφορά : Το κέντρο της Μικράς Ασίας, δηλαδή η Ιωνία και η ανατολική ενδοχώρα, ασκούν από άποψη αρχαιολογική και ιστορική μια τόσο έντονη έλξη, που από την εποχή ήδη του Γάλλου λόγιου και διπλωμάτη, κόμη M.G. Choiseul-Gouffier, εγκαταστάθηκαν εκεί οι εξερευνητές. Η βόρεια περιοχή, από τον Έρμο μέχρι το Μαίανδρο, σύμφωνα με τον Ch. De Scherzer, ανακαλύφθηκε πρόσφατα από τον μηχανικό Karl Humann, ενώ η νότια και κυρίως τα όρη και τα άγρια δάση,που βρίσκονται μεταξύ του Μαιάνδρου και του Ινδού,στην παλαιότερα επονομαζόμενη Καρία, δεν ήταν γνωστή, παρά μόνο από τις περιγραφές και τα οδοιπορικά μερικών σποραδικά εμφανιζόμενων περιηγητών. Γεωγραφικά,με βάση τα αρχαία τοπωνύμια,ο Μαίανδρος ποταμός με μήκος 270 χλμ. είχε τις πηγές του στις αρχαίες Κελαινές στη Φρυγία, διέσχιζε την αρχαία Πριήνη και διαρρέοντας την αρχαία Καρία, εξέβαλε στο Ικάριο πέλαγος, κοντά στην αρχαία Μίλητο, νότια της Μυκάλης και ΝΑ της νήσου Σάμου.

Η οροσειρά της Μυκάλης, βρίσκεται βόρεια του κόλπου της Λάτμου και ανήκει στην επαρχία του Αϊδινίου. Αποτελεί ένα φυσικό σύνορο ανάμεσα στις βόρειες και νότιες περιοχές της Ιωνίας. Ανάμεσα στα Σώκια και το ακρωτήριο Τρωγύλιο (ακρωτήριο του Αγίου Νικολάου) εκτείνεται η Μυκάλη για περίπου 30 χλμ. από την ανατολή ως τη δύση. Δεσπόζει η κορυφογραμμή της, για την οποία έγραψε ο Όμηρος : “Μυκάλη όρος εύθηρον και εύδενδρον επικείμενον τη Σαμία”. Το 1673, οι αρχαιολόγοι Dr. Pickering και J. Saltier ανακάλυψαν στο βυζαντινό εκκλησάκι, που βρισκόταν στο φρούριο,στην ακτή κοντά στο χωριό Γκιουζέλ Τσαμλί, 17 χλμ. νότια της πόλης Κουσάντασι, μια ελληνική επιγραφή στην οποία αναφερόταν η ονομασία του Πανιωνίου. Στις αρχές του 20ού αι., η τοποθεσία του Πανιωνίου προσδιορίστηκε από τον αρχαιολόγο Theodor Wiegand, τον πρώτο αρχαιολόγο που ασχολήθηκε με τις ανασκαφές στη Μίλητο και την Πριήνη.

Στα βορειοδυτικά της Μυκάλης, στο λόφο με το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, ο Τ. Wiegand ανακάλυψε σκαλισμένες σε βράχο 11 σειρές ημικυκλικών καθισμάτων, προσδιορίζοντάς τες ως σειρές καθισμάτων θεάτρου ή βουλευτηρίου. Στην κορυφή του λόφου εντοπίστηκαν τα υπολείμματα του βωμού. Ο λόφος αυτός έγινε το μέτωπο σφοδρών μαχών κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου 1920-1922, που είχαν ως αποτέλεσμα το γκρέμισμα του βωμού. Το 1957-1958 στο λόφο Οτοματίκ Τεπέ (λόφος του προφήτη Ηλία),τα ερείπια του βωμού και του θεάτρου ερεύνησε η γερμανική αποστολή υπό την καθοδήγηση του Gerhard Kleiner. Το 1960 οι έρευνες αυτές συνεχίστηκαν από ομάδα Γερμανών αρχαιολόγων με επικεφαλής τους G.Kleiner, P.Hommel και W.Muller-Winer. Στην κορυφή ενός λόφου, στο κέντρο του βωμού, που περιβάλλεται από ένα εγκαταλελειμμένο τείχος, βρέθηκαν μαρμάρινες πλάκες και υπολείμματα της κατασκευής διαστάσεων 4.20 x 17.60 μ. Οι σειρές των καθισμάτων, τις οποίες ο Τ. Wiegand θεώρησε ως τα ερείπια θεάτρου ή βουλευτηρίου, μετά από συμπληρωματική έρευνα του G. Kleiner και των άλλων αρχαιολόγων, καθορίστηκαν ως σειρές του βουλευτηρίου της αρχαϊκής περιόδου. Δύο περίπου χλμ. από αυτό το μέρος, στο λόφο Καλαί Τεπέ έχουν ανασκαφεί τα τείχη και η Νεκρόπολη, τα οποία με βάση τα αρχαιολογικά δεδομένα χαρακτηρίζουν το οικισμό ως καρικό. Από τον οικισμό, διασώζεται το τείχος της ακρόπολης, διαστάσεων 200×90 μ., που χρονολογείται στην ύστερη γεωμετρική περίοδο, οβάλ κατασκευή, ενώ οι τάφοι των Κάρων κατοίκων του οικισμού στη Νεκρόπολη χρονολογούνται στην πρωτογεωμετρική περίοδο. Η ανασκαφείσα κεραμική χαρακτηρίστηκε, επίσης, ως γεωμετρική. Σύμφωνα με τους Γερμανούς αρχαιολόγους, πρόκειται για καρικό οικισμό, τον οποίο προσδιόρισαν ως τη μυθική Μελία, η οποία υπήρχε ως τα τέλη του 8ου αι. π.Χ. πλήρως συσχετιζόμενη με βάση την ιστορική παράδοση με τον Μελιακό πόλεμο.

Κατά τον G. Kleiner, από τα ερείπια που τελικά απέμειναν, ακόμα και στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, δεν υπήρχε κανένα ίχνος δεξιά και αριστερά, έτσι ώστε ακόμη και ένας απλός εντοπισμός του ιερού ήταν πολύ δύσκολος. Ο G. Kleiner με βάση τις ανασκαφές αυτές, επισημαίνει την πλήρη απουσία της χρονολόγησης του υλικού, ενώ τα πενιχρά υπολείμματα του βωμού, αλλά και τα υπολείμματα των τειχών που περιβάλλουν τον ιερό χώρο, δεν μπορούν να χρονολογηθούν από μόνα τους. Όμως, με βάση άλλα κριτήρια ο G. Kleiner ήταν διατεθειμένος να παραπέμψει το όλο αυτό συγκρότημα στις αρχές του VI αιώνα.Τα αποτελέσματα των ανασκαφών δημοσιεύθηκαν το 1967 στη μονογραφία “Πανιώνιο και Μελία”και αναγνωρίζονται από τις ακαδημαϊκές κονότητες των αρχαιολόγων και των ιστορικών. Είναι σημαντικό να επισημανθεί, ότι ο εντοπισμός του ιερού που ανακαλύφθηκε από τους Γερμανούς αρχαιολόγους, τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 του 20ού αι., βρίσκεται σε πλήρη αντιστοίχηση με την ιστορική παράδοση και δη με τις μαρτυρίες του λογογράφου Εκαταίου, του ιστοριογράφου Ηροδότου και του γεωγράφου Στράβωνα. Οι ανασκαφές του Πανιωνίου και των περιχώρων του, όπου η Μελία θα μπορούσε να εντοπιστεί, σύμφωνα με την παράδοση, πραγματοποιήθηκαν από γερμανική αποστολή το 1957-1959. ωστόσο, τα δεδομένα τους είναι δύσκολο να ερμηνευθούν. Ο περιβάλλοντας χώρος του Πανιωνίου, βρίσκεται σε ένα λόφο στο βορειοδυτικό τμήμα του ακρωτηρίου της Μυκάλης. Ο λόφος στην κορυφή του οποίου βρισκόταν το ιερό μετατράπηκε σε πεδίο μαχών κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1922-1923 και έλαβε την ονομασία Οτοματίκ Τεπέ.
Μια σειρά από υπολείμματα της ύστερης γεωμετρικής κεραμικής, τα οποία μπορούν να χρονολογηθούν περίπου στο 700 π.Χ. καθώς και μια ομάδα τάφων που βρέθηκαν στις σχισμές των βράχων, με εσωτερική επένδυση από πήλινες πλάκες, μπορούν να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη του οικισμού, ο οποίος μπορεί να ταυτιστεί με τη Μελία. Επίσης, το τείχος που περιβάλλει την κορυφή του λόφου, όπου τοποθετείται ο βωμός του Ελικώνιου Ποσειδώνα, ο J. Coldstream το θεωρεί ως τα ερείπια της οχύρωσης της ακρόπολης της αρχαίας Μελίας.Σύμφωνα με τον J.G. Droysen υπάρχουν δύο επιγραφές που αποδεικνύουν την ύπαρξη του Κοινού των Ιώνων. Σε μία από αυτές τις επιγραφές, ιδιαίτερα μακροσκελή, που συνεγράφη με εντολή του ίδιου του βασιλιά Αντίγονου, μεταξύ 306 και 301 π.Χ. σχετικά με τους συνοικισμούς της Λεβέδου και της Τέω, ορίζεται, μεταξύ άλλων, η αποστολή των εκπροσώπων του στις γιορτές των Πανιωνίων. Μια άλλη επιγραφή,που βρέθηκε στη Σμύρνη, αναφέρει στην αρχή της :
“εδοξεν το κοινόν των Ίώνων τών τρισκαίδεκα πόλεων,
επειδή Ίππόστρατος Ίπποδάμου Μιλήσιος φίλος ων του βασιλέως
Λυσιμάχου καί στρατηγός επί τών πόλεων τών Ίάδον κατασταθείς..”

Αυτό το κείμενο μας εξηγεί τη μαρτυρία του Στράβωνα, ότι μεταξύ της εισόδου του ισθμού που κατείχαν οι Τήιοι και της εξόδου που κατείχαν οι Κλαζομένιοι, στη στεριά υπήρχε το άλσος των Χαλκιδέων που ήταν αφιερωμένο στον Αλέξανδρο και εκεί τελούνταν από τους Ίωνες και το Κοινό τους, αγώνες με την ονομασία “Αλεξάνδρεια”. Στην Ιωνία,εκτός από τη γιορτή των Πανιωνίων, οι Ίωνες γιόρταζαν και τα “Απατούρια”. Ήταν αρχαία γιορτή των ιωνικών πόλεων, που διαρκούσε τρεις ημέρες και ήταν αφιερωμένη στον πανηγυρισμό της εγγραφής των παιδιών στους φρατρικούς καταλόγους. Η εγγραφή αυτή γινόταν έπειτα από τον όρκο του πατέρα, πως είχε νόμιμη γυναίκα του τη μητέρα του παιδιού και με ψηφοφορία της φρατρίας. Προστάτες της γιορτής ήταν αρχικά ο Δίας και η Αθηνά – φράτριος και φρατρία – και αργότερα προστέθηκε και ο Διόνυσος. Εκτός από την Έφεσο και την Κολοφώνα, όλες οι άλλες ιωνικές πόλεις – και η Αθήνα – γιόρταζαν τα Απατούρια με μεγάλη λαμπρότητα.
Το 2001 ο αξιόλογος, επίσης Γερμανός, αρχαιολόγος Hans Lohmann άνοιξε το “δρόμο” των ανασκαφών ενός μεγάλου οικισμού τριγωνικού σχήματος, συνολικής έκτασης περίπου επτά εκταρίων – περίπου επτακοσίων στρεμμάτων – συγκεκριμένα στην ανατολική πλαγιά της ομώνυμης οροσειράς της Μυκάλης – τουρκική ονομασία Ντιλέκ Νταγλαρί – μεταξύ των λόφων Τσαταλάρ Τεπέ και Μπελένκουγιου Τεπέ. Η κορυφή του οικισμού οριοθετείτο στο βορρά και η ευρεία βάση του στο νότο. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών βρέθηκαν ποσότητες κεραμικών κατασκευών τα οποία χρονολογούνται στον 7ο αι. π.Χ, ενώ υπάρχουν σημάδια καταστροφών των περιβόλων του οικισμού, που χρονολογούνται στο πρώτο μισό του 6ου αι. π.Χ. Κοντά στον οικισμό και νοτιοανατολικά από αυτόν ο Lohmann ανακάλυψε τα ερείπια ναού ιωνικού ρυθμού, που χρονολογείται από την κεραμική και αρχιτεκτονική του δομή στους 7ο-6ο αι. π.Χ. . Ολόκληρο αυτό το συγκρότημα, ο αρχαιολόγος το προσδιόρισε και το ταύτισε με τη θρυλική Μελία, καρική πόλη, που καταστράφηκε σύμφωνα με το Βιτρούβιο και στη θέση της ιδρύθηκε το Πανιώνιο, θρησκευτικό και πολιτικό – στρατιωτικό κέντρο των πόλεων της Ιωνικής Ένωσης. Τα ερείπια αυτού του ναού, τα προσδιόρισε και τα ταύτισε με αυτό το περίφημο στην αρχαιότητα ιερό του Πανιωνίου.Ο Lohmann, ισχυρίζεται, ότι ο εντοπισμός αυτού του χώρου, που δεσπόζει στο μεγαλύτερο μέρος της Ιωνίας πρέπει να χαρακτηριστεί ως Πανιώνιον, μόνο και μόνο, επειδή συμφωνεί καλύτερα με τις γραπτές πηγές.

 

Οι γραπτές ιστορικές και φιλολογικές πηγές
Για να ξετυλίξουμε το “κουβάρι” της αναγκαιότητας σύστασης του Πανιωνίου, ήτοι την πλοκή των σχέσεων μεταξύ των μελών της Ιωνικής Ένωσης, τους συνδετικούς κρίκους ενότητας και ισχύος, αλλά και για να κατανοήσουμε και να προσδώσουμε στις αξιολογήσεις των αρχαιολογικών ανασκαφών το χαρακτήρα της ανακάλυψης, θα πρέπει να αναφερθούμε στις μυθολογικές παραδόσεις και δοξασίες και να υπενθυμίσουμε σχετικά το χρόνο, τη φύση και τα σημαντικά γεγονότα από την ιστορία του Κοινού των Ιώνων, ιδιαίτερα στην αρχική περίοδο της ιστορίας του, ούτως ώστε να διαφανεί μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία η ταύτιση ή μη των στοιχείων των ιστορικών πηγών με τα αποτελέσματα των ανασκαφικών ερευνών των αρχαιολόγων. Όπως αποδεικνύει η ελληνική μυθολογική, ιστορική και χρονογραφική παράδοση, αμέσως μετά τη μετανάστευση των Ιώνων στη Μικρά Ασία, δηλαδή τον 11ο αι. π.Χ, δημιουργήθηκε από την ένωση των δώδεκα οικισμών τους σε ομοσπονδία και συμμαχία το “Πανιώνιον” ή το “Τὸ κοινὸν τῶν Ἰώνων”.Οι αρχαίοι συγγραφείς αποδίδουν την Ιωνική μετανάστευση στην τέταρτη γενιά μετά τον Τρωϊκό Πόλεμο και στη δεύτερη γενιά μετά την επιστροφή των Ηρακλειδών. Με όρους απόλυτης χρονολόγησης, ο Μ. Σακελλαρίου αποδέχτηκε ως χρονολογία τον 11ο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Ίων ήταν μυθικός γενάρχης των Ιώνων και γιος του Απόλλωνα από την Κρέουσα, κόρη του Ερεχθέα και σύζυγο του Ξούθου.
“Ξοῦθος μὲν λαβὼν τὴν Πελοπόννησον ἐκ Κρεούσης τῆς Ἐρεχθέως
Ἀχαιὸν ἐγέννησε καὶ Ἴωνα, ἀφ᾽ ὧν Ἀχαιοὶ καὶ Ἴωνες καλοῦνται”
Σε ένα απόσπασμα από την τραγωδία του Ευρυπίδη “Ίων” αναφέρεται για τους Ίωνες, ότι θα αποικίσουν τα πεδινά και στις δύο πλευρές του στενού που χωρίζει την Ευρώπη από την Ασία και τιμώντας το όνομα αυτού (του Ίωνα) θα φέρουν το ένδοξο όνομα των Ιώνων.
“..ἀντίπορθμα δ’ ἠπείροιν δυοῖν πεδία κατοικήσουσιν, ᾿Ασιάδος τε γῆς
Εὐρωπίας τε• τοῦδε δ’ ὀνόματος χάριν ῎Ιωνες ὀνομασθέντες ἕξουσιν κλέος..”
Ο Ηρόδοτος και ο Ελλάνικος, που παραδέχονταν την Αθηναϊκή καταγωγή των Ιώνων, είχαν γεννηθεί στη Μικρά Ασία. Ο Fr. Schachermeyer υποστηρίζει ότι αυτοί δεν είχαν κανένα λόγο να εξυπηρετήσουν την πολιτική ιδεολογία της Αθήνας. Επίσης, η λατρεία του Ελικώνιου Ποσειδώνα στο Πανιώνιο συνδέεται με την Αχαϊκή καταγωγή των Ιώνων. Γράφει ο Κ. Παπαρηγόπουλος: “..Μετά τας Αιολικάς αποικίας εκτίσθησαν αι Ιωνικαί. Οι Ίωνες εξωσθέντες υπό της Αιγιαλείας υπό των συμπιεσθέντων αυτόθι από της λοιπής Πελοποννήσου Αχαιών, ήλθον ως φυγάδες εις την Αττικήν και κατώκησαν αυτόθι επί τινά χρόνον”.Μετέπειτα μετανάστευσαν στη Μικρασιατική Ιωνία, όπου εξακολουθούσαν να έχουν ως προστάτη θεό τους τον Ποσειδώνα, αποκαλώντας τον, όμως, όχι “Ελίκιον” (εκ της Ελίκης), αλλά “Ελικώνιον” (εκ του όρους Ελικώνος) με τη λατρεία του οποίου είχαν εξοικιωθεί πριν από τη μετανάστευσή τους. Στην Ελίκη, άλλωστε, ο Ποσειδώνας δεν είχε κάνει ακόμη τόσο αισθητή την παρουσία του, όπως το 373 π.Χ. Ο “Ελικώνιος” λοιπόν και όχι ο “Ελίκιος” Ποσειδώνας τους συμπαραστάθηκε και τους καθοδηγούσε κατά τον αποικισμό και αυτός ήταν τελικά που υπερίσχυσε ως “πατροπαράδοτος” και “πατρογονικός” στην αναγέννηση της λατρείας τους και κατέστη προστάτης το Πανιωνίου Ιερού.
Ως προς την προέλευση της λατρείας των Ιώνων της Μικράς Ασίας από τον Ελικώνιο Ποσειδώνα,έχουμε σημαντικές αναφορές από τον Αρίσταρχο.Τα επιχειρήματα του Αρίσταρχου, σχετικά με το επίθετο “Ελικώνιος”, που αποδίδετο στον Ποσειδώνα, παρουσιάζουν ορισμένη μεθοδολογική ακρίβεια”.Ο Απολλόδωρος, μαθητής του Αρίσταρχου, ήταν ο πρώτος που αφιέρωσε ένα ολόκληρο έργο στα ετυμολογικά. Ήταν το έργο του “Περί ετυμολογιών”. Σε ένα άλλο έργο του, το “Περί Θεών” ανέλυσε τα ονόματα των Ελλήνων θεών, για τα οποία, υπάρχει μόνο μία εξαίρεση, το όνομα “Ελικώνιος”, το οποίο προέρχεται από έναν γεωγραφικό όρο. Ο Απολλόδωρος, αναφέρει τη γνώμη του στον Αρίσταρχο, ο οποίος προτίμησε να συνδέσει το επίθετο με το όρος Ελικώνα στη Βοιωτία. Ο Αρίσταρχος ήταν αντίθετος με την προέλευση του επιθέτου από την Ελίκη, μια πόλη στην αρχαία Αχαΐα, γνωστή για την παλιά λατρεία της στον Ποσειδώνα. Ο Καλλίμαχος δε, την αποκαλεί συντρόφισσα του Ποσειδώνα “ἐρχομένην, Ἑλίκη τε Ποσειδάωνος ἑταίρη”.Η προέλευση του επιθέτου εκ της “Ελίκης”, εκτός των άλλων πηγών, αναφέρεται και από τον Κλειτοφώντα από τη Ρόδο, σύμφωνα με τον οποίο, η αρχαία λατρεία του Ποσειδώνα στην Ελίκη, κληρονομήθηκε αργότερα από τους Ίωνες της Μιλήτου καθώς και στην Καρία. Ο Αρίσταρχος αντιτάχθηκε σε αυτή την ετυμολογία με το επιχείρημα, ότι δεν ήταν φωνολογικά ορθή. Κατά τη γνώμη του, αν το επίθετο προέρχεται από την Ελίκη, θα έπρεπε να ήταν “Ελικήιος” (όπως διαμορφώνεται από το “Ελίκη” συν την κατάληξη – ιος ). Αντίθετα, ο τύπος “Ελικώνιος” δεν θα μπορούσε να προκύπτει από το “Ελίκη”, διότι υπάρχει το επίθεμα -ων,το οποίο με την προσθήκη της κατάληξης -ιος θα έμενε ανεξήγητο. Το επίθετο σχηματίστηκε έτσι από το” Ελικών” συν την κατάληξη -ιος και ως εκ τούτου έπρεπε να προέρχεται από το βουνό Ελικώνας στη Βοιωτία, μια περιοχή ιερή για τον Ποσειδώνα. Οι υποστηρικτές της ετυμολογίας του όρου εκ της “Ελίκης”, θα μπορούσαν να παραθέσουν ένα απόσπασμα από την Ιλιάδα, όπου η Ήρα προτρέπει τον Ποσειδώνα, για να βοηθήσει τους Έλληνες “οι δε τοι εις Ελίκην τε και Αιγάς δώρ’ ανάγουσι”.

Αυτό,όμως,δεν εμπόδισε τον Αρίσταρχο, από το να αρνηθεί αυτή την ετυμολογία, την οποία είχε ήδη απορρίψει για γραμματικούς λόγους. Η γραμματική και η ορθότητα ως προς την ορθογραφία, ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά της ετυμολογικής του ανάλυσης σε συνδυασμό με την ευρεία επιβεβαίωση μέσω της ομηρικής χρήσης των όρων. Σε αυτή την περίπτωση ο Αρίσταρχος θα μπορούσε να βρει άλλες αναφορές, στις οποίες ο Όμηρος να αναφέρεται ρητά στον Ελικώνα, ως ιερό βουνό του Ποσειδώνα, όπως για παράδειγμα στον ύμνο “Εις Ποσειδώνα”, όπου αναφέρεται “ὅσθ’ Ἑλικῶνα καὶ εὐρείας ἔχει Αἰγάς”. Επίσης, στο βιβλίο του Ηροδότου για τις Μούσες, αναφέρεται “κλύθι Ποσειδάων μεγαλοσθενές εννοσίγαιε/ευρυχόρου μεδέων ηδέ ξανθού Ελικώνος”. Ο Πίνδαρος στα σωζόμενα του καλεί τις μούσες “Ελικώνιαι παρθένοι”με ξεκάθαρη αναφορά στον Ελικώνα. Εκεί, οι αναφερόμενες από τον Ηρόδοτο δώδεκα Ιωνικές πόλεις, γιόρταζαν τα Πανιώνια. Με αυτό τον τρόπο, ο πατρογονικός “χθόνιος” Ποσειδώνας, που αμέσως μετά τον αποικισμό, μοιραία έγινε και ο προστάτης των “υγρών κελεύθων” του Ομήρου,που συμβολίζουν τα πελάγια ταξίδια και τον τρόπο ζωής, μεταξύ της παλιάς και της νέας πατρίδας, άρχισε πολύ γρήγορα να εμπλουτίζεται με νέο περιεχόμενο, ώστε στη συνέχεια με τη συμβολή του ιωνικού έπους να εξελιχθεί σε “θεό του πελάγους”. Ο Πανύασις (5ος αι. π.Χ.), εποποιός και ποιητής των ιωνικών ασμάτων, από την Αλικαρνασσό, θείος του Ηροδότου, εξιστόρησε τα έργα του Κόδρου, του Νηλέα και την ίδρυση των ιωνικών αποικιών σε ένα έργο, που έφερε τον τίτλο “Ιωνικά”. “Ιωνικά εν πενταμέτρω έστι δε τα περί Κόδρου και Νηλέα και τας Ιωνικάς αποικίας, εις έπη”. Η συχνή παρουσία του χθόνιου Ποσειδώνα στην Πελοπόννησο παρεκίνησε τον ιστορικό Έφορο (4ος αι. π.Χ.) να θεωρεί τη χώρα αυτή “οικητήριον Ποσειδώνος” ή “ιεράν Ποσειδώνος”. Το ίδιο, υποστήριζε και για τη Βοιωτία και ο Αλεξανδρινός λόγιος Αρίσταρχος “Βοιωτία όλη ιερά Ποσειδώνος” καθώς και ο Όμηρος “Ελικώνιον τον Ποσειδώνα είρηκεν από Ελικώνος”. Ένας άλλος Ομηρικός Ύμνος “Εις Απόλλωνα”,αναφέρει για το “ἄλσος τό λαμπρό” του Ογχήστιου Ποσειδώνα, ανάμεσα στη Θήβα και τον Αλίαρτο στη Βοιωτία, το οποίο στον Ομηρικό,επίσης, Ύμνο “Εις Ερμήν” αποκαλείται “ἄλσος ἁγνὸν ἐρισφαράγου Γαιηόχου”. Ιερά προς τιμήν του Ελικώνιου Ποσειδώνα υπήρχαν και σε άλλες περιοχές. Για παράδειγμα, έχουμε την πληροφορία, ότι στη Σινώπη, αποικία της Μιλήτου στη Μαύρη Θάλασσα ήκμασε η λατρεία στον Ελικώνιο Ποσειδώνα.Επίσης,στη Σύβαρη, αποικία της Ελίκης στην Κάτω Ιταλία,προκύπτει από τη νομισματική,η λατρεία στον Ελικώνιο Ποσειδώνα.
Το Κοινό, αρχικά, διέθετε 12 μέλη – Ιωνική Δωδεκάπολις – του οποίου οι πολίτες αυτοαποκαλούνταν Ίωνες. Αργότερα,όπως προαναφέρθηκε,προστέθηκε και η Σμύρνη.“Άλλες παραδόσεις θέλουν τη Σμύρνη να έχει χτιστεί από Λέλεγες ή Ίωνες κατοίκους ενός τμήματος της Εφέσου, που ονομαζόταν Σμύρνη.. Άλλοι πάλι ισχυρίζονται, πως είναι δημιούργημα του Αθηναίου Θησέα και της αμαζόνας γυναίκας του, Σμύρνης, για τούτο και οι Αθηναίοι θεωρούσαν τη Σμύρνη δική τους αποικία. Ως προς τη μυθολογική πλευρά, η ίδρυση της πόλης στη ΒΑ γωνία του Σμυρναϊκού κόλπου, επί της οροσειράς της Σιπύλου, τοποθετείται στο 14ο αι. π.Χ., ενώ ιδρυτής φέρεται ο Τάνταλος, ο γιος του Δία. Σύμφωνα με το Βιτρούβιο, η Σμύρνη έγινε δεκτή στην Ιωνική Ένωση με τη φροντίδα του βασιλιά της Περγάμου. Άτταλου και της συζύγου του Αρσινόης.
Η Πανιώνια Ένωση κατέστη, από τις πρώτες ημέρες της ίδρυσής της, το κύριο μέσο της εθνικής, κοινωνικής και πολιτικής ενοποίησης διαφορετικών φυλών και διαλέκτων των μεταναστών από την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα στις νέες συνθήκες, κυρίως στο “βάρβαρο” περιβάλλον. Η ανάγκη των κατακτήσεων για την ανεύρεση ζωτικού χώρου μέσω των συγκρούσεων με τους αυτόχθονες και τις εχθρικές και πολεμοχαρείς ανατολικές φυλές, απαιτούσε από τους αποίκους της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας ήδη από την πρώϊμη περίοδο της ιστορίας τους στρατιωτικοπολιτική συνοχή στη βάση του προσδιορισμού και της αναγνώρισης της ίδιας της ιστορίας και της παράδοσής τους, της ίδιας της ταυτότητάς τους. Η Ένωση τελούσε υπό την αιγίδα του Ελικώνιου Ποσειδώνα, προσδίδοντας ακόμη περισσότερη πολιτική ισχύ και ιδιαίτερη πανιώνια αποκλειστικότητα.
Ο Ηρόδοτος,επίσης,αναφέρει για τις ομιλίες του Θαλή του Μιλήσιου και του Βίαντα του Πριηνέα, ενώπιον των μελών της Ένωσης,σχετικά με τις προτάσεις τους για την αναδιοργάνωση της πολιτικής ζωής της Ιωνίας.Ο Bίαντας πρότεινε στους Ίωνες,μετά την κατάκτηση από τους Πέρσες, να επιβιβαστούν στα πλοία και να μετακινηθούν στη Σαρδηνία, δημιουργώντας εκεί ένα ενιαίο κοινό ιερό για την επίλυση των ζητημάτων τους, ενώ ο Θαλής, για την αποτροπή της κατάκτησης, πρότεινε αυτό να γίνει στο μέσον της Ιωνίας, στην αρχαία πόλη της Τέω. Ωστόσο, οι επιμέρους πόλεις έπρεπε να παραμείνουν ανεξάρτητες, αλλά μόνο ως τοπικές κοινότητες.
«Χρηστὴ δὲ καὶ πρὶν ἢ διαφθαρῆναι Ἰωνίην Θαλέω ἀνδρὸς Μιλησίου ἐγένετο..
ὃς ἐκέλευε ἓν βουλευτήριον Ἴωνας ἐκτῆσθαι, τὸ δὲ εἶναι ἐν Τέῳ
(Τέων γὰρ μέσον εἶναι Ἰωνίης), τὰς δὲ ἄλλας πόλις οἰκεομένας
μηδὲν ἧσσον νομίζεσθαι κατά περ εἰ δῆμοι εἶεν».
Ο Ηρόδοτος, ο Στράβωνας και ο Παυσανίας, αναφέρουν για το σχηματισμό της Πανιώνιας Ένωσης ως γεγονός που ταυτόχρονα συνέβη με την άφιξη και μετανάστευση των Ιώνων στη Μικρά Ασία. Ο χρόνος ίδρυσης του Πανιωνίου ταιριάζει πολύ καλά με τη χρονογραφική παράδοση. Το Χρονικό της Πάρου χρονολογεί την εμφάνισή του στο πρώτο τέταρτο του 11ου αι. π.Χ. (1086/85 π.Χ.) και το συνδέει με την ίδρυση της πόλης της Μιλήτου από το Νηλέα, το γιο του βασιλιά της Αθήνας, Κόδρου καθώς και με την ολοκλήρωση της μετακίνησης των ιωνικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία και τα νησιά Χίο και Σάμο. Για το γεγονός, ότι η Ένωση των Ιώνων μεταναστών, το Πανιώνιο, εμφανίστηκε ταυτόχρονα με τη μετανάστευσή τους, το μαρτυρούν και οι προϋποθέσεις ένταξης σε αυτή. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη στην Πανιώνια Ένωση, στο αρχικό στάδιο της ύπαρξής της, ήταν ο ηγέτης κάθε κοινότητας να προέρχεται από το γένος των Κοδριδών ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις να ήταν συγγενής βασιλέων (ιερέων-αρχόντων) άλλων σχετικών με τους Ίωνες κοινοτήτων.
“Ἰώνων δὲ οὐ δεχομένων σφᾶς ἐς Πανιώνιον
πρὶν ἢ τοῦ γένους βασιλέας τοῦ Κοδριδῶν λάβωσιν”
Ένα άλλο επιχείρημα υπέρ της αρχαιότητας της λατρείας του ιερού του Ελικώνιου Ποσειδώνα από τους κατοίκους των ιωνικών πόλεων της Μικράς Ασίας είναι οι ανοιχτοί βωμοί και οι θυσίες προς τιμήν του θεού στο χώρο λατρείας του.
“..τὸ ἱερὸν τοῦ Ἑλικωνίου Ποσειδῶνος, ὃν καὶ νῦν ἔτι τιμῶσιν Ἴωνες,
καὶ θύουσιν ἐκεῖ τὰ Πανιώνια… τεκμαίρονταί τε νεώτερον εἶναι τῆς
Ἰωνικῆς ἀποικίας τὸν ποιητήν, μεμνημένον γε τῆς Πανιωνικῆς θυσίας
ἣν ἐν τῆι Πριηνέων χώραι συντελοῦσιν Ἴωνες τῶι Ἑλικωνίωι Ποσειδῶνι,
ἐπεὶ καὶ αὐτοὶ οἱ Πριηνεῖς ἐξ Ἑλίκης εἶναι λέγονται”.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, αυτός ο χώρος λατρείας βρισκόταν στη βόρεια πλευρά της οροσειράς της Μυκάλης. Σύμφωνα με το Διόδωρο οι θυσίες των Ιώνων προς τιμήν του Ελικώνιου Ποσειδώνα τελούνταν σε μια ερημική τοποθεσία της χερσονήσου της Μυκάλης.
“…θυσίας συνθύειν ἀρχαίας καὶ μεγάλας Ποσειδῶνι
περὶ τὴν ὀνομαζομένην Μυκάλην ἐν ἐρήμῳ τόπῳ”
Όμως, αυτός που καθόρισε με μεγαλύτερη ακρίβεια την τοποθεσία του Πανιωνίου, ήταν ο Στράβωνας.
“Μετὰ δὲ τὸν Σάμιον πορθμὸν τὸν πρὸς Μυκάληι πλέουσιν εἰς Ἔφεσον
ἐν δεξιᾶι ἐστιν ἡ Ἐφεσίων παραλία… πρῶτον δ᾽ ἐστὶν ἐν τῆι
παραλίαι τὸ Πανιώνιον τρισὶ σταδίοις ὑπερκείμενον τῆς θαλάττης.”
Εκτός, όμως από τις λατρευτικές εκδηλώσεις τους οι Ίωνες, έπαιρναν τις αποφάσεις τους στο Πανιώνιο για πολιτικά θέματα καθώς και για τις εκστρατείες κατά των ντόπιων κατοίκων των γειτονικών οικισμών της Καρίας. Ένα παράδειγμα αυτών των αποφάσεων, ήταν η υιοθέτηση και ενσωμάτωση στην Πανιώνια Ένωση, της Χίου και η επιβράβευση του μυθικού βασιλιά της, Έκτορα, με τη δωρεά ενός τρίποδα για τον αγώνα εναντίον των Κάρων και των Αβάντων που κατοικούσαν στο νησί.
“..τρίποδα δὲ ἆθλον λαβεῖν αὐτὸν ἐπὶ ἀνδραγαθίᾳ παρὰ τοῦ κοινοῦ φησι τοῦ Ἰώνων..”

.
Σχετικά με αυτό, γράφει ο Αδαμάντιος Κοραής «…ένας εκ των απογόνων τούτου (εννοεί του Αμφίκλου), ονομαζόμενος Έκτωρ,επολέμησεν και εδίωξεν από την νήσον τους Κάρας και τους Ευβοέας, αλλ’ενθυμήθη ότι κατά την δοθείσαν εις τον Άμφικλον μαντείαν εχρεώθη και να συνθυσιάζει με τους λοιπούς Ίωνας εις το Πανιώνιον”. Ανάλογο παράδειγμα είναι και η μετέπειτα ένταξη στην Ένωση της Σμύρνης – όπως προαναφέρθηκε – κατόπιν αιτήματος των εναγόντων Εφεσίων των κατοικούντων σε αυτήν.
“Αὗται μὲν δώδεκα Ἰωνικαὶ πόλεις͵ προσελήφθη δὲ χρόνοις ὕστερον
καὶ Σμύρνα εἰς τὸ Ἰωνικὸν ἐναγαγόντων Ἐφεσίων.”

.
Για τον καθορισμό της έννοιας “κοινή πολιτική” της Ένωσης έναντι των τοπικών φυλών, το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο Μελιακός πόλεμος, την περιγραφή του οποίου διηγείται ο Βιτρούβιος. Αυτός ο πόλεμος κατά της καρικής πόλης Μελίας διεξήχθη, κατά τους ιστορικούς,στο τέλος της ομηρικής εποχής. Τα δεδομένα της παράδοσης αναφέρουν για την πρώϊμη εποχή της ίδρυσης του Πανιωνίου και την έναρξη της πολιτικής του ιστορίας.Στην επιστημονική βιβλιογραφία, υπάρχουν δύο βασικές απόψεις για το σχηματισμό της Πανιώνιας Ένωσης. Η πρώτη άποψη διατυπώθηκε από τον Ulrich von Wilamowitz-Moellendorff, ο οποίος θεωρεί ότι η Ένωση ιδρύθηκε περίπου το 700 π.Χ. και συνδέεται με τον Μελιακό πόλεμο. Η δεύτερη άποψη, αναφέρει για την ανασυγκρότηση της πρώιμης ιστορίας του Πανιωνίου και διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον M. Caspari, ο οποίος θεωρεί, ότι το Πανιώνιο ιδρύθηκε πολύ νωρίτερα, την περίοδο από το 900 μέχρι το 700 π.Χ.,όταν εμφανίστηκε η ανάγκη για συνένωση των ιωνικών πόλεων λόγω της ενεργού επέκτασής τους βορειοανατολικά, ενάντια στις πόλεις της Αιολίας. Τον Μελιακό πόλεμο με το Πανιώνιο συνδέει επίσης και ο Έλληνας ιστορικός Μαιάνδριος ο Μιλήσιος (3ος-2ος αι. π.Χ.). Συγκεκριμένα, όταν οι Σάμιοι, που αναφέρονται στην περιγραφή του, ως έχοντες μακροχρόνιες εδαφικές διαφορές με τους Πριηνείς, διαφορές οι οποίες αντικατοπτρίζονται σε επιγραφή της ελληνιστικής περιόδου, είχαν ως δικαστές αυτής της σύγκρουσης και διαφοράς τους Ρόδιους. Σύμφωνα με τον Μαιάνδριο, ως αποτέλεσμα του Μελιακού πόλεμου,στην Ένωση προσαρτήθηκε τμήμα γης, που πριν ανήκε στην Μελία. Την ίδια στιγμή, η Μίλητος απέκτησε την Θήβη και το Μαραθήσιο (ως αποτέλεσμα εμπορικών διαπραγματεύσεων με τη Σάμο). Η Θήβη βρίσκεται στη βόρεια όχθη του Μαίανδρου, δυτικά της Πριήνης. Το Μαραθήσιον, σύμφωνα με τον Στράβωνα, οι Σάμιοι – μετά την πτώση της Μιλήτου – το αντάλλαξαν με τους Εφεσίους με τη Νεάπολη. “εἶτα Νεάπολις͵ ἣ πρότερον μὲν ἦν Ἐφεσίων νῦν δὲ Σαμίων διαλλαξαμένων πρὸς τὸ Μαραθήσιον͵ τὸ ἐγγυτέρω πρὸς τὸ ἀπωτέρω”
Η αξιολόγηση με βάση τα ιστορικά γεγονότα
Ο αρχαιολόγος H. Lohmann αντιπαραθέτει, σε όσους πιστεύουν, ότι η προέλευση της λατρείας του Ελικώνιου Ποσειδώνα προέρχεται από την Αχαϊα, ότι η αρχαία Πριήνη τοποθετείται κοντά στον νέο οικισμό που ανέσκαψε ο ίδιος και θεωρεί, ότι ιδρύθηκε από Βοιωτούς και όχι από τους Ίωνες της Ελίκης.
Ο Παυσανίας καθορίζοντας την ακριβή θέση της περίφημης Ελίκης αναφέρει :
“ἰόντι δὲ ἐς τὸ πρόσω Σελινοῦς τε ποταμὸς καὶ ἀπωτέρω τεσσαράκοντα
Αἰγίου σταδίοις ἐπὶ θαλάσσῃ χωρίον ἐστὶν Ἑλίκη. ἐνταῦθα ᾤκητο
Ἑλίκη πόλις καὶ Ἴωσιν ἱερὸν ἁγιώτατον Ποσειδῶνος ἦν Ἑλικωνίου”
Ανάμεσα στο Αίγιο και την Ελίκη κυλούσε ο παταμός Σελινούντας.
“Την πολιτεία έχτισε ο Ίωνας και της χάρισε το όνομα της γυναίκας του, Ελίκης”
Η Ελίκη ήταν ιερή πόλη των Ιώνων της Αιγιαλείας αφιερωμένη στον Ποσειδώνα. “Όταν ήρθαν οι Αχαιοί και εκδίωξαν τους Ίωνες την έκαναν πρωτεύουσα και έδρα της Αχαϊκής βουλής. Από την Αιγιαλεία μετέφεραν τη λατρεία του Ελικώνιου Ποσειδώνα οι Ίωνες”. Ο Στράβωνας αναφέρει δε σχετικά με την Πριήνη και τους Ίωνες της Ελίκης.
“ἐν τῆι Πριηνέων χώραι συντελοῦσιν Ἴωνες τῶι Ἑλικωνίωι Ποσειδῶνι,
ἐπεὶ καὶ αὐτοὶ οἱ Πριηνεῖς ἐξ Ἑλίκης εἶναι λέγονται”
Σχετικά με τη μεταφορά του βωμού του Πανιωνίου, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι τον 4ο αι. π.Χ. βρισκόταν στην Έφεσο. Πράγματι, ο Διόδωρος γράφει για μεταφορά της λατρείας των Ιώνων εν καιρώ πολέμων σε ασφαλές μέρος κοντά στην Έφεσο και την αποτυχημένη προσπάθεια των “θεωρών” της Πανιώνιας Ένωσης να φέρουν από την Ελίκη στην Έφεσο αντίγραφο του βωμού του Ελικώνιου Ποσειδώνα.
“..Πέμψαντες δὲ θεωροὺς Πυθώδε, χρησμοὺς ἔλαβον ἀφιδρύματα
λαβεῖν ἀπὸ τῶν ἀρχαίων καὶ προγονικῶν αὐτοῖς βωμῶν ἐξ ῾Ελίκης
τῆς ἐν τῷ τότε μὲν ᾿Ιωνίας, νῦν δὲ ᾿Αχαΐας καλουμένης”
Οι θεωροί ήταν ιεροί πρέσβεις, που εκτελούσαν διάφορα θελήματα σχετικά με τη λατρεία και την προσέγγιση με τα μαντεία στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι προσκλήσεις που παρέδιδαν στους εκπροσώπους των ελληνικών πόλεων για τις κοινές εορτές, αλλά και για την τέλεση ανακωχής μεταξύ αντιμαχόμενων πόλεων. Οι σπονδές που τελούσαν οι θεωροί στους βωμούς είχαν και το χαρακτήρα των συμμαχιών, γι αυτό καλούνταν και σπονδοφόροι. Συγκεκριμένα,ο Διόδωρος δεν αναφέρει ποιους πολέμους εννοεί. Μπορούμε, ωστόσο, να υποθέσουμε, ότι αυτή η μεταφορά του λατρευτικού χώρου έλαβε χώρα μετά την Ιωνική εξέγερση του 500-494 π.Χ. κατά τη διάρκεια της οποίας έγιναν διαβουλεύσεις μεταξύ των προέδρων – προβούλων στο Πανιώνιο. Εκτός αυτού, κάποια σημαντικά γεγονότα που πρέπει εδώ να αναφέρουμε, είναι οι πλημμύρες του 373 π.Χ. που πλημμύρισαν την Ελίκη και κατέστρεψαν το ναό του Ποσειδώνα.
“..σείσαντος δὲ ἐξαίφνης τοῦ θεοῦ καὶ ὁμοῦ τῷ σεισμῷ τῆς θαλάσσης
ἀναδραμούσης, καθείλκυσεν αὔτανδρον τὸ κῦμα τὴν Ἑλίκην”
Σύμφωνα με τον Μ. Gaspari πολιτική αναταραχή στην περιοχή της Πριήνης προέκυψε κατά τη διάρκειας της διοίκησης της Ιωνίας από τον Πέρση σατράπη Στρούθα (περίπου 391-392 π.Χ.), όταν υπό τη διοίκησή του ο περσικός στρατός απέκρουσε τις επιθέσεις του στρατού των Λακεδαιμονίων για την κυριαρχία επί των ιωνικών πόλεων. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε ο Σπαρτιάτης στρατηγός Θίμβρων, αρχηγός του εκστρατευτικού σώματος. Όπως φαίνεται από αυτά τα γεγονότα,η μεταφορά του βωμού του Ελικώνιου Ποσειδώνα από τον ερημικό και απροστάτευτο χώρο της χερσονήσου της Μυκάλης, σε υπό προστασία χώρο της ισχυρής πόλης της Εφέσου, στην οποία, κατά τη διάρκεια του πελοποννησιακού πολέμου (περίπου 431-404 π.Χ.), “για καιρό ζούσαν Πέρσες πολέμαρχοι” και παράλληλα σπαρτιατικά πολεμικά αποσπάσματα πολιορκούσαν την πόλη , ήταν προσωρινή. Αυτό, βέβαια, δεν σήμαινε αλλαγή της θέσης του Πανιωνίου, καθώς μετά την εξασθένηση των συγκρούσεων, η λατρεία στον Ελικώνιο Ποσειδώνα επέστρεψε πάλι στο λόφο του Πανιωνίου, όπου αργότερα στα ελληνιστικά χρόνια βρέθηκαν εδώ πολυάριθμες επιγραφές. Το Πανιώνιο, όπως θεωρεί ο Ch. Habicht αναβίωσε από το Μέγα Αλέξανδρο (περίπου το 334 π.Χ.). Όπως είναι σαφές και προκύπτει από τις γραπτές ιστορικές πηγές, τη γραπτή αφηγηματική παράδοση, σε συνδυασμό με τα δεδομένα της επιγραφικής και της αρχαιολογίας, στις ανασκαφές στο λόφο του προφήτη Ηλία, αποδίδεται μεγαλύτερη αξία και αποδοχή, ακριβώς γιατί εναρμονίζονται με τα δεδομένα της γραπτής ιστορικής παράδοσης.
Επίλογος
Το Κοινό έπαψε να υφίσταται μετά την αποτυχημένη κατάληξη της Ιωνικής εξέγερσης. Δεν έχουμε στοιχεία επανασύστασής του, κατά το διάστημα που οι Ιωνικές πόλεις ανήκαν στη συμμαχία της Δήλου. Πιθανό είναι η γιορτή των Πανιωνίων να επέστρεψε στην Έφεσο, που αποτελούσε,όπως προαναφέρθηκε το κέντρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων των Σπαρτιατών κατά των Περσών. Γύρω στο 370 π.Χ., όταν ξεκίνησε η κατασκευή της νέας πόλης της Πριήνης και ανασυστάθηκε το παλαιό Κοινό στο Πανιώνιο, η γιορτή επέστρεψε από την Έφεσο στη Μυκάλη.
Ιωνικόν (απόσπασμα) του Κων. Καβάφη (1911)
…Ω γη της Ιωνίας, σένα αγαπούν ακόμη,
σένα η ψυχές των ενθυμούνται ακόμη…


Βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε

Ch. De Scherzer “Smyrne” Μέρος Ά – μετάφραση Ξ. Μπαλώτη / εκδ. “Ιστορητής” Αθήνα 1995
Kleiner G., Hommel P., Muller-Winer W. Panionion und Melie. Berlin, 1967
Coldsream J.N. Geometric Greece. London, 1977
Droysen J.G. “History of Hellenism”. The history of Alexander the Great: Translation from German.//Moscow: Academic Project//Kirov: Constanta, 2011
Στράβωνα, “Γεωγραφικά” εκδ. Κάκτος – μετάφραση στα Νέα ελληνικά
Θώδη Ν. Κωνσταντίνου – Μαδιά Χ. Ελένης, άρθρο “Λυκίων και Ροδίων” 2014
Βιτρούβιου, “Περί Αρχιτεκτονικής”
Hans Lohmann “Melia, das Panionion und der Kult des Poseidon Helikonios”-Neue Forschungen zu Ionien// Bonn,2005
Hans Lohmann “Ionians and Carians in the Mykale”: The Discovery of Carian Melia and the Archaic Panionion.” In G. Cifani and S. Stoddart, eds. Landscape, Ethnicity and Identity in the Archaic Mediterannean Area.Oxford: Oxbow, 2012
Hans Lohmann “The Discovery and Excavation of the Archaic Panionion in the Mycale» – Ankara, 2007
Μυλωνόπουλος Ιωάννης 2003. Πελοπόννησος “οικητήριον Ποσειδώνος” /Heiligtümer und Kulte des Poseidon auf der Peloponnes. Kernos Suppl. 13. Liège: Centre International d’Étude de la Religion Grecque Antique.
Ηροδότου “Ιστορίαι”
Ομήρου “Ιλιάδα”και “Οδύσσεια”
Kleiner G. Entdeckung und Ausgrabungen des Panionion-Neue Deutische Ausgrabungen im Mittelmeergebiet und im Vorden Orient. Berlin, 1959
Bean E. George “Aegean Turkey”. An archaeological Guide. London, 1967
Χρονικό της Πάρου
Παυσανία “Ελλάδος Περιήγησις”
Anchoring through Aetiology – Translation of ancient text By Annette Harder (University of Groningen) Proceedings of Anchoring Innovation (ΟΙΚΟΣ) in Antiquity, 17-20 December Groningen The Netherlands, 2015
Στέφανος Βυζάντιος, “Εθνικά” – Περί πόλεων υπό Abrahamus Berkelius Lugduni Batavorum
Sakellariou, M.B., La migration grecque en Ionie (Collection de l’Institut Français d’Athènes 17, Athènes 1958)
Caspari M.O. The Ionian Confederacy/Journal of Hellenic Studies (JHS). 1915
Lebedev A.V. Λόγος Ηρακλείτου-Saint Petersburg, 2014
Αρχαία Θέατρα//Επιστημονική επιμέλεια: Ροζίνα Κολώνια//Εκδόσεις «∆ιάζωμα»//Αρχαία θέατρα της Στερεάς Ελλάδας// Επιμέλεια έκδοσης: Χ. Γ. Λάζος Αθήνα, Αύγουστος 2013 – Copyright © 2013 ∆ιάζωμα Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδα //Βασίλης Αραβαντινός Επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων «Η Βοιωτία στην αρχαιότητα»
Δημητριάδου Δάφνη, «Κοινόν Ιώνων -Πανιώνιον-Εισαγωγή», 2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ.Ασία
Schachermeyr Fr. Poseidon und die Entstehung des griechischen Gotterglaubens — Munich 1951
Παπαρηγόπουλου Κων.,“Εγχειρίδιον της Γενικής Ιστορίας”//Κεφ. Αρχαίας Ιστορίας,Τμήμα Γ, Εν Αθήναις, 1849
Μουτσόπουλου Κ. Νικολάου “Τα Βούρα και το Γαίον” – Περιοδ. Τεχνικά Χρονικά Ιούλ. – Αύγ. 1956
Wilamovitz-Moellendorf U. Panionion-Sitzungsberichte der Preussishen Akademie der Wissenshaften zu Berlin. Philosophish-historische Klasse. 1906
Schironi, Francesca. 2003.Citation:‘Aristarchus and his Use of Etymology’,in Chr. Nifadopoulos (ed.), Etymologia.Studies in Ancient Etymology.Proceedings of the Cambridge Conference,Münster, September 2000,
Καλλιμάχου, “Ύμνοι”
Απολλόδωρος “Βιβλιοθήκη”
Διόδωρος Σικελιώτης “Ιστορική Βιβλιοθήκη”
Κέντρο Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος//Εθνικόν Ίδρυμα Ερευνών “Μελετήματα” αρ.20//A.D. Rizakis//Achaie I //Sources Textuelles Et Histoire Regionale//Athenes, 1995
Κοραή Αδαμάντιου – Τόμος 3ος – Χιακής αρχαιολογίας ύλη, Εν Παρισίοις 1830
Ομηρικός Ύμνος “Εις Ποσειδώνα”
Ηροδότου περί Ομήρου// Επιγραφόμενοι Μούσαι
Πινδάρου “Σωζόμενα”
Πανύασις “Ιωνικά”
Ομηρικός Ύμνος ¨Εις Απόλλωνα”
Ετυμολογικό του Μεγάλου Γραμματικού
Πλουτάρχου “Βίοι Παράλληλοι”-Λύσανδρος
Habicht Ch. Gottmenschentum und Griechische Städte-Deification and Greek Cities. 2nd ed.. München, Verlag C. H. Beck, 1970
Ulrich von Wilamowitz “Hellenistische Dichtung” (1924)
Stylianou, P.J., “Thucydides, the Panionion Festival and the Ephesia (III 104) and ”, Historia 32 (1983)
British Museum Coin – BMC- Greek (Italy), Poole, R.S. (ed.), A Catalogue of the Greek Coins in the British Museum: Italy/London c.1873
Mylonopoulos Ioannis “Von Helike nach Tainaron und von Kalaureia nach Samikon”: Amphiktyonische Heiligtumer des Poseidon auf der Peloponnes. K. Freitag-P.Funke-M.Haake (eds)/Kult – Politik – Ethnos – Munster, 23-24 November 2001
Ομηρικός Ύμνος “Εις Ερμήν”
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης “Ποιήματα 1905-1915”/ “Ιωνικόν” (1911)

Περισσότερα στη σελίδα :

https://www.academia.edu/41689903/Το_Πανιώνιον_υπό_το_φως_ιστορικών_φιλολογικών_πηγών_και_αρχαιολογικών_ερευνών

,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *