Πυθέας ο Μικρασιάτης θαλασσοπόρος εκ Μασσαλίας

Ο μέγας Πυθέας ο Μασσαλιώτης και ο δρόμος του κεχριμπαριού

του Κωνσταντίνου Ν. Θώδη, σύγχρονου ιστορικού ερευνητή της Μικράς Ασίας του Αιγαίου

Οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι – δυστυχώς και πολλοί  Νεοέλληνες – είναι συνηθισμένοι να πιστεύουν, ότι δεν υπήρχαν σπουδαιότεροι και πιο σκληροτράχηλοι ταξιδευτές-εξερευνητές από τους Πορτογάλους και τους Ισπανούς ναυτικούς που ανακάλυψαν το Νέο Κόσμο. Ωστόσο, υπήρξε μια εποχή που τα Βρετανικά Νησιά και ο ευρωπαϊκός βορράς ήταν ο Νέος Κόσμος για τον πολιτισμένο λαό της Μεσογείου. Σε εκείνη τη μακρινή εποχή, έζησε ο μεγάλος Έλληνας εξερευνητής και θαλασσοπόρος, Πυθέας, ο οποίος ανακάλυψε το Βόρειο Πόλο της γης, την πολική μέρα και την πολική νύχτα, το νησί Θούλη και άλλα πολύ περισσότερα, άγνωστα ως τότε στους Έλληνες.

Ωστόσο, λίγοι άνθρωποι τον πίστευαν. Αν κατά τον 8ο αιώνα π.Χ., σύμφωνα με τον Ησίοδο, τα μακρινά βόρεια εδάφη κατοικούνταν από ανθρώπους με κεφάλια σκύλων, τότε τέσσερις αιώνες αργότερα οι Έλληνες της εποχής αμφέβαλλαν γι αυτό και επέδειξαν σημαντική επιμονή στην εξερεύνηση μακρινών εδαφών. Ένας από αυτούς τους γενναίους εξερευνητές ήταν ο Πυθέας, ο οποίος ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι του περί το έτος 325 π.Χ. ανοίγοντας νέα εποχή στο χώρο των ανακαλύψεων. Ωστόσο, απαντώντας στην ερώτηση, σχετικά με το τι ανακάλυψε ο Πυθέας και ποιο έτος, αξίζει να τονιστεί, ότι δεν υπάρχουν απολύτως αξιόπιστα στοιχεία για την ημερομηνία του ταξιδιού του στη Δυτική Ευρώπη.

Κάποιοι ιστορικοί ισχυρίζονται, ότι ξεκίνησε το ταξίδι του ως νεαρό αγόρι ηλικίας είκοσι ετών, κάποιοι άλλοι είκοσι πέντε. Ωστόσο, σήμερα, η διαφορά των πέντε ετών δεν φαίνεται τόσο θεμελιώδης, διότι οι ανακαλύψεις του Πυθέα ήταν τόσο σημαντικές που κανείς δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί μαζί του με θάρρος και επινοητικότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Πυθέας

Οι ιστορικές πηγές για τον Πυθέα, ανεξάρτητα από το πόσο σημαντικές είναι οι ανακαλύψεις του Πυθέα, είναι τόσο έγκυρες που δεν αξίζει να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία των πληροφοριών που παρέχουν. Τα μεγαλύτερα αποσπάσματα από τα υποτιθέμενα γραπτά του Πυθέα βρίσκονται στα «Γεωγραφικά» του Στράβωνα, στην «Ιστορία» του Διόδωρου Σικελιώτη και στη «Φυσική Ιστορία» του Πλίνιου. Κρίνοντας από τις πληροφορίες που διαθέτει η σύγχρονη επιστήμη, ο Πυθέας ήταν ένας μάλλον ανήσυχος ταξιδιώτης.

Υπάρχουν αναφορές για τα ταξίδια του κατά μήκος του ποταμού Δον καθώς και ότι έφτασε στα βρετανικά νησιά και ακόμη και στην Ισλανδία, την οποία όρισε ως το νησί της Θούλης, που περιγράφεται από αυτόν στο έργο του “Περί του ωκεανού”. Ωστόσο, δεν είναι όλοι οι σύγχρονοι ερευνητές έτοιμοι να συμφωνήσουν και να εξετάσουν εκείνα τα νησιά που ο Πυθέας ανακάλυψε στην Ισλανδία.Κανείς όμως δεν αμφέβαλε ποτέ, ότι ο Πυθέας ήταν ο πρώτος ναυτικός από τη Μεσόγειο, από τη Μασσαλία, που έφτασε στα Βρετανικά Νησιά.

Οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, ευρισκόμενες υπό την εξουσία των Λυδών, δεν δυσανασχετούσαν πολύ γι αυτή την απειλή. Ιδιαίτερα οι Φωκαείς φαίνεται γενικά ότι είχαν πολύ καλή σχέση με το βασιλιά. Η ειρήνη το 585 π.Χ. απέτρεψε την απειλή της Μηδικής εισβολής, γεγονός που χρονολογεί την αποστολή των Φωκαέων μεταξύ 614 και 585 π.Χ.

Ο Ιουστίνος γράφει, ότι οι Φωκαείς κατάφεραν να φτάσουν στις πιο απομακρυσμένες ακτές του ωκεανού και μετά έφτασαν στο Γαλλικό κόλπο στις όχθες του Ροδανού και μετά από αυτόν έπλευσαν σε γοητευτικούς τόπους ιδρύοντας τη Μασσαλία. Υπάρχει κάθε λόγος να πιστεύουμε, ότι πρόκειται γι αυτή την αποστολή των Φωκαέων που μας αναφέρει ο Ηρόδοτος. Η Μασσαλία ιδρύθηκε γύρω στο 600 π.Χ. ή λίγο αργότερα.

Κατά συνέπεια το πρώτο ταξίδι των Φωκαέων στην Ταρτησσό πρέπει να αποδοθεί στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. Η απόδειξη της αυθεντικότητας της ιστορίας του Ηροδότου είναι η ανακάλυψη από τους αρχαιολόγους του τείχους της αρχαίας πόλης της Φώκαιας, που χρονολογείται κοντά σ’ αυτή την περίοδο, δηλαδή τέλη του 7ου αι. με αρχές του 6ου αι. π.Χ. 

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Άρπαγος γόνος Μήδων, διορισμένος από τον Κύρο στη θέση του στρατιωτικού διοικητή, ήρθε στην Ιωνία και άρχισε να στήνει ανάχωμα γύρω από τα τείχη πολιορκώντας την πόλη της Φώκαιας. Οι κάτοικοί της ήταν οι πρώτοι, σύμφωνα πάλι με τον Ηρόδοτο, που πραγματοποίησαν υπερπόντια ταξίδια.

Και συνεχίζει ο Ηρόδοτος : «Στην Ταρτησσό οι Φωκαείς συνήψαν φιλία με το βασιλιά Αργανθώνιο. Αυτός στάθηκε στο πλευρό τους, προτείνοντάς τους να εγκαταλείψουν την Ιωνία και να εγκατασταθούν στη χώρα του. Κι όταν στη συνέχεια οι Φωκαείς δεν συμφώνησαν, ο βασιλιάς ακούγοντας για την ενίσχυση του βασιλιά των Μήδων, τους έδωσε χρήματα να αναγείρουν τείχη στην πόλη τους».

Ο Άρπαγος όταν έφερε το στρατό του κι άρχισε την πολιορκία της Φώκαιας, έστειλε μήνυμα στους κατοίκους, ότι θα είναι ικανοποιημένος αν οι Φωκαείς γκρεμίσουν ένα μέρος των τειχών και αφιερώσουν σε ένδειξη υπακοής στο βασιλιά μια οικία της πόλης. Οι Φωκαείς που μισούσαν τη δουλεία, ανήγγειλαν ότι ζητούν μια μέρα για να συσκεφθούν και μετά θα απαντήσουν, ενώ παράλληλα ζήτησαν από τον Άρπαγο να απομακρύνει το στράτευμά του από τα τείχη κατά τη σύσκεψη.

Ο Άρπαγος τους είπε ότι κατανοεί το σχέδιό τους, αλλά παρ’ όλ’ αυτά τους δίνει χρόνο να το σκεφθούν. Ωστόσο, όταν ο Άρπαγος αποσύρθηκε από την πόλη, οι Φωκαείς κατέβασαν τις πεντηκοντόρους στη θάλασσα, φόρτωσαν τα υπάρχοντά τους μαζί με τα γυναικόπαιδα καθώς και τις εικόνες των θεών μαζί με τα αναθηματικά δώρα των ναών, εκτός από τα μαρμάρινα και τα μπρούντζινα αγάλματα και τις τοιχογραφίες.

Στη συνέχεια ρίχνοντας στη θάλασσα κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο τους, μπήκαν στα πλοία και απέπλευσαν προς τη Χίο. Η Φώκαια, βέβαια, με όσους απέμειναν κυριεύθηκε. Στη Χίο, οι Φωκαείς ζήτησαν να αγοράσουν τις Οινούσσες για να εγκατασταθούν. Οι Χιώτες όμως αρνήθηκαν για εμπορικούς λόγους, κυρίως ανταγωνιστικούς, με αποτέλεσμα οι Φωκαείς να αναχωρήσουν με τα πλοία τους για τη Δύση. Ο πρώτος σταθμός τους ήταν η Κύρνος (Κορσική). Από εκεί οι Φωκαείς συνέχισαν το ταξίδι τους προς τις ακτές της νότιας Γαλλίας και της βορειοανατολικής Ισπανίας σε περιοχές, που όπως φάνηκε στη συνέχεια, ήταν γνώριμες προς αυτούς.

Γράφει, ο πατέρας της Ιστορίας, ο Ηρόδοτος : «όσο για τα πέρατα της Ευρώπης προς τα δυτικά, δεν είμαι σε θέση να μιλήσω με ακρίβεια· εγώ, πάντως, δεν παραδέχομαι ότι υπάρχει κανένας ποταμός που οι βάρβαροι τον λένε Ηριδανό, που χύνεται στη θάλασσα προς τον βορινό άνεμο κι απ᾽ όπου λέγεται ότι έρχεται το κεχριμπάρι, ούτε ξέρω να υπάρχουν τίποτα νησιά Κασσιτερίδες, απ᾽ όπου μας έρχεται ο κασσίτερος. 

Πρώτα-πρώτα, ο Ηριδανός το μαρτυρεί από μόνος του, ότι το όνομά του είναι ελληνικό κι όχι βαρβαρικό, δημιούργημα κάποιου ποιητή· έπειτα, ερεύνησα το θέμα, και από κανέναν αυτόπτη μάρτυρα δεν μπόρεσα να πληροφορηθώ, ότι πέρα από την Ευρώπη υπάρχει θάλασσα. Πάντως, ο κασσίτερος και το κεχριμπάρι μας έρχονται από τα πέρατα του κόσμου..».

Ένας μύθος αναφέρει, ότι ο αδερφός των Ηλιάδων, ο Φαέθων, πέθανε στην προσπάθειά του να οδηγήσει την άμαξα του πατέρα του στον ουρανό. Οι Ηλιάδες δεν άντεξαν το χαμό του αδερφού τους και θρηνούσαν για αυτόν με τόσο πόνο, ώστε οι θεοί τις μεταμόρφωσαν σε λεύκες και τα δάκρυά τους σε κεχριμπάρι. Ο θρήνος τους συνεχίστηκε στους αιώνες, ενώ τα δάκρυα τους έτρεχαν αδιάκοπα «χτίζοντας» χρυσό κεχριμπάρι.

Τα κεχριμπαρένια δάκρυά τους σκλήρυναν με το χρόνο και από τον ήλιο και ο μύθος συνεχίζει και αναφέρει, ότι έφτασαν μέχρι τον Ηριδανό ποταμό, που έρεε προς τη Βόρεια Θάλασσα -τα πέρατα του κόσμου – και έτσι έφτασε το κεχριμπάρι στους τόπους, από τους οποίους γνωρίζουμε, ότι προέρχεται. Στο μύθο βασίστηκε και ο Κ. Π. Καβάφης γράφοντας το ποίημα «Τα Δάκρυα των Αδελφών του Φαέθοντος».

Γράφει, ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, στο 4ο βιβλίο του στα “Αργοναυτικά”:

«..ἀμφὶ δὲ κοῦραι
Ἡλιάδες ταναῇσιν ἐελμέναι αἰγείροισιν,
μύρονται κινυρὸν μέλεαι γόον· ἐκ δὲ φαεινὰς

ἠλέκτρου λιβάδας βλεφάρων προχέουσιν ἔραζε,
αἱ μέν τ’ ἠελίῳ ψαμάθοις ἔπι τερσαίνονται·
εὖτ’ ἂν δὲ κλύζῃσι κελαινῆς ὕδατα λίμνης
ἠιόνας πνοιῇ πολυηχέος ἐξ ἀνέμοιο,
δὴ τότ’ ἐς Ἠριδανὸν προκυλίνδεται ἀθρόα πάντα
κυμαίνοντι ῥόῳ».

«Οι Κόρες του Ήλιου (Ηλιάδες), στέκονταν γύρω από τις ευθύκορμες λεύκες. Από τα μάταια τους χύνονταν συνεχώς δάκρυα.  Οι  κεχριμπαρένιες λαμπερές σταγόνες  έπεφταν από τις βλεφαρίδες τους στο έδαφος. Μερικές από αυτές τις σταγόνες στέγνωναν στην άμμο κάτω από τον ήλιο. Αλλά μόλις οι ακτές άρχισαν να βυθίζονται κάτω από την παλίρροια, τα σκοτεινά κύματα της λίμνης, που οδηγούνταν από το φύσημα του ανέμου,παρέσυραν αμέσως άλλες σταγόνες που κυλούσαν στον Ηριδανό μαζί με τα ρεύματα του νερού».

Ο Πυθέας ήταν ντόπιος κάτοικος της ελληνικής αποικίας των Φωκαέων, της Μασσαλίας, ενός σημαντικού εμπορικού και στρατηγικού κέντρου, που βρισκόταν κοντά στο στόμιο του ποταμού Ροδανού, κατά μήκος του οποίου περνούσε ένας από τους βραχίονες του δρόμου του κεχριμπαριού. Σύμφωνα με το μύθο, κατά μήκος του Ροδανού, οι Αργοναύτες κατέπλευσαν στη Μεσόγειο θάλασσα επιστρέφοντας από την Κολχίδα.

Όπως έγραψε ο Στράβων, «η Μασσαλία ιδρύθηκε από τους Φωκαείς και βρισκόταν σε μια βραχώδη περιοχή. Το λιμάνι της τοποθετούνταν στους πρόποδες ενός βράχου, ο οποίος είχε το σχήμα ενός θεάτρου και έβλεπε προς το νότο. Ολόκληρη η πόλη, αν και είχε σημαντική έκταση, ήταν καλά οχυρωμένη… Η πόλη,κατελάμβανε μια περιοχή που, αν και ήταν κατάφυτη με ελαιόδεντρα και αμπελώνες, ήταν πολύ φτωχή σε ψωμί (σιτοβολώνες) λόγω της ανώμαλης επιφάνειάς του εδάφους της.

Ως εκ τούτου, οι Μασσαλιώτες, εμπιστευόμενοι τη θάλασσα περισσότερο από την ξηρά, προτιμούσαν και χρησιμοποιούσαν το έμφυτο ταλέντο των Ελλήνων και την αγάπη τους για το θαλάσσιο στοιχείο για πλοήγηση. Στη συνέχεια, η ανδρεία και η τόλμη τους, τους επέτρεψε να κατακτήσουν αρκετές πεδιάδες στην περιοχή χάρη στην ίδια εκείνη στρατιωτική δύναμη με την οποία ίδρυσαν τις πόλεις τους, δηλαδή τις οχυρωμένες πόλεις που ίδρυσαν αρχικά στην Ιβηρία εναντίον των Ιβήρων ιθαγενών».

«Ο Πυθέας δεν ήταν απλώς ένας εξερευνητής, αλλά και ένας αληθινός επιστήμονας. Το πιο αξιοσημείωτο επίτευγμά του ήταν η εξήγηση του φαινομένου της παλίρροιας, ενός φαινομένου σχεδόν άγνωστου σε αυτούς που ζούσαν εκείνη την εποχή γύρω από τη Μεσόγειο, όπου δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου παλίρροιες. Ο Πυθέας απέδωσε την παλίρροια σε μια έλξη που προερχόταν από τη Σελήνη, μια άποψη που ενίσχυσε την εικόνα του ως φαντασιόπληκτου ατόμου. Ο κόσμος όμως έπρεπε να περιμένει μέχρι να κυκλοφορήσει το έργο «Αρχές του Ισαάκ Νιούτον» (1687) όπου δινόταν η απόδειξη πως, ως προς το συγκεκριμένο θέμα τουλάχιστον, ο Πυθέας είχε απόλυτο δίκιο».

Ο Πυθέας, κρίνοντας, δυστυχώς, από αποσπασματικές πληροφορίες γι’ αυτόν, που διασώθηκαν στα έργα των μεταγενέστερων αρχαίων συγγραφέων, ήταν ένας εξαιρετικός αστρονόμος και γεωγράφος. Ήταν ο πρώτος που επεσήμανε την επίδραση της Σελήνης στις παλίρροιες. “Ο Πυθέας της Μασσαλίας ισχυρίστηκε, ότι η παλίρροια της θάλασσας προκαλείται από την επερχόμενη άμπωτη συνεπεία της πτώσης της Σελήνης”. (Φλάβιος Αέτιος 390-454 μ.Χ.)

Η παλίρροια, είναι ένα φαινόμενο,το οποίο, είτε διεγείρει την άνοδο του νερού της θάλασσας, είτε την πτώση του. Κατά την εμφάνιση της παλίρροιας έχουμε ως επακόλουθα την πλημμυρίδα και την άμπωτη.Κατά την πλημμυρίδα ως αποτέλεσμα της παλίρροιας, το νερό “φουσκώνει”, έχουμε δηλαδή άνοδο της στάθμης του νερού της θάλασσας. Κατά την άμπωτη, το νερό “ξεφουσκώνει”, έχουμε δηλαδή πτώση της στάθμης του νερού της θάλασσας, η οποία καλύπτει μικρότερη επιφάνεια στεριάς.  Η μοναδική αιτία, που είναι υπεύθυνη για την παλίρροια, είναι η συνεχόμενη μεταβολή των θέσεων του ήλιου και της σελήνης, βάσει ενός σημείου αναφοράς πάνω στη γη.

Ο Πυθέας έκανε παρατηρήσεις κατά τη διάρκεια των εξερευνήσεών του σχετικά και με τα αστέρια. Σύμφωνα με τον Ίππαρχο, ο Πυθέας αναφέρει ότι «δεν υπάρχουν αστέρια στον ουράνιο πόλο, ο τόπος αυτός είναι άδειος και κοντά σ’αυτόν υπάρχουν τρία αστέρια, με τα οποία ο πόλος σχηματίζει ένα σχεδόν κανονικό τετράπλευρο!» (Ίππαρχος)

Τα γεωγραφικά έργα του Πυθέα χρησιμοποιήθηκαν και από τον διάσημο Αλεξανδρινό επιστήμονα-γεωγράφο, Ερατοσθένη. “ο Ερατοσθένης καθορίζει το πλάτος της κατοικημένης γης από τον Βορυσθένη (Δνείπερος). Υπάρχουν ακόμα περίπου 10.500 στάδια στον παράλληλο κύκλο που διέρχεται από την Θούλη (πιθανόν η Νορβηγία), η οποία, σύμφωνα με τον Πυθέα, απέχει έξι ημέρες απόπλου από τη Βρετανία προς βορράν  και πλησίον της Αρκτικής Θάλασσας.  Όσο για τις Ετυμίες [Εστριμνίδες] και τις τοποθεσίες που βρίσκονται στην άλλη πλευρά του Ρήνου προς τη Σκυθία [Γερμανία], κατά τον Στράβωνα, “όλες οι πληροφορίες του Πυθέα είναι ψευδείς”.     

Όμως, ο Πυθέας, έγινε πιο διάσημος για το ταξίδι το οποίο έκανε στις βόρειες χώρες τον 4ο αιώνα π.Χ. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει προηγούμενα, ήταν αρκετά προβληματικό για τους Έλληνες να διεισδύσουν δια θαλάσσης στα βόρεια όρια της Οικουμένης, λόγω της γεωστρατηγικής αντιπολίτευσης των Καρχηδονίων. Η χερσαία διαδρομή δεν ήταν λιγότερο επικίνδυνη, γιατί πέρα από τη στενή λωρίδα της ακτής που βρισκόταν στην κατοχή των Μασσαλιωτών, υπήρχε ο κόσμος των Κελτικών φυλών – ένας μεγάλος λαός του οποίου η υλική και πνευματική κουλτούρα δεν ήταν κατώτερη από την ελληνική, η οποία στη συνέχεια προκαθόρισε και τη συγχώνευσή τους.

Μετά τον περίπλου της Ισπανίας, ο Πυθέας έπλευσε σε ένα κελτικό λιμάνι στην ακτή της σύγχρονης Βρετάνης. Στη συνέχεια, στο δρόμο του βρέθηκαν τα Βρετανικά Νησιά. Η Βρετανία εκτεινόταν κατά μήκος της Κελτικής, είχε περίπου το ίδιο μήκος με αυτήν – όχι περισσότερο από 5000 στάδια – και περιοριζόταν στα αντίθετα άκρα της Κελτικής.

Ο Πυθέας αναφέρει και επιβεβαιώνει, ότι «βόρεια της Βρετανίας το ύψος της θαλάσσιας παλίρροιας είναι 80 ρωμαϊκοί πήχεις» (Πλίνιος).     

«Σε αυτή τη θάλασσα υπάρχουν πολύ μεγάλα νησιά που ονομάζονται Βρετανικά, η Αλβιώνα και η Ιέρνη. Είναι δε μεγαλύτερα από αυτά που ονομάσαμε στην άλλη πλευρά της Κελτικής χώρας… Υπάρχουν πολλά μικρά νησιά γύρω από τη Βρετανία και την Ιέρνη, που περιβάλλουν αυτό το τμήμα της γης με ένα στέμμα». (Ψευδο-Αριστοτέλης)

Προφανώς, ο Πυθέας ήταν ο πρώτος εκπρόσωπος του αρχαίου κόσμου, ο οποίος, πολύ πριν από τον Καίσαρα, όχι μόνο έφτασε στη Βρετανία, αλλά και έπλευσε γύρω της σε έναν κύκλο. Όπως έγραψε ο Διόδωρος Σικελιώτης, πιθανώς σύμφωνα με τα στοιχεία που μετέφερε στους Έλληνες ο Πυθέας, “οι κάτοικοι της Βρετανίας, που ζούσαν κοντά στο Ακρωτήριο Βαλέριον [σημερινό Land’s End], ήταν πολύ φιλόξενοι και μέσω των συναλλαγών τους με τους ξένους εμπόρους, έγιναν πιο πολιτισμένοι.

Εξόρυσσαν κασσίτερο με την επιδέξια τήξη του από το μετάλλευμα. Από κασσίτερο κατασκεύαζαν πλινθώματα με τη μορφή κύβων και τα έστελναν στο κοντινό νησί Ίκτις [όρος του Αγίου Μιχαήλ στην Κορνουάλη, νοτιοδυτική Αγγλία]. Όταν η αμμουδιά εκτίθεται κατά την άμπωτη, μεταφέρουν μια μεγάλη ποσότητα κασσίτερου εκεί σε καροτσάκια… Εκεί, οι έμποροι αγοράζουν κασσίτερο από τους κατοίκους και το στέλνουν στη Γαλατία. Τέλος, ο κασσίτερος μεταφέρεται χερσαία με τα άλογα σε πακέτα μέσω της Γαλατίας και μετά από 30 ημέρες φτάνει στο στόμιο του Ροδανού”. (Διόδωρος Σικελιώτης).

Από τις ακτές της ομιχλώδους Αλβιώνας, ο Πυθέας έκανε ίσως το πιο μυστηριώδες ταξίδι στην ιστορία της αρχαίας ναυσιπλοΐας. Τουλάχιστον, οι συνέπειές του ταξιδιού αυτού, άφησαν ένα βαθύ σημάδι στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, παίρνοντας, με την πάροδο του χρόνου, εντελώς απροσδόκητες μορφές. Κατά την επιστροφή του δε, από αυτά τα μέρη, επισκέφθηκε ολόκληρη την ακτογραμμή της Ευρώπης από τα Γάδειρα μέχρι την Ταναΐδα.

Περαιτέρω, ο Πυθέας της Μασσαλίας λέει, ότι η Θούλη, το βορειότερο από τα Βρετανικά νησιά, είναι η πιο απομακρυσμένη χώρα και εκεί το καλοκαιρινό τροπικό είναι το ίδιο με τον Αρκτικό Κύκλο. Στην έρευνά μου, δεν έχω βρει τίποτα για το θέμα αυτό σε άλλους συγγραφείς. Ούτε, ότι υπάρχει κάποιο νησί με την ονομασία Θούλη, ούτε ότι η γη αυτή κατοικείτο μέχρι τότε, και συγκεκριμένα εκεί,όπου το καλοκαιρινό τροπικό είναι το ίδιο με τον Αρκτικό Κύκλο.
Ο Πυθέας έφτασε στις ακτές της Νορβηγίας και ο πάγος τον εμπόδισε να μετακινηθεί βόρεια.


Μετά την πλεύση στις μυστηριώδεις ακτές της Θούλης, ο Πυθέας τελικά κατευθύνθηκε προς τα μέρη όπου εξορύσσεται το κεχριμπάρι – προφανώς, οι μυστηριώδεις Θουλιανοί δεν μπορούσαν να προσφέρουν τίποτα, τουλάχιστον κάτι κατάλληλο για εξαγωγή στους Έλληνες).
Όπως γνωρίζουμε, “η γνώση είναι δύναμη”, επομένως, η εκπαίδευση και οι δεξιότητες βοήθησαν τον Πυθέα όχι μόνο να κάνει ένα επικίνδυνο ταξίδι στα όρια της Οικουμένης, αλλά και να επιστρέψει από εκεί σώος και αβλαβής. Περιέγραψε τις περιπέτειές του, δυστυχώς, στο βιβλίο του “Για τον ωκεανό” που δεν διασώθηκε ως την εποχή μας. Η μνήμη των ανακαλύψεών του έχει προχωρήσει πάρα πολύ, ώστε να μην μπορεί να αποσιωπηθεί από τον Στράβωνα και τον Πολύβιο.

Έτσι από τις συνεχείς κατηγορίες με τα ψεύδη από αυτούς γι αυτόν, φτάσαμε στην καθολική αναγνώρισή του, αν και χιλιάδες χρόνια αργότερα, όταν ο ίδιος ο Σερ Τσώρτσιλ θυμήθηκε τον γενναίο Μασσαλιώτη με ευγενικές λέξεις. Εξάλλου, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να θαυμάσει τα επιτεύγματα των αρχαίων ναυτικών με τα εύθραυστα και ευάλωτα σκάφη τους που όμως επέκτειναν τα όρια του πάλαι ποτέ γνωστού κόσμου.

Από τους Έλληνες, μόνο οι Φωκαείς ανέπτυξαν στενότερες επαφές με την Ισπανία και την Γαλικία. Η Φώκαια ήταν η πιο βόρεια πόλη της Ιωνίας στα σύνορα με την Αιολία. Το έδαφός της ήταν πολύ περιορισμένο. Η στενότητα του χώρου ανάγκασε τους κατοίκους της να στραφούν στην αλιεία και το εμπόριο, χωρίς να περιφρονούν και την πειρατία. Ο Ηρόδοτος αναφέρει, ότι οι Φωκαείς ήταν οι πρώτοι από τους Έλληνες που εκτέλεσαν υπερπόντιες διαδρομές. Αυτό δεν είναι απόλυτα παραδεκτό, αλλά μάλλον αντανακλά την εμπειρία των Φωκαέων στα μακρινά ταξίδια.

Κατά τη μελέτη της αρχαιότητας στο πέρασμα πολλών αιώνων, οι περισσότεροι συγγραφείς θεωρούσαν, ότι η γεωγραφική γνώση των αρχαίων Ελλήνων της ομηρικής εποχής δεν επεκτάθηκε προς τα δυτικά πέραν της νήσου Κέρκυρας ή σε ακραίες περιπτώσεις, μέχρι τη Σικελία. Μια τέτοια άποψη, απίθανη από μόνη της, μπορεί τώρα να ονομαστεί με βεβαιότητα ως προκατάληψη. Χάρη στην έρευνα για τους προϊστορικούς χρόνους, τέτοιες παρανοήσεις έχουν ήδη εγκαταληφθεί.

Τώρα αποδεικνύεται, ότι ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή (1650-1200 π.Χ.) δηλαδή, για πολλούς αιώνες πριν από τον Όμηρο, οι Έλληνες όχι μόνο καθιέρωσαν “ισχυρούς” πολιτιστικούς και εμπορικούς δεσμούς με τη Σικελία, αλλά και διατηρούσαν σχέσεις με τη Δυτική Ιταλία8  και τη Σαρδηνία. Επιπλέον, η επιρροή του μυκηναϊκού πολιτισμού μπορεί να εντοπιστεί από τις ανασκαφές και στη σύγχρονη Πορτογαλία.

Είναι πιθανό, ωστόσο, ότι στους αρχαιότερους αιώνες, οι ίδιοι οι Έλληνες, δεν είχαν ακόμη αποπλεύσει στο δυτικό τμήμα της Μεσογείου. Οι Έλληνες, προφανώς, διαπραγματεύονταν με τις χώρες της δυτικής Μεσογείου για μεγάλο χρονικό διάστημα μέσω της διαμεσολάβησης των Μινωιτών ή των Φοινίκων. Η κατάσταση άλλαξε άρδην, μόνο μετά από ένα αξιοσημείωτο γεγονός που συνέβη τον 7ο αιώνα π.Χ.

Παρατεταμένοι ανατολικοί θυελλώδεις άνεμοι μετέφεραν στον ωκεανό το πλοίο του Κωλαίου, εμπόρου από τη Σάμο, μέσω του στενού του Γιβραλτάρ.Χάρη σε αυτό το ατύχημα, ο Κωλαίος έγινε ο ιδρυτής των σημαντικότερων εμπορικών σχέσεων των Ελλήνων με τους Ταρτησσίους, στη γη των οποίων τα μέταλλα ήταν άφθονα. Πριν τον Κωλαίο, οι Έλληνες διαπραγματεύονταν μέσω των Γαδείρων, χρησιμοποιώντας τη διαμεσολάβηση των Φοινίκων.

Ωστόσο, είναι γνωστό ότι εκείνη την εποχή η Καρχηδόνα εμπόδιζε το Στενό του Γιβραλτάρ και ήταν αδύνατο για πλοία που δεν ανήκαν στη φοινικική δύναμη να περάσουν από αυτό. Αυτή η κατάσταση θέτει πολλά ερωτήματα στους ερευνητές. Πώς όμως ο μεγάλος πλοηγός πραγματοποίησε το επικίνδυνο ταξίδι του; Κάποιοι πιστεύουν ότι ανέβηκε στα βόρεια της Ευρώπης, μπαίνοντας στο στόμιο του Λίγηρα.

Άλλοι πίστευαν, ότι κινείτο τη νύχτα κοντά στην ακτή. Ωστόσο, υπάρχει μια εναλλακτική θεωρία σύμφωνα με την οποία οι αρχαίοι Έλληνες που ζούσαν στις δυτικές αποικίες ήταν φιλικοί με τους Καρχηδόνιους, γεγονός που απλοποίησε σε μεγάλο βαθμό το ταξίδι, αν και σε καμία περίπτωση δεν υποτίμησε τα αποτελέσματά του. Ωστόσο, μια προσεκτική ανάλυση τέτοιων πηγών όπως τα γραπτά του Στράβωνα και του Ερατοσθένη δείχνει ότι ο Πυθέας ανακάλυψε όχι μόνο τα βρετανικά νησιά στη γεωγραφία αλλά και τη δυτική ακτή της σύγχρονης Πορτογαλίας, στην οποία έφτασε μέσω του Στενού του Γιβραλτάρ.

Βόρεια της Ευρώπης στις αρχαιότερες πόλεις της ελληνικής οικουμένης, οι αρχαιολόγοι ανακαλύπτουν κεχριμπαρένια προϊόντα. Ο προσοχή των εξερευνητών σε αυτή την πέτρα, έδειχνε την υψηλή αξία και τη σπανιότητά της. Για τον ευρωπαϊκό βορρά, αυτή η πέτρα σαφώς δεν θεωρείτο σπάνια, ενώ τα τεράστια αποθέματά της βρίσκονταν στις νότιες ακτές της Βαλτικής Θάλασσας, στην επικράτεια των σύγχρονων χωρών της Βαλτικής. Εκτός από το γεγονός, ότι ο Πυθέας άνοιξε το δρόμο προς τα βόρεια της Ευρώπης, ανακάλυψε επίσης για τους Έλληνες μια σημαντική πηγή ενός τόσο πολύτιμου υλικού για τους τεχνίτες, όπως το κεχριμπάρι. Ωστόσο, η επικοινωνία μεταξύ απομακρυσμένων περιοχών και ελληνικών πόλεων περιπλέκετο από τους τακτικούς πολέμους με τους Φοίνικες.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η περιέργεια του Πυθέα έπαιξε σημαντικό ρόλο στο ταξίδι στις μακρινές ακτές. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάποιος έπρεπε να υποστηρίξει ένα τόσο επικίνδυνο και ακριβό ταξίδι. Δηλαδή, ο ταξιδευτής Πυθέας, ο οποίος ανακάλυψε αποθέματα κασσίτερου και κεχριμπαριού για τους Έλληνες, ενήργησε προς το συμφέρον των χορηγών του. Δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν τα ονόματα αυτών των χορηγών. Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Μασσαλία, από όπου ήταν ο Πυθέας, κυβερνείτο από ολιγάρχες εκείνη την εποχή. Το πιθανότερο είναι, ότι μεγαλέμποροι χρηματοδότησαν το ταξίδι του Πυθέα για δικό τους όφελος.


Παρά το γεγονός ότι οι αρχαίοι συγγραφείς έχουν ήδη προσπαθήσει να κατηγορήσουν τον Πυθέα ότι τα δεδομένα για το τι και σε ποια χρονολογία ανακάλυψε, δεν είναι απολύτως αξιόπιστα. Εξακολουθεί να θεωρείται ο πρώτος εκπρόσωπος του αρχαίου κόσμου, που όχι μόνο κατέδειξε τις ακτές των Βρετανικών Νήσων, αλλά και περιηγήθηκε γύρω τους σε έναν κύκλο. Από τις κελτικές ακτές, ο Μασσαλιώτης πήγε πιο βόρεια, όπου συνάντησε το μυθικό νησί Θούλη. Για πολλούς αιώνες, οι επιστήμονες αναρωτιούνται πού ακριβώς έφτασε ο Πυθέας.

Κάποιος ισχυρίζεται ότι ήταν η Ισλανδία, κάποιος άλλος, θεωρώντας τον εαυτό του ρεαλιστή, επισημαίνει τη Νορβηγία. Ωστόσο, και οι δύο δεν αμφιβάλλουν για την ειλικρίνεια της περιγραφής των βόρειων περιοχών της Ευρώπης, τις οποίες κανείς δεν είχε επισκεφθεί πριν από τον Πυθέα. Φυσικά, αυτό το γεγονός δεν πέρασε για τον ελληνικό πολιτισμό χωρίς αποτύπωμα.

Πρώτα απ’ όλα, οι Έλληνες επέκτειναν σημαντικά τους ορίζοντές τους, εμπλούτισαν τις γνώσεις τους για τον κόσμο γύρω τους και συνειδητοποίησαν ότι υπάρχουν και πολλά μυστηριώδη και άγνωστα έξω από τον κόσμο που γνώριζαν, άξια προσοχής και μελέτης. Επιπλέον, αυτή η πλοκή χρησίμευσε ως βάση για τα λογοτεχνικά έργα και τους θρύλους που επηρέασαν την περαιτέρω ανάπτυξη της λογοτεχνικής παράδοσης, όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και ολόκληρου του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

www.ktdrus.gr

Facebook Comments Box
,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

7  +    =  15