Πατρίδα μου είναι το Προκόπι, κλαίει η καρδιά μου κι αναστενάζει

Η πατρίδα μου είναι το Προκόπι. βρίσκεται στην καρδιά της Μ. Ασίας ακτινοβολεί μέσα απ’ όλο τον κόσμο. Απαράμιλη η ομορφιά του, με τα σπίτια σκαλισμένα μέσα στους βράχους. Ο Άγιος Προκόπιος του έδωσε το όνομά του, παλαιότερα από τους προβυζαντινούς χρόνους το ονόμαζαν Οσιάνα. Λεγόταν έτσι γιατί θεωρούσαν ότι ήταν η πόλη των Οσίων…

Οι Τούρκοι δεν μπορούν να το προφέρουν και το ονομάζουν Ουργκιούπ. Ζούσαμε όλοι μαζί αγαπημένοι. Σαν τώρα θυμάμαι τον ζενκίν Λάζαρο που ήταν όμορφος κι εργατικός, άλλωστε όλοι οι Προκοπιανοί έτσι ήταν, αγαπούσαν τα γράμματα κι ήταν εξαιρετικοί οικογενειάρχες.

Αμά και οι γυναίκες, ήταν άφθαστες νοικοκυρές, οικονόμες κι εργατικές. Υπάκουες στον άντρα τους και στα πεθερικά τους. Υποδειγματικές μητέρες κι αξιοζήλευτες Χριστιανές. Έλεγαν, ότι ήταν οι ωραιότερες γυναίκες της κοιλάδας των Βασιλειτών.

Το χωριό τότες είχε τέσσερις μεγάλες εκκλησίες. Ο Αη Γιώργης, ήταν μέσα σε βράχο στον τούρκικο μαχαλά, κοντά στο τσαρσί και κοντά στο σπίτι του ίππαρχου που κρατούσε σκλάβο τον Όσιό μας. Σπουδαία εκκλησία, φτάνει να σκεφτεί κανείς ότι εκεί εκκλησιαζόταν και κοινωνούσε ο ‘Οσιος.

Υπήρχε κι άλλος Αη Γιώργης στο Τένκετζιτ μαχαλά. Την έχτισαν από φόβο γιατί η άλλη εκκλησία του Αη Γιώργη ήταν ετοιμόρροπη. Μετά ήταν ο Άγιος Βασίλειος, που ήταν στο κέντρο της πόλης και σε σημείο που έβλεπε όλους τους μαχαλάδες. Πιό σπουδαία απ’ όλες όμως ήταν του Αη Γιάννη μας. Βοήθησαν όλοι οι Προκοπιανοί για να χτισθεί. Πρόσφεραν από το υστέρημά τους με μεγάλη προθυμία. Τα κοράσια πρόσφεραν τα χρυσά τους κοσμήματα, τα παληκάρια τα μεροκάματά τους κι όλοι μαζί την προσωπική τους εργασία. Θυμάμαι που όλοι στέκονταν στη σειρά κι από χέρι σε χέρι έδιναν τα υλικά στους μαστόρους για να δουλέψουν. Ακόμα και οι ηλικιωμένες πρόσφεραν…. μαγείρευαν πιλάφι στα καζάνια για τους φιλότιμους εργάτες.

Το χωριό μας ήταν μεικτό. Όταν εγκαταστάθηκαν οι Τούρκοι με τον αγά, τον χότζα, τον κατή, έθεσαν το δίλλημα στους Προκοπιανούς να διαλέξουν τι προτιμούν… να κρατήσουν την γλώσσα ή την θρησκεία τους? Οι παπούδες μας, βαθιά ευσεβείς και θρησκευόμενοι και νοιώθωντας στους ώμους την βαριά κληρονομιά τόσων Αγίων ανδρών που ανέδειξε η περιοχή, αποφάσισαν χωρίς ενδοιασμούς να κρατήσουν την θρησκεία τους.

Έτσι μιλούσαμε Τούρκικα και σ΄αυτή ήταν γραμμένα τα μαθήματα του σχολείου, οι βίοι των Αγίων και η θεία λειτουργία, εκτός από το Ευαγγέλιο που ήταν γραμμένο στην Καραμανλίδικη. Δηλαδή ήταν γραμμένο με Ελληνικά γράμματα αλλά στη Τούρκικη γλώσσα. Οι Τούρκοι εμάς τους Καππαδόκες μας λένε Καραμανλήδες από το καρά ιμάν που σημαίνει μαύρη πίστη, γιατί κι αν αλλάξαμε την γλώσσα μας γιατί μας την κόβανε, δεν αλλάξαμε την πίστη μας.

Σε άλλες περιοχές πάλι ανάγκαζαν τους χριστιανούς να αλλαξουν με την βία την πίστη τους. Αυτοί όμως ποτέ δεν έπαψαν να τελούν τα χριστιανικά θρησκευτικά τους καθήκοντα. Έτσι την ημέρα προσποιούνταν τους Μωαμεθανούς και το βράδυ κατέβαιναν στις κατακόμβες και τελούσαν τα μυστήρια της θρησκείας των πατέρων τους. Αυτό κράτησε πάνω από τρεις αιώνες.

Προσέχανε πάρα πολύ τις σχέσεις τους και δεν παντρεύονταν με τούρκους ούτε με χριστιανούς, παρά μόνο με δικούς τους κρυπτοχριστιανούς. Την ημέρα κάνανε τους γάμους και τις κηδείες σύμφωνα με τις επιταγές του ισλάμ και το βράδυ τις ξανακάνανε σύμφωνα με τους τύπους της ορθοδοξίας. Αυτοί ήταν πραγματικοί χριστιανοί, αληθινοί μάρτυρες, που παίζαν κάθε μέρα το κεφάλι τους κορώνα γράμματα.

Το κονάκι μας στο Προκόπι ήταν μεγάλο κι αρχοντικό, σωστό σαράι. Είχε μια μεγάλη εξώπορτα που πάνω της είχε κουδούνι και μας ειδοποιούσε όταν κάποιος έμπαινε στην αυλή. Ο μπαχτσές ήταν κι αυτός μεγάλος, είχε απ ούλα τα καλά μέσα. Όλα τα δωμάτια του σπιτιού έβλεπαν στην αυλή. Στο ραχάτ οντά είχαμε ένα λαγινοστάτη και κρεμούσαμε τις λαγίνες με το νερό. Είχαμε και τζάκι με τσεντίρια ολόγυρα και παχιά μιντέρια για να καθόμαστε άνετα. Τσιραχμπά, δηλαδή Λυχνοστάτες είχαμε σ’ όλους τους οντάδες. Είχαμε κι ένα κελάρι με σανιδένιες αποθήκες για το χρονιάτικο σιτάρι και αλεύρι. Την ημέρα της γιορτής του Αη Γιαννιού του Ρώσσου γινόταν μεγάλο πανηγύρι. Δεν λειτουργούσε καμιά άλλη εκκλησία στο Προκόπι και γινόταν συλλειτουργία. Κανείς δεν έπρεπε να λείψει γιατί αυτό ήταν μεγάλη ασέβεια και μεγάλη αμαρτία. Συνοστισμός μεγάλος γινόταν εκείνη την ημέρα, ερχόταν κόσμος από την Νεάπολη, την Μαλακοπή, την Καισάρεια, τη Νίγδη και απ’ όλες τις γύρω πόλεις και χωριά.

Όλοι οι Προκοπιανοί άνοιγαν τα σπίτια τους εκείνη την ημέρα για να φιλοξενήσουν τους μουσαφίρηδες, αφού ο ξενώνας είχε μόνο είκοσι δωμάτια και δεν αρκούσαν. Στην λειτουργία έπερναν μέρος όλοι οι παπάδες από τα γύρω χωριά, ερχόταν και ο Δεσπότης από τη Καισάρεια… Όμως και πολλοί Τούρκοι κατεύθαναν με τάματα, γιατί πολύ τον πίστευαν τον Αζίζ Γιουβάν όπως τον αποκαλούσαν. Ο διευθυντής του σχολείου μας πάντα έβγαζε λόγο… σαν τελείωνε η λειτουργία μαγείρευαν μέσα σε μεγάλα καζάνια φαγητό που έτρωγε ούλος ο ντουνιάς. Το πρόσφεραν μαζί με κρασί και πετιμέζι, άρχιζαν τα όργανα και στήνανε το γλέντι Ζούσαμε πολύ όμορφα…. ώσπου ήρθε το χαμπέρι της ανταλλαγής. Τι χαμπέρι κι αυτό Θεέ μου???? Άρχισαν να καταφθάνουν τούρκικες οικογένειες από την Έδεσσα, την Φλώρινα , την Καστοριά…

Πουλήσαμε όλη μας την περιουσία για ένα κομμάτι ψωμί, μα και πολλά πράγματα έμειναν πίσω. Σκάψαμε βαθύ λάκο πίσω από την εκκλησία του Οσίου και θάψαμε εκεί εικόνες, βιβλία, εξαπτέρυγα…. οι χαρμόσυνοι ήχοι της καμπάνας των εκκλησιών σίγησαν πια. Οι παπάδες, οι ψαλτάδες κι οι αναγνώστες βουβάθηκαν. Δεν μπόρεσαν ούτε και να σκεφτούν, να συγκεντρωθούν μια τελευταία φορά στις εκκλησίες και να παρακαλέσουν τον Θεό γι αυτό το κακό…. ”ο σώζων εαυτόν σωθήτο”! Οι Τούρκοι ήρθαν να παραλάβουν τα κλειδιά της εκκλησίας, μα ο Όσιος ήταν μέσα. Δεν μας άφησαν να πάρουμε το σκήνωμα….”αυτός, μέσα στα χέρια μας άγιασε και εδώ θα μείνει”, έλεγαν… κλείδωσαν την εκκλησία και την σφράγισαν. Τότε ο Νισάναγας, ο σιδηρουργός έπιασε τον παπα Χαράλαμπο και του είπε ότι μπορεί να ανοίξει την πλαινή πόρτα της εκκλησίας με αντικλείδι και να βγάλουν το ιερό σκήνωμα.

Την επόμενη μέρα έφευγε ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος. Ο παπα Χαράλαμπος τον παρακάλεσε να πάρει μαζί με τα πράγματα του και το σκήνωμα του Οσίου. Αυτός μετά χαράς δέχτηκε και τη νύχτα ο Νισάναγας άνοιξε την πλαινή πόρτα, πήραν το ιερό σκήνωμα με την λάρνακα μαζί, τα τύλιξαν σ ένα κιλίμι, το έραψαν και το πήρε ο Παπαδόπουλος λέγοντας στο τελωνείο ότι, είχε μέσα τρόφιμα και ρούχα. Έτσι ξεριζωθήκαμε….. οι τελευταίοι φύγαμε το Σεπτέμβρη του 1924, σαν ξερόκλαδα σκοπριμένα. Και φτάσαμε στη νέα πατρίδα…

Και γίνανε δέντρα μεγάλα τα κλαριά μας, και ξανά βγάλανε κλαριά και φύλλα της ελπίδας πράσινα…. κι επάνω στα κλαριά τους, σαν τα πουλιά κελαϊδούν τα παιδιά τους… δεύτερη και τρίτη και τέταρτη γενιά της προσφυγιάς. Γενιές που πρόκοψαν γιατί γνώριζαν τι θα πεί προκοπή, τι θα πεί τιμή, τι θα πει αρχοντιά, τι θα πει πίστη και αγώνας…. και γίνανε δέντρα μεγάλα, στον ίσκιο τους ξαναστήθηκε ο χορός, ξανάνθισε το χαμόγελο στα χείλη τους και ξανατραγουδήσανε. άλλωστε πέρασαν ενενήντα χρόνια από κείνη τη μαύρη χρονιά…. θα περάσουν κι άλλα, κι άλλα, μα τούτα τα δέντρα δεν θα ξεχάσουν ποτέ πως η ρίζα τους είναι απέναντι, και προσπαθούν να θυμούνται με το μέτρο της φλόγας του κεριού, την φλόγα εκείνη που όταν θυμάται πολύ, ποτέ της δεν σβήνει.

Ελισάβετ Γιασεμάκη

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *