Οι εξισλαμισθέντες Έλληνες της Τουρκίας (1914-1923)

 

Άρθρο του ιστορικού Αρμάν Ακοπιάν

Εισαγωγή και μετάφραση, Κωνσταντίνου Ν. Θώδη, ιστορικού

Εισαγωγή

Ήδη από το 16ο αι. στην Οθωμανική αυτοκρατορία καθιερώθηκε το “παιδομάζωμα”, ένα σύστημα φόρου καταναγκαστικής αρπαγής ενός παιδιού για κάθε 40 χριστιανικές οικογένειες, για να υπηρετήσουν ως σκλάβοι – “καπίκουλαρι” – την αυλή του σουλτάνου. Έλαβε χώρα στο σύνολο των βαλκανικών περιοχών περίπου μια φορά κάθε 5 χρόνια. Στην πιο αναπτυγμένη εκδοχή του, το “παιδομάζωμα” επιβλήθηκε με βίαιο τρόπο, αρπάζοντας από 1000 έως 3000 νέους κάθε χρόνο, ενώ ο συνολικός αριθμός των σκλάβων, που καλούνταν να υπηρετήσουν τη στρατιωτική θητεία τους, έχει φθάσει στα 8000 άτομα το χρόνο. Κατά τη διάρκεια του ‘παιδομαζώματος” προσλαμβάνονταν νέοι ηλικίας από 8 έως 20 ετών, κυρίως από αγροτικές οικογένειες. Στις αρχές του 16ου αιώνα. δεν υπήρχαν πάνω από 1000 “γενίτσαροι”, αλλά το 1475, ένας λεπτομερής κατάλογος μονάδων του οθωμανικού στρατού αναφέρει 6000 “γενίτσαρους” πεζικού, 3000 αυλικούς ιππείς, 22.000 ιππείς “σπαχήδες” από τις ευρωπαϊκές επαρχίες και 17.000 “σπαχήδες” από την Ανατολία. Κατάλογος του 1527 αναφέρει, ότι ο Σουλεϊμάν Μεγαλοπρεπής είχε στη διάθεσή 87.927 άτομα, τα οποία εκτελούσαν “εξωτερική υπηρεσία”. Από αυτούς, οι 37.627 ήταν αυλικοί, συμπεριλαμβανομένων των “γενιτσάρων”, των ιππέων και των τεχνικών μονάδων. Οθωμανικά έγγραφα, που κατασχέθηκαν μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Βιέννης το 1683, δείχνουν ότι οι “γενίτσαροι” αποτελούσαν το 1/4 του συνόλου των δυνάμεων που συμμετείχαν στην εκστρατεία. Μετά τις ήττες που υπέστησαν οι Οθωμανοί το 1699, ο αριθμός των “γενιτσάρων” μειώθηκε, ωστόσο, στα μέσα του 18ου αιώνα στις τάξεις τους υπήρχαν 113.400 άτομα.

Στα τέλη του 17ου αι., τα πιο σημαντικά κέντρα συγκέντρωσης “γενιτσάρων”, τοποθετούνται στη Βαγδάτη, τη Βασόρα, τη Δαμασκό, την Ιερουσαλήμ, το Χαλέπι, το Κάιρο, το Ερζερούμ, την Αδριανούπολη, το Ικόνιο, το Βαν, τα Χανιά, την Κόρινθο, τη Θεσσαλονίκη, το Βελιγράδι, το Σεράγιεβο, το Βιδίνι, τη Βουδαπέστη, τη Βράϊλα και το Οτσάκοβο. Οι περισσότερες από αυτές τις φρουρές βρισκόταν υπό τη διοίκηση ενός από τα 32 βιλαέτια, ή τον επικεφαλής των τοπικών συνοριακών δυνάμεων.
Περίπου 1.500.000 Έλληνες χριστιανοί, εκτοπίστηκαν και τελικά εξοντώθηκαν από τους Τούρκους το χρονικό διάστημα από το 1914 ως το 1923. Ο μισός ελληνικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας εξοντώθηκε από την κακομεταχείριση, τις ασθένειες και την πείνα. Όσοι έμειναν ζωντανοί υπέστησαν τα βάσανα της σκλαβιάς. Τούρκοι αξιωματούχοι, σε απόλυτη αρμονία και συμφωνία με τον γερμανικό παράγοντα στη Μικρά Ασία, γνωστοποίησαν ότι “κανένας χριστιανός δεν πρέπει να μείνει ζωντανός στην Τουρκία αν δεν συμφωνήσει να αποδεχθεί το ισλάμ”. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να «ξεριζώσουν» και να εξοντώσουν μια μεγάλη και ακμάζουσα χριστιανική κοινότητα Ελλήνων μέχρις εσχάτων, η οποία ζούσε από τα πανάρχαια χρόνια στη Θράκη και στα παράλια της Μικρασίας του Αιγαίου, της θάλασσας του Μαρμαρά και του Πόντου. Ανάγκασαν τους χριστιανούς να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες και αρπάζοντας τις περιουσίες τους, τους έστειλαν στις άκρες των τουρκικών συνόρων και στην έρημο, μακριά ως τη Μεσοποταμία. Κατά τη διάρκεια αυτών των εκτοπίσεων πέθαναν 700.000 άνθρωποι. Οι επιζώντες σε ξένη γη μένοντας χωρίς τροφή και καταφύγιο, υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια και ταπείνωση. Η μαζική εκδίωξη των Ελλήνων από τη Θράκη άρχισε το 1913 με το τέλος του πολέμου στα Βαλκάνια. Τα σχέδια της Γερμανίας για κατάληψη των ανατολικών περιοχών δεν επέτρεψαν στους Έλληνες να παραμείνουν στο ευρωπαϊκό τμήμα της Τουρκίας. Οι Τούρκοι έλαβαν εντολή να αφανίσουν τον ελληνικό πληθυσμό με κάθε τρόπο. Προσπαθώντας να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους οι Τούρκοι ψευδώς ισχυρίστηκαν, ότι οι Έλληνες της Θράκης ετοίμαζαν επανάσταση στην ασιατική ακτή. Οι απελάσεις με αυτή την αφορμή σε πρώτη φάση αφορούσαν 250.000 άτομα. Ένας από τους κύριους εμπνευστές των σφαγών ήταν ο ακόλουθος της γερμανικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, Λέψιους, ο οποίος με ειδική αποστολή τον Ιούλιο του 1915 ανήγγειλε ότι οι σφαγές των Ελλήνων και των Αρμενίων ήταν οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, δηλαδή τα δύο μέρη του ίδιου προγράμματος εξόντωσης του χριστιανισμού και σχεδιάστηκαν για να μετατρέψουν την τουρκική εξουσία σε μουσουλμανική. Το γεγονός, ότι η Γερμανία ήταν ο εμπνευστής και συγγραφέας των σφαγών των χριστιανών, έγινε γνωστό το 1917. Ο Έλληνας υπουργός Δημήτριος Καλλέργης στην Κωνσταντινούπολη διαμαρτυρήθηκε στον μεγάλο βεζύρη Ταλαάτ για την απέλαση των Ελλήνων από τις Κυδωνίες (Αϊβαλί). Ο Ταλαάτ υποσχέθηκε να στείλει τελεσίγραφο στο γερμανό διοικητή Λίμαν φον Σάντερς καλώντας τον να σταματήσει την απέλαση. Ο Σάντερς, ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα ο διοικητής του τουρκικού στρατού στις Κυδωνίες, απάντησε, ότι αν οι απελάσεις σταματήσουν δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια του τουρκικού στρατού, ενώ πρόσθεσε, ότι μετέφερε το αίτημα στο γενικό επιτελείο το οποίο υποστήριξε απόλυτα τις ενέργειές του. Οι απελάσεις αυτές άρχισαν το 1915. Με την καταναγκαστική εργασία οι χριστιανοί υποχρεώθηκαν να καλλιεργούν τα χωράφια των μουσουλμάνων, ενώ δεν τους δινόταν ελεύθερος χρόνος για να ασχοληθούν με τις δικές τους ιδιοκτησίες γης. Όταν συλλαμβάνονταν να καλλιεργούν τις δικές τους ιδιοκτησίες, οι Τούρκοι τοποθετούσαν ένα φράγμα έξω από το χωριό, διέκοπταν την παροχή νερού και τους στερούσαν την πρόσβαση σε νερό και τρόφιμα. Σύντομα, συμμορίες Βασιβουζούκων, απεστάλησαν στα χωριά λεηλατώντας και δολοφονώντας. Οι χριστιανικοί πληθυσμοί είχαν να επιλέξουν, είτε την απέλαση στα βουνά, είτε την πεζοπορία εκατοντάδων χιλιομέτρων μακριά, με επακόλουθο τον αργό θάνατο από την πείνα και τη δίψα. Χιλιάδες πέθαναν από την εξάντληση και τις κακουχίες. Αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες από τη Θράκη και τη Μικρά Ασία κατέφυγαν στην Ελλάδα, πολλοί από τους οποίους στη συνέχεια κατατάχτηκαν στον ελληνικό στρατό. Η διαφυγή τους στην Ελλάδα στάθηκε η αιτία για την έναρξη νέων αγριοτήτων. Οικογένειες και συγγενείς των λιποτακτών πιάστηκαν και εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Ανατολίας. Στην περιοχή της Κερασούντας, από την οποία διέφυγαν περισσότεροι από 300 Έλληνες, οι Τούρκοι μόνο γι αυτή την ενέργεια έκαψαν ως αντίποινα 88 χωριά. Περίπου 30.000 Έλληνες της περιοχής του Πόντου, κυρίως γυναικόπαιδα, αναγκάστηκαν με τα πόδια να βαδίσουν μέσα στο χειμώνα μέχρι την Άγκυρα. Στο δρόμο 7.000 από αυτούς πέθαναν. Οι Τούρκοι όπως γνωρίζουμε βεβήλωσαν τη Μικρά Ασία με δύο κύματα. Το πρώτο με τους Σελτζούκους Τούρκους τον 11ο αι. και το δεύτερο με τους Οθωμανούς Τούρκους το 13ο αι. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 7 αιώνων μέχρι το 1923 εκτός από μια σειρά γενοκτονιών που προέβησαν κατά των κατακτημένων λαών, Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων-Αραμαίων, Κούρδων κλπ. υιοθέτησαν εκτός από το γενιτσαρισμό και μαζικούς εξισλαμισμούς, κυρίως κατά των Ελλήνων και των Αρμενίων. Σήμερα στην Τουρκία δεν υπάρχουν περισσότεροι από 150.000 χριστιανοί, όταν το 1923 υπήρχαν περίπου 4.500.000. Οι προσπάθειες των «παθόντων» λαών για την αναγνώριση της γενοκτονίας από τη διεθνή κοινότητα και τελικά την καταδίκη της Τουρκίας μέσω του εκδημοκρατισμού της, εκτός από την ηθική διάσταση ενέχει και άλλους σημαντικούς σκοπούς και στόχους. Στην περίπτωση των Ελλήνων, δηλαδή η αναγνώριση της γενοκτονίας του Μικρασιατικού Ελληνισμού, σηματοδοτεί και τον αγώνα, τα όνειρα και τις προσδοκίες των εξισλαμισμένων Ελλήνων να αναζητήσουν τις ρίζες τους με απώτερο σκοπό την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. Ήδη, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 πολλοί νέοι άνθρωποι, απόγονοι εξισλαμισμένων Ελλήνων της Τουρκίας ξεκίνησαν μια προσπάθεια αναζήτησης και θέλησαν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Όμως η διαδικασία δεν εξελίχθηκε μαζικά και η προσπάθεια δεν είχε το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Μόνο την τελευταία περίοδο ορισμένοι Τούρκοι επιστήμονες, ιστορικοί και δημοσιογράφοι ελληνικής καταγωγής άρχισαν να μιλάνε για εξισλαμισμένους Έλληνες για να αφυπνίσουν το ενδιαφέρον της τουρκικής κοινωνίας για το θέμα αυτό. Ο Αρμέν Ακοπιάν, Αρμένιος ιστορικός ερευνητής, βαθύς γνώστης του θέματος των εξισλαμισμών, μακριά από τοπικισμούς και γνωρίζοντας καλά «τους κώδικες και τις γραφές», βασιζόμενος σε ιστορικές μαρτυρίες και ιστορικά ντοκουμέντα της ιδιαίτερης πατρίδας του, παρουσιάζει την πραγματική διάσταση του θέματος. Ο  αρμενικός λαός αλληλέγγυος του ελληνικού στο θέμα της γενοκτονίας, έζησε από κοντά τα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής μιας και στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη το αρμενικό στοιχείο έκανε αισθητή την παρουσία του και μαζί με το ελληνικό διαμόρφωσε τις οικονομικές συνθήκες ανάπτυξης της Μικράς Ασίας και ευρύτερα της Ανατολής. Στην ανατολική περιοχή της Ανατολίας, από το Καρς,το Αρνταχάν και το Αρτβίν της Μικρής Αρμενίας μέχρι τη λίμνη Βαν της Μεγάλης Αρμενίας το αρμενικό στοιχείο ήταν κυρίαρχο και δέχτηκε με την ίδια αγριότητα με τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας και της Θράκης τις ορδές των Σελτζούκων, των Οθωμανών και των Νεοτούρκων. Το άρθρο του Α. Ακοπιάν δίνει αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία για τους εξισλαμισμούς των Ελλήνων της Τουρκίας.

 

Οι μαζικοί εξισλαμισμοί

Σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις, ο αριθμός των μουσουλμάνων Ελλήνων στην Τουρκία φθάνει σήμερα τις 700.000. Κατά κανόνα οι Έλληνες μουσουλμάνοι χωρίζονται σε διάφορες ομάδες. Λόγω της βίας και της καταπίεσης που ασκήθηκε στους χριστιανούς της Κρήτης κατά τη διάρκεια του Οθωμανικού ζυγού, χιλιάδες Έλληνες αναγκάστηκαν να ασπαστούν το ισλάμ και να αφομοιωθούν με τους Τούρκους που έφθασαν αργότερα. Η ομάδα αυτή των εξισλαμισθέντων Ελλήνων ήταν συνυφασμένη με την τουρκική ταυτότητα. Ζούσαν στις νότιες και νοτιοανατολικές περιοχές της Τουρκίας – στο Αϊδίνι, την Αττάλεια, την Άγκυρα, τη Μερσίνα, την Αλεξανδρέττα, την Κωνσταντινούπολη, το Τεκίρνταγ και τα Δαρδανέλια. Οι εξισλαμισθέντες Έλληνες από το νησί της Κρήτης εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία το 1908. Ο αριθμός τους έφτανε τις 300.000. Ο αυτοπροσδιορισμός της ομάδας ήταν “Γκιρίτ Μουσουλμανλαρί”. Ένα μέρος από αυτούς, μετανάστευσαν από την Κρήτη στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, όπου εξομοιώθηκαν με τους εντόπιους Τούρκους.

Στην Τουρκία, οι Έλληνες μουσουλμάνοι ζούσαν επίσης στις παράκτιες περιοχές της Μαύρης Θάλασσας – από τη Σαμψούντα μέχρι το Ριζαίο. Ιδιαίτερα υψηλή ήταν η πυκνότητα των εξισλαμισθέντων Ελλήνων που κατοικούσαν στη λεκάνη απορροής του Μαύρου ποταμού, όπου την βίαιη  αλλαγή του θρησκεύματος μεταξύ των Ελλήνων του Πόντου και των Αμσενίων – Αρμενίων άρχισε ο Μεχμέτ Κουρούφογλου ο οποίος μαζί με τους γενίτσαρους εισέβαλαν επανειλλημένα σε αυτή την περιοχή και κατά τη διάρκεια δέκα ετών κήρυξαν το ισλάμ. Πιστεύεται ότι οι Έλληνες άρχισαν να αλλάζουν την πίστη τους στα μέσα του 16ου αι., αλλά κυρίως η θρησκευτική πίεση εντάθηκε τον 18ο αι. με αποτέλεσμα ένα πλήθος ελληνικών οικισμών να εξισλαμισθεί εντελώς. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Τούρκου δημοσιογράφου και δοκιμιογράφου ελληνικής καταγωγής Ομέρ Ασανί, ο αριθμός των εξισλαμισμένων Ποντίων έφτασε τις 300.000, ενώ κατ΄ άλλες εκτιμήσεις τις 500.000. Σύμφωνα με πολλούς συγγραφείς, στις περιοχές των ποταμών Μπαλτατζή και Σολακλή, σήμερα υπάρχουν πολλά χωριά στα οποία μιλούν διαστρεβλωμένα ελληνικά. Ο Γκασάν Γιουμούρ, ο οποίος ασχολήθηκε διεξοδικά με το θέμα των εξισλαμισμένων Ελλήνων, σημειώνει, ότι ο πληθυσμός της πόλης της Τραπεζούντας και σήμερα ακόμη αποτελείται κυρίως από τουρκόφωνους Έλληνες. Σε έναν από τους καταλόγους του 1977 η δημοσίευση σημειώνει, ότι οι εξισλαμισμένοι Έλληνες αποτελούν το 70% του πληθυσμού της Τραπεζούντας. Στην ίδια δημοσίευση αναφέρεται, ότι οι Έλληνες μουσουλμάνοι είναι συγκεντρωμένοι στην Τραπεζούντα, τη Σαμψούντα, το Ορντού, την Κερασούντα, τη Ριζούντα, το Φατσέ και το Ουνιγιέ, καθώς και στις περιοχές της Τόνιας, των Σούρμενων, του Ουζούνγκιολ και της Σεριχώ. Εξισλαμισμένοι Έλληνες Πόντιοι αποτελούν την πλειοψηφία και στις περιοχές Μάτσκαλε, Τορούλ, Γιάγκλντερε, Σάντας και Κρώμνης. Οι Πόντιοι που ζουν στην περιοχή Όφη διαφέρουν από τους συμπατριώτες τους, δεδομένου, ότι είναι πιο φανατικοί μουσουλμάνοι.

Όσον αφορά τις άλλες ομάδες εξισλαμισμένων Ελλήνων στα κεντρικά μέρη της Τουρκίας, υπάρχουν και κοινότητες οι οποίες όμως αφομοιώθηκαν από τους Τούρκους. Τέτοιες κοινότητες πριν υπήρχαν στην Καισάρεια, τη Μαλάτεια, τη Σεβάστεια, την Αμάσεια και το Ικόνιο. Στην περιοχή Καραμάν, η πλειοψηφία ανήκει στους λεγόμενους Καραμανλήδες, οι οποίοι με τη σειρά τους χωρίζονται σε δύο ομάδες : Οι πρώτοι είναι χριστιανοί αν και τουρκόφωνοι πλήρως και οι οποίοι τη δεκαετία του 1920 μετανάστευσαν από την Τουρκία και εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Η δεύτερη ομάδα Καραμανλήδων, εξισλαμίσθηκε κατά την Οθωμανική περίοδο και αφομοιώθηκε πλήρως από τους Τούρκους και τους Γιουρούκους. Εκτός από τις ομάδες που προαναφέραμε, Έλληνες μουσουλμάνοι ζουν και σε άλλα μέρη της Τουρκίας, αλλά δεν είναι πολλοί και έχουν σχεδόν αφομοιωθεί. Μέχρι τις μέρες μας σε ορισμένες πόλεις της Τουρκίας υπάρχουν γειτονιές οι κάτοικοι των οποίων, σύμφωνα με τους ντόπιους Τούρκους, ήταν χριστιανοί. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι Έλληνες και Αρμένιοι. Περιοχές με εξισλαμισθέντες Έλληνες, σύμφωνα με δημοσιεύματα ελληνικής καταγωγής δημοσιογράφων είναι και οι περιοχές της Αντιόχειας, της Αλεξανδρέττας, Σαμαντάγκ και Αλτούντσουγιου. Πολλοί επίσης ερευνητές στις εργασίες τους επισημαίνουν, ότι κατά τη διάρκεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας η διαδικασία τουρκοελληνικής και ελληνοτουρκικής αφομοίωσης ήταν αρκετά δραστήρια. Ως εκ τούτου, μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στο έδαφός της ζούσαν τουρκικά φύλα με ελληνικό θρήσκευμα, όπως και Έλληνες που προσηλυτίστηκαν στο ισλάμ.

Μια φυλή Τουρκμένων, η φυλή “Τσέπνυ”, που εγκαταστάθηκε στις παράκτιες περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της συνείδησης των Ελλήνων της περιοχής. Και σήμερα κάποιοι Έλληνες της Τραπεζούντας είναι διαφορετικοί από τις άλλες ομάδες εξισλαμισθέντων Ελλήνων που έχουν περισσότερους δεσμούς με την τουρκμένικη αυτή φυλή. Άλλοι ερευνητές έχουν σταθεί ιδιαίτερα στην “εξτρεμιστική” στάση των εξισλαμισθέντων Ελλήνων απέναντι στους χριστιανούς, παρά το γεγονός ότι οι πρώτοι, 2-3 αιώνες νωρίτερα, πίστευαν φανερά στο χριστιανισμό. Για παράδειγμα, το χωριό Μαρασλή, θεωρείται ένα από τα χωριά της περιοχής Όφη, που οι Πόντιοι μουσουλμάνοι είναι πολύ φανατικοί, ενώ η διδασκαλία στο ισλάμ ξεκίνησε γι αυτούς το 1737. Ένας αρκετά μεγάλος αριθμός εξισλαμισθέντων Ελλήνων στην Τουρκία σήμερα μιλάει διαστρεβλωμένα τουρκικά. Ένα μέρος των Ελλήνων Ποντίων μιλάει διαστρεβλωμένα την τουρκική και ένα άλλο διαστρεβλωμένα στην ελληνική. Για παράδειγμα, οι κάτοικοι του χωριού Τσάϊκαρί στον Πόντο, χρησιμοποιούν στις προσευχές τους στα παρεκκλήσια της περιοχής ελληνικά. Ωστόσο, αυτή η ομάδα αποστασιοποιήθηκε σαφώς από τους υπόλοιπους Έλληνες, αποκαλώντας τον εαυτό τους «τουρκοσάμι», τη γλώσσα τους «ρωμαίϊκα» και τους Έλληνες «Ρωμαίους».

Μια άλλη ομάδα εξισλαμισμένων Ελλήνων που απελάθηκαν από την Κρήτη, ζει στο Λίβανο και τη Συρία. Εκείνη την εποχή, αυτή η ομάδα των Ελλήνων άσκησε προσφυγή ενώπιον του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίντ με αίτημα να εγκατασταθούν στην περιοχή της Λεβαντίνης. Ο σουλτάνος δέχτηκε το πρόγραμμα επανεγκατάστασης και το 1896 στη Συρία ιδρύθηκε ο πρώτος οικισμός, που πήρε το όνομα του σουλτάνου Χαμίντ. Σήμερα εκεί, ζουν περίπου 3.000 κάτοικοι το 60% των οποίων είναι εξισλαμισθέντες Έλληνες από την Κρήτη. Επίσης, στο βόρειο Λίβανο στην περιοχή της Τρίπολης, σύμφωνα με διάφορες πηγές ζουν περίπου 8.000 εξισλαμισθέντες Έλληνες από την Κρήτη. Είναι αξιοσημείωτο, ότι οι Έλληνες μουσουλμάνοι που ζουν στη Συρία και το Λίβανο δημιουργούν τις οικογένειές τους εντός των κοινοτήτων τους, σε αντίθεση με άλλους συμπατριώτες τους οι οποίοι απελάθηκαν από την Κρήτη στην Τουρκία και διατηρούν την ελληνική γλώσσα και τα έθιμα.

Επίλογος

Στην Τραπεζούντα, μέχρι τα αιματηρά γεγονότα του 1896, ζούσαν από 35 έως 45 χιλιάδες κάτοικοι, συμπεριλαμβανομένων  8000 Ελλήνων και 6000 Αρμενίων, οι υπόλοιποι ήταν μουσουλμάνοι, κυρίως Τούρκοι. Η Τραπεζούντα ήταν η έδρα και κατοικία του Έλληνα μητροπολίτη, αλλά και του Αρμένιου αρχιεπισκόπου. Υπήρχαν πάνω από 20 χριστιανικές εκκλησίες, όταν τα τζαμιά ήταν περίπου 40, καθώς και ελληνικά σχολεία. Το 1912 στην πόλη και την περιοχή, οι μουσουλμάνοι ήταν 89.225, οι Έλληνες 38.625 άτομα και οι Αρμένιοι 11.915. Με την έναρξη του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ο ελληνικός και αρμενικός πληθυσμός διώχθηκε και υπέστη γενοκτονία. Ιδρύθηκαν ελληνικές ομάδες αυτοάμυνας, που συνέχισαν τον αγώνα με τη φροντίδα και του ρωσικού στρατού μέχρι το 1923, όταν ένα μεγάλο μέρος των ιθαγενών του ορθόδοξου ελληνικού πληθυσμού κατέφυγε στην Ελλάδα. Παρέμεινε ο πληθυσμός που δέχτηκε το ισλάμ. Μέρος του σημερινού πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι – κατά ομολογία πολλών κρυπτοχριστιανοί – οι οποίοι είναι  φορείς της ελληνικής γλώσσας (ρουμτσά).

https://www.academia.edu/42167880/Οι_εξισλαμισθέντες_Έλληνες_της_Τουρκίας_1914_-1923

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *