Ο κουρσάρος του αρχιπελάγους Λάμπρος Κατσώνης

του Κωνσταντίνου Ν. Θώδη, ιστορικού ερευνητή

Στον αριθμό 47 της οδού Γκρέτσεσκαγια, στο Ταγκανρόγκ, βρίσκονται 2 σπίτια.
Ένα διώροφο σπίτι, το οποίο αποτελεί μνημείο ιστορικής κληρονομιάς και μια μονοκατοικία. Και τα δύο, δείγματα οικοδόμησης των μέσων του 19ου αι.

Οι ιδιοκτήτες τους τα έκτισαν στις αρχές του 1860 με τούβλα. Στόκος,άμμος και πελεκητές πέτρες πάνω από τα παράθυρα με γιρλάντες
και πολύ όμορφα στολίδια στην πρόσοψη. Η ιδιοκτησία ανήκε το 19ο αι. στη χήρα του εγγονού του ήρωα του Ναυτικού της Μαύρης Θάλασσας
στο 2ο ρωσοτουρκικό πόλεμο, Λάμπρου Κατσώνη, Μαργαρίτα Κατσώνη και από το 1906-1915, συζύγου του αριστοκράτη Α.Β.Ντέμιν. H Μαργαρίτα ήταν γυναίκα του ταγματάρχη Αλεξάντερ Λυκούργοβιτς Κατσώνη, εγγονού του Λάμπρου από τον ένα εκ των δύο γιων του, Λυκούργο, που γεννήθηκε στην Οδησσό.

Το 1926 στο σπίτι αυτό μεταφέρθηκε το Πολωνικό Σχολείο.
Ο ιδρυτής του γένους, Λάμπρος Κατσώνης (1752-1805), ναυτικός από τη Λιβαδειά της Βοιωτίας,
σε ηλικία 17 ετών, μαζί με τον αδελφό του και άλλους Έλληνες εθελοντές προσχώρησε στο ναυτικό σώμα του ναυάρχου
Γκριγκόρι Αντρέγιεβιτς Σπυρίντοβ (1713-1790) και με αυτή του τη συμμετοχή πήρε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο.

Το 1769, ο ναύαρχος Σπυρίντοβ ηγήθηκε της 1ης Ναυτικής Μοίρας και σχεδίασε την κατάληψη του φρουρίου του Ναυαρίνου. Στις 26 Ιουνίου 1770, ο ίδιος σχεδίασε την επιχείρηση στο λιμάνι του Τσεσμέ καταστρέφοντας ολοσχερώς
το σύνολο των τουρκικών πολεμικών πλοίων.

Πολύ γρήγορα, ο Λάμπρος Κατσώνης χάνει τον αδελφό του σε ναυμαχία, ενώ  ταυτόχρονα  του  απονέμεται ο τίτλος του κελευστή. Το 1775 εγκαθίσταται στην  Κριμαία, προσθέτοντας τη δύναμή του στη δύναμη αλβανικού τάγματος κοντά στο Κέρτς.
Τον επόμενο χρόνο, ο κελευστής Κατσώνης παίρνει τον αξιωματικό τίτλο του πλωτάρχη και στέλνεται με διπλωματική εντολή στην Περσία
υπό την εξουσία του κόμη Μ. Βόϊνοβιτς.

Στις 21 Απριλίου 1785 με διάταγμα της  αυτοκράτειρας Αικατερίνης ΙΙ ο Κατσώνης «ανήκει στο ρωσικό σώμα των ευγενών
και κατατίθεται το όνομά του στο 2ο μέρος του γενεαλογικού βιβλίου της Ταβρίδας».

Το 1786 ο ηγέτης της Στρατιωτικής Αδελφότητας φωτισμένος πρίγκηπας Γκριγκόρι Πατιόμκιν(Ποτέμκιν) «για την ικανότητα και
τις υπηρεσίες του στην περσική εκστρατεία», απονέμει στον Κατσώνη τον τίτλο του καπετάνιου και αντιπλοίαρχου.

Κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1787-1792, στο Λάμπρο Κατσώνη απονέμεται ο τίτλος του «Κουρσάρου»
στην υπηρεσία του Ρωσικού στέμματος και παίρνει μέρος στην  πολιορκία  στο  Οτσάκοβο υπό τη διοίκηση του υποναυάρχου
Νικολάι Σεμιόνοβιτς Μορντβίνοβ  (1754-1845).

Ο  Λάμπρος  επισκέπτεται  μερικές  φορές  και  το  Ταγκανρόγκ  που  βρίσκεται  πολύ  κοντά. Στα  τέλη  του  1787 τον στέλνουν στην Τεργέστη
για  να  οργανώσει  το  κουρσάρικο  σώμα  εναντίον  των  Τούρκων  στη  Μεσόγειο  και  να  ξεσηκώσει  τους  Έλληνες  στον  πόλεμο.

Εκεί  αγοράζει  εμπορικό  τρικάταρτο  καράβι, ιστιοφόρο, το  οποίο  εξοπλίζει  και  μετατρέπει  σε  φρεγάτα, πληρώνοντάς  το
με  Έλληνες  ναύτες  και  28  κανόνια.

Το  ονομάζει  «Μινέρβα  του  Βορρά»  για  την  τιμή  της  Αυτοκράτειρας  Αικατερίνης  ΙΙ.

Στα παράλια της Κεφαλονιάς, με το καράβι του ενώνονται ακόμη 2 ελληνικά εμπορικά, εξοπλισμένα με 16 κανόνια έκαστο.

Τα καράβια αυτά ονομάστηκαν  «Πρίγκηπας Πατιόμκιν της Ταυρικής» – και «Κόμης Αλέξανδρος Μπεζμποροντκό». Στην πρώτη ναυμαχία που ήταν νικηφόρα κατελήφθησαν 2 τουρκικά πολεμικά, τα οποία αφιέρωσαν «τιμής ένεκεν» στους 2 εγγονούς της  αυτοκράτειρας,  Κωνσταντίνο και Αλέξανδρο δίνοντας τα ονόματά τους στα πλοία αυτά:

«Μέγας Πρίγκηπας Κωνσταντίνος»   και   «Μέγας Πρίγκηπας Αλέξανδρος».

Γράφει ο Λάμπρος Κατσώνης σε  επιστολή  του  προς  τον  Γκριγκόρι  Πατιόμκιν : «Σ’ όλη την  Τουρκία βουίζει, ότι το Αρχιπέλαγος είναι γεμάτο με ρούσικα καράβια,
αλλά στην  πραγματικότητα  δεν υπάρχουν  περισσότεροι  κουρσάροι  παρά  εγώ  και  τα  10  καράβια  μου».

Ενδιαφέρουσα ιστορία ήταν ο γάμος του Λάμπρου Κατσώνη με τη Μαρία-Αγγελίνα Σοφιανού, κόρη του Έλληνα κοτζάμπαση και φρούραρχου
της νήσου Ζέας-Τζιας- του Αρχιπελάγους.Λέγεται,  ότι ο Κατσώνης τη συνάντησε αιχμαλωτίζοντας ένα τουρκικό πολεμικό πλοίο. Φυσικό ήταν, ο πατέρας της να αρνηθεί να δώσει το χέρι και την καρδιά της κόρης του  σ’ αυ τόν. Όμως, ένα πρωϊνό, αυτός έκπληκτος είδε μπροστά στο λιμάνι να στέκει ο στολίσκος των κουρσάρων και τις  πολεμίστρες στα τείχη του κάστρου γεμάτες με κανόνια σε διάταξη  μάχης.

Επέστρεψε  στο  σπίτι  και  αμέσως  συμφώνησε  να  γίνει  ο  γάμος.

Στα  τέλη  του  1788  με  αρχές  1789  ο  Κατσώνης  με  τους  κουρσάρους  του,  ήδη είχε καταλάβει  πολλά  τουρκικά  πολεμικά στα  δεξιά  της  εισόδου  του  Στενού  των  Δαρδανελίων.

Ο στολίσκος  του  μπαίνει  στις  μάχες  κάτω  από  τη  ρούσικη  σημαία  και  τα  καράβια  του  με  υπερηφάνεια  φέρουν  το  λάβαρο  με  τον  προστάτη  του  ρωσικού  στόλου,  Άγιο και Απόστολο  Ανδρέα τον Πρωτόκλητο και  ονομασίες  γραμμένες  με  σλαβική  γραφή.

Ο  στολίσκος  είχε  ως  ορμητήριο και κέντρο ναυτικών επιχειρήσεων το λιμάνι της νήσου Ζέας, το οποίο ονομάστηκε  «Διοίκηση Ρωσικού Αυτοκρατορικού Στολίσκου».

Ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίντ,  στέλνει  μήνυμα  με  το  οποίο  συγχωρεί  τον  Κατσώνη  για  το  αδικοχαμένο αίμα των Οθωμανών και του υπόσχεται 200.000 πιάστρα,  αν εκείνος υποχωρήσει από  τους  Ρώσους. Αυτός  όμως,  υπερήφανα  του  διαμηνύει  πως  το  μόνο  που  τον  ικανοποιεί  είναι  η ελευθερία της Ελλάδας!  Ο Γκριγκόρι Πατιόμκιν γράφει στην αυτοκράτειρα: «Το λιμάνι είναι  θορυβημένο από το επιχειρηματικό πνεύμα και  το  θάρρος  του. Προσπαθούν να τον  δελεάσουν  με διάφορες υποσχέσεις, τις  οποίες αυτός απορρίπτει με περιφρόνηση.

Στην  αποτυχία  επιδεικνύει  απτόητο  θάρρος. Παρά  τις  ζημιές  που  υπέστη  στις  μάχες  κατά  των  Τούρκων, κατορθώνει  να  ξεφύγει. Και  μόνος  ακόμη  αγωνίζεται…»

Στις 29  Ιουλίου 1790  για  την  αξιοσύνη, το  θάρρος, την  τόλμη  και  τη  γενναιότητά  του,  ο  Κατσώνης  λαμβάνει  τον  αξιωματικό  τίτλο  του  «πλοιάρχου»
και  βραβεύεται  με  το  μετάλλιο  του  Αγίου  Γεωργίου  4ης  τάξης.

Μετά  την  υπογραφή  της  «Συνθήκης  του  Ιασίου»  ανάμεσα  στη  Ρωσία  και  την  Τουρκία, το  Δεκέμβρη  του  1791, η θέση  των Ελλήνων  στη  ρωσική  υπηρεσία αλλάζει  απότομα.
Η  Μεγάλη Αικατερίνη  διατάζει  τον  αφοπλισμό  όλων  των  σκαφών, μέρος  του  στολίσκου  το  διατηρεί, καθώς  επίσης  και  μερικά  ακόμη  εμπορικά  πλοία για  τις  μεταφορές  των  Ελλήνων.

Αυτή  η  συνθήκη  έφερε  τεράστια  απογοήτευση  στους  Έλληνες  και  ιδιαίτερα  στον  κουρσάρικο  στολίσκο  στη  Μεσόγειο  και  είχε  σαν  αποτέλεσμα  να  εκδηλωθεί  εξέγερση κάτω από την ηγεσία και καθοδήγηση  του  Κατσώνη  τον  οποίο  ανακήρυξαν  «Βασιλέα  της Σπάρτης».

Αλλά το καλοκαίρι του 1792, η  τουρκική  αρμάδα  αλύπητα εξοντώνει το στολίσκο  του Λάμπρου Κατσώνη, ο ίδιος εκδιώκεται, αλλά προσδοκεί, ότι η επιρροή των υποστηριχτών του στην  Αγία Πετρούπολη τελικά θα πείσει την αυτοκράτειρα να του δώσει συγχώρεση.
Μόλις το 1794, ο Κατσώνης  έρχεται  στο  Νικολάγιεβ  όπου  συναντάται  με  τον  υποναύαρχο  Νικολάι  Συμεόνοβιτς  Μορντβίνοβ  με  απώτερο  στόχο  να  τον  βοηθήσει  να  κινηθεί  προς  την  πρωτεύουσα.

Εκεί  αυτός  ασχολήθηκε  με  την  βοήθεια  των  συμμαχητών  του  που  πολέμησαν  μαζί  του  στη  Μεσόγειο  να  μεταναστεύσουν  στη  Ρωσία, ενώ  παράλληλα  δεν  εγκατέλειψε  την  σκέψη  του  για  την  απελευθέρωση  της  Ελλάδας.

Στις 19 Απριλίου 1795 με διάταγμα της  Μεγάλης Αικατερίνης  άρχισε η συγκρότηση του ελληνικού ουλαμού της  Οδησσού  αριθμώντας 348 άτομα.
Μεταξύ  των  Ελλήνων  υπήρχαν  μερικές  δεκάδες  ναυτικών, που  υπηρέτησαν  νωρίτερα  στο  στολίσκο  του  Λάμπρου  Κατσώνη.
Εκτός  αυτού, για  τους  Έλληνες  αποίκους  στην  περιοχή  της  Οδησσού,  μοιράστηκαν  15000  δέκατα  γης.
Ένα  δέκατο γης  ήταν  1,09  εκτάρια  και  περίπου  110  στρέμματα . Δηλαδή  συνολικά  η  γη  που  δόθηκε  στους  Έλληνες  ήταν  1.650.000  στρέμματα  γης.

Με  διαταγή  της  αυτοκράτειρας  χτίστηκαν  53  πέτρινα  σπίτια. Δόθηκαν  χρηματικά  επιδόματα  τα  οποία  για  10  χρόνια  ήταν  ελεύθερα  εισφορών.
Ιδρύθηκαν  επίσης  κηδεμονίες  κάτω  από  την  εποπτεία  και  επίβλεψη  του  Έλληνα  υποπλοιάρχου  Κόσογλου. Στα  τέλη  του  1795  στην  Οδησσό  από  τα  νησιά  του  Αρχιπελάγους  μετανάστευσαν  περίπου  100  οικογένειες  από  τις  οποίες  27  ανήκαν  σε  εμπόρους. Στις  20  Σεπτέμβρη  1795  στο  χορό  προς  τιμήν  των  γενεθλίων  του
Τσεσάρεβιτς  Πάβελ  Πέτροβιτς  στο  Βασιλικό  χωριό της Αγίας Πετρούπολης, ο  Λάμπρος  Κατσώνης  επίσημα  παρουσιάζεται  στην  αυτοκράτειρα.

Γι αυτό το γεγονός που  συνέβη εκείνη  την  ημέρα  το  περιοδικό της Αγίας Πετρούπολης  Κάμερ-Φουριέρ  αναφέρει:«Η Αυτοκρατορική Μεγαλειότης καταδέχτηκε
να  δώσει  το  χέρι  της  στον  υψηλό  επισκέπτη  από  τη  Χερσώνα,  πλοίαρχο  Λάμπρο  Κατσώνη, τον  οποίο  παρουσίασε  ο  ανώτατος  αξιωματούχος
της  αυλής  πρίγκηπας  Α.Α. Καλτσόβ – Μασάλσκυ.»

Η  Μεγάλη  Αικατερίνη  όχι  μόνο  συγχωρεί  τον  κουρσάρο  της, αλλά  και  ως  ένδειξη  της  ιδιαίτερης  αναγνώρισης  της  στρατιωτικής  του  ικανότητας  και  αξίας  του  επιτρέπει  να  παρίσταται  στις  δεξιώσεις  και  τις  γιορτές  στο  παλάτι  φορώντας  το  φέσι  του  και  προσφέροντάς  του  μια  ασημένια  κονκάρδα  με  σκαλισμένη  πάνω  της  την  επιγραφή: «Υπό  την  προστασία  της  Αικατερίνης. Το  θάνατο  του  προστάτη  της  Κατσώνη  τον  δέχεται  σαν  προσωπική  τραγωδία».

Κάποτε, ένα  βράδυ, κατά  τη  διάρκεια  της  κουβέντας  στο  παλάτι  Μαρλί  στο  Πέτεργκοφ, στο  οποίο  ήταν  παρών  ο  Κατσώνης, τελειώνοντας η  πρόποση  και  συζητώντας  για  τους  πόνους  των κάτω άκρων, ο  Λάμπρος  διηγήθηκε, ότι  γιάτρεψε  κάποιο  εξάνθημα  που  τον  ταλαιπωρούσε  χρησιμοποιώντας  αλατούχο  νερό.

Τότε  η  Αικατερίνη, κρυφά  από  το  γιατρό  της, διέταξε  να  της  φέρουν  νερό  από  τη  Βόρεια  Θάλασσα  για  να  λούζει  με  αυτό  τα  πόδια  της. Αυτό  επέφερε  μεν  το  επιθυμητό  αποτέλεσμα, αλλά  αργότερα  σύμφωνα  με  τη  γνώμη  του  γιατρού  Ρότζερσον  στη  μπανιέρα  προκλήθηκε  πιθανόν  αποπληξία. Δεν  είναι  όμως  βέβαιο, αν  το  μπάνιο  με  το  αλατούχο  νερό  άσκησε  σοβαρή  επίδραση  στο  καρδιακό-αγγειακό  σύστημα  της  αυτοκράτειρας.

Αργότερα θα κυκλοφορήσει, ότι σύμφωνα με τον Τσιτσαγκόβ: «Υπάρχει  απόσταση  στη  σχέση  της  Αικατερίνης  με  τον  Κατσώνη  κατά  το  τελευταίο  έτος  της  ζωής  της.

Εκ  του  αποτελέσματος  ο  πάγος  αυτός  στη  σχέση  της  Αυτοκράτειρας  με  τον  κουρσάρο  της  ήταν  αρκετό  για  να  εφαρμόσουν  τα  σχέδιά  τους  κάποιοι  στις  σχέσεις  της  Ρωσίας  με  την  Τουρκία».

Η  Αικατερίνη  ως  γνωστόν  πέθανε  στο  Βασιλικό  χωριό  στις  6  Νοεμβρίου  1796. Στις  20  Δεκεμβρίου  1796  ο  Πάβελ  Πέτροβιτς  Ι  υπέγραψε  διάταγμα  σύμφωνα  με  το  οποίο  δόθηκε  εντολή  στον  Κατσώνη  να  μεταβεί  στην  Οδησσό  και  να  ενταχθεί  στην  Μοίρα  Κωπηλατών  υπό  τη  διοίκηση  του  υποναύαρχου  Παουστόσκιν.

Ενδιαφέρον  είναι  το  σημείωμα  του  αυτοκράτορα  Πάβελ  Πέτροβιτς  Ι  για  το  Λάμπρο  Κατσώνη: «Προς  τον  Κύριο  Λάμπρο  Κατσώνη. Αναγνωρίζουμε τον υπερβάλλοντα ζήλο σας  στην  υπηρεσία  του  κράτους. Ως  ένδειξη  της  εκτίμησής  μας  και  της  ευμένειάς  μας  σας  στέλνουμε  αυτό  το  βασιλικό  δαχτυλίδι.  Δεχτείτε με ως  καλοθελητή.  Πάβελ  Πέτροβιτς  Ι , 27  Μαρτίου 1797».

Ήδη,  η  αυτοκράτειρα  του  έχει  δωρίσει  γη  στην  Κριμαία  αποκαλώντας  τον,  «Καπετάνιο  1ου  βαθμού». Εκεί, επίσης, αγοράζει κοντά στη  Γιάλτα,  την  τοποθεσία  Πανάς  Τσαίρ, που  σημαίνει  «Ιερό  Λιβάδι» στην  ελληνική  διάλεκτο  της  Αζοφικής. Χτίζει  το  σπίτι  του  μέσα  στο  αγρόκτημά  του  και  ονομάζει  την  περιοχή  «Λειβάδια», από  το  όνομα  της  ιδιαίτερης  πατρίδας  του  Λειβαδιάς,  που  βρίσκεται  περίπου  120  χλμ  από  την  Αθήνα  και  κοντά  στον  Παρνασσό  και  το  Μαντείο  των  Δελφών. Εδώ και  συγκεκριμένα  μετά  από  σχεδόν  100  χρόνια  από  το  θάνατό  του,  θα  οικοδομηθεί  η  θερινή  κατοικία του  Αυτοκράτορα  Νικολάου  ΙΙ.

Στην  Κριμαία,  ο  πρώην  κουρσάρος  γίνεται  ισχυρός  βιομήχανος  ασχολούμενος  με  την  εξαγωγή  κριμαϊκού  αλατιού, σίτου, ψαριών, βότκας  και  άλλων  εμπορευμάτων.

Ο  Λάμπρος  Κατσώνης, μέχρι  το  θάνατό  του, όπως  και  σε  όλη  του  τη  ζωή  έμεινε  πιστός  στον  εαυτό  του. Ο  κουρσάρος, ήρωας  της  ποίησης  του  Μπάιρον  και  των  δημοτικών  τραγουδιών, Καβαλιέρος  του  Αγίου  Γεωργίου  με  πολλά  παράσημα, πιστός  σύμμαχος  του  Ορλώβ  και  του  Ποτέμκιν  στις  μάχες, έζησε  δραστήρια  και  λαμπρή  ζωή  για  τη  δόξα  της  Ελλάδας  και  της  Ρωσίας.

Κι  όμως, η  μοίρα  του  ήταν  διαφορετική. Δεν  πέθανε  στο  κρεβάτι  του, αλλά  με  το  στιλέτο  στο  χέρι. Το  αίνιγμα  του  θανάτου  του  το  1805  μέχρι  σήμερα  δεν  έχει  λυθεί. Σύμφωνα  με  μια  πρώτη  μαρτυρία, το  1805  σε  ηλικία  53  ετών  ο  Λάμπρος  Κατσώνης  κατευθυνόταν  μόνος  πάνω  στο  δίτροχο  κάρο  του  στο  Κέρτς  για  εμπορική  του  συναλλαγή. Στο  δρόμο  κάποιος  ζήτησε  από  αυτόν  να  ανέβει  στην  καρότσα. Κουβέντα  στην  κουβέντα  πήραν  τα  ποτήρια. Ο  συνομιλητής  του,  χωρίς  να  γίνει  αντιληπτός  έριξε  κρύσταλλο  με  δηλητήριο  στο  κρασί  του  Λάμπρου. Εκείνος  ήπιε, αλλά  αισθάνθηκε  αμέσως  κολικό  πόνο  στο  στομάχι. Αμέσως,  σκέφτηκε  τη  δηλητηρίαση  και  έσυρε  το  στιλέτο  του. Τα  άλογα,  έφεραν  μέχρι  το  Κέρτς  δύο παγωμένα  πτώματα.

Η  κηδεία  του  Λάμπρου  Κατσώνη,  έγινε  στο  αγρόκτημά  του  στα  Λειβάδια  της  Κριμαίας. Υπάρχει  ακόμη  μια  δεύτερη  μαρτυρία,  ότι  έγινε  στο  Κέρτς – άλλοτε αρχαίο Παντικάπαιο και έδρα του Βασιλείου του Βοσπόρου του βασιλέος Μιθριδάτη.

Ο  τάφος  του  χάθηκε  στα  τέλη  του  19ου  αι. Από  αυτί  σε  αυτί  πέρασε, επίσης, μια  μαρτυρία,  ότι  ο  Λάμπρος  δηλητηριάστηκε  από  Τούρκους  κατασκόπους, επειδή  τους πολέμησε λυσσαλέα επανειλημμένα  για  την  ελευθερία  της  Ελλάδας.

Ο  Λάμπρος  Κατσώνης  είχε 2  γιους  από  τη  Τζιώτισσα  γυναίκα  του  Μαρία -Αγγελίνα  Σοφιανού, το  Λυκούργο (1790-1863)  και  τον  Αλέξανδρο (1804-1865).

Όπως  και  ο  πατέρας, έτσι  και  οι  γιοι  του  επέλεξαν  τη στρατιωτική οδό. Αυτοί  υπερασπίστηκαν  τη  Ρωσία  στον  πατριωτικό  πόλεμο  του  1812, πολέμησαν  στο  ρωσοτουρκικό  πόλεμο  του  1828-1829  και  αιχμαλωτίστηκαν  στην  περιοχή  της Σεβαστούπολης.

Ο  εγγονός  του  κουρσάρου, ταγματάρχης  Αλεξάντερ  Λυκούργκοβιτς (1822-1870 )  έζησε  στο  Ταγκανρόγκ,  όπως  προαναφέραμε, υπηρέτησε  στο  Ναυτικό  της  Μαύρης  Θάλασσας  και  αργότερα  μετατέθηκε  στο  στόλο  της  Βαλτικής.  Το  1869  ο  Αλέξανδρος  προσφέρει ως  δώρο  στο  βασιλιά  της  Ελλάδας  Γεώργιο  Ι,  τα  όπλα  του  μυθικού  ήρωα  παππού  του, τα  οποία  ο  βασιλιάς  δέχτηκε  με  ευγνωμοσύνη  και  τοποθέτησε  για  αιώνια  παρακαταθήκη  στο  Πολεμικό  μουσείο  δίπλα  στο  Πανεπιστήμιο  της  Αθήνας.

Ο  γιος  του  Αλέξανδρου, Σπυρίδων, έγινε  γνωστός  νομικός  και  συγγραφέας, ειδικός  της  Ιστορίας  της  Αρχαίας  Ταυρίδας.

Το  βιβλίο  του  «Στην  άγρια  φύση  της  Κριμαίας»  είναι  πολύ  γνωστό  στην  Ουκρανία. Οι  Έλληνες  όμως,  δεν  ησύχασαν  με  τον  εθνικό  τους  ήρωα. Έδωσαν  το  όνομά  του  στο  υποβρύχιο  που  κατασκευάστηκε  το 1927  στη  Γαλλία. Το  «Λάμπρος  Κατσώνης» βύθισε  το  γερμανικό  υποβρύχιο  UJ-2101  στις  19  Σεπτέμβρη  του  1943  στο  Αιγαίο. Επίσης,  το  1980  έδωσαν  το  όνομα  του  Λάμπρου  Κατσώνη  στο  υποβρύχιο  S-115  τύπου  Teng  που  κατασκευάστηκε  στις  ΗΠΑ. Ο  Άγγλος  ποιητής  και  φιλέλληνας  Λόρδος  Τζορτζ  Γκόρντον  Μπάιρον,  σε  ένα  απόσπασμα  της  2ης  ωδής  του  ποιήματός  του  «Η  νύφη  της  Αβύδου» του 1813  γράφει :

… Με  την  ελπίδα  της  λευτεριάς,

εδώ  ο  Λάμπρος  και  οι  περήφανοι  γιοι  του.

Με  τους  φίλους  κάνει  τα  σχέδια  της  μάχης.

Στο  βορρά  φέρνουν  το  όνειρο  από  την  πυρκαγιά

σηκώνοντας  στον  ουρανό  τη  μοιραία  οργή  τους …

Στην υποσημείωση  αυτού  του  ποιήματος ο  Τζορτζ Μπάιρον  δίνει  μια  σημαντική  πληροφορία: «Λάμπρος  Κατσώνης, Έλληνας ξακουστός για τον αγώνα του το 1789-1790 για την  ανεξαρτησία  της πατρίδας του. Εγκατέλειψε τους Ρώσους για  να  γίνει  πειρατής. Αυτός  και  ο  Ρήγας  είναι  οι  2 μεγαλύτεροι Έλληνες  Επαναστάτες…».

Άγιος Κωνσταντίνος Αγρινίου 21.01.2012

περισσότερα…

https://djangorus1.livejournal.com/3834.html

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *