You are currently viewing Ο Γιώργος Σεφέρης περιγράφει τη Μικρασιατική Καταστροφή

Ο Γιώργος Σεφέρης περιγράφει τη Μικρασιατική Καταστροφή

Ο μεγάλος νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης (Σεφεριάδης το πραγματικό όνομα) γεννήθηκε στα Βουρλά της Μικράς Ασίας (29 Φεβρουαρίου του 1900). Το 1914 με τον πρώτο διωγμό των χριστιανών από τους Τούρκους, εποχή κατά την οποία άρχισε να γράφει τους πρώτους στίχους του, με το η οικογένεια  του εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα.
Στο πρόσωπό του, στην ποιητική, δοκιμιακή και μεταφραστική του εργασία, η νεοελληνική γραμματεία αναγνωρίζει έναν από τους κλασικούς του 20ου αιώνα.

 Ο Γιώργος Σεφέρης γράφει για την Καταστροφή

Το σπίτι κοντά στη θάλασσα

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί· κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά κάποτε δεν τα βρίσκει· το κυνήγι ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια·οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.

Μη μου μιλάς για τ’ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της· δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.

Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσσια του ήλιου, κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες γυαλιστερές πάνω στη μέρα· όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν, ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν μ’ εκείνους που έμειναν μ’ εκείνους που έφυγαν μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.

Γιώργος Σεφέρης Βουρλά Μικράς Ασίας

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια, θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους καμιά φορά, σα σταματήσω· ακόμη καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές μ’ ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι πως κάποιος ετοιμάζεται να ‘ρθει, πως τον στολίζουν μ’ άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες, πως ετοιμάζεται να ‘ρθει να μ’ αποχαιρετήσει· ή, μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά, Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια, από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα, με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα, πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ’ τη σκάλα.

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.

Πηγή: Παράλια της Μικράς Ασίας Ελλήνων μνήμες του Πέτρου Μεχτίδη

Facebook Comments Box

Αφήστε μια απάντηση

27  +    =  34