Ο Γιώργος Σεφέρης και οι διωγμοί του 1914

Τον Αύγουστο του 1914, πριν ακόμη η Τουρκία μπει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, ενώ οι διωγμοί κατά των Ελλήνων στη Δυτική Μικρασία εντείνονται και δεκάδες χιλιάδες Έλληνες Μικρασιάτες εξορίζονται ή υποχρεώνονται να καταφύγουν πρόσφυγες στην Ελλάδα και αλλού, η οικογένεια Σεφεριάδη, ο πατέρας Στέλιος, δικηγόρος, με έντονη κοινωνική δράση στη Σμύρνη, η γυναίκα του Δέσπω και τα τρία παιδιά τους, ο Γιώργος, η Ιωάννα και ο Άγγελος, κλείνουν και εγκαταλείπουν το σπίτι τους στη Σμύρνη και καταφεύγουν στην Αθήνα. Είναι κι αυτοί θύματα των διωγμών.Αν και δεν φαίνεται ότι τυπικά η Οθωμανική Διοίκηση τους διέταξε να εγκαταλείψουν τη Σμύρνη, από τις συνθήκες τρομοκρατίας που είχαν προκαλέσει οι νεότουρκοι,εξαναγκάστηκαννα φύγουν.

Παραθέτουμε, στη συνέχεια, απόσπασμα από τη βιογραφία «Γιώργος Σεφέρης. Περιμένοντας τον Άγγελο» (σελ. 52-53). Σε αυτό ο βιογράφος του, ο γνωστός ελληνιστής ΡόντρικΜπήτον, αναφέρεται στα δύσκολα για τον Μικρασιατικό Ελληνισμό χρόνια των διωγμών 1913-1914, που παράλληλα είναι η περίοδος που ο Γιώργος Σεφέρης περνά από την παιδική ηλικία στην εφηβεία και ταυτόχρονα αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη Σμύρνη και τη Σκάλα των Βουρλών, όπου περνούσε τα καλοκαίρια στο σπίτι του παππού του, για να εγκατασταθεί στην Αθήνα:seferis-varka-vourla-mikras

Ο Γιώργος Σεφέρης στη βάρκα. Πίσω αριστερά του η αδερφή του Ιωάννα. Σκάλα Βουρλών.

«Σε σύγκριση με παλαιότερους αιώνες, οι συνθήκες την περίοδο αυτή ήταν ακόμη πιο δύσκολες για τους Χριστιανούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ήττα που υπέστη η Αυτοκρατορία στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο τον Δεκέμβριο του 1912 προκάλεσε αιματηρό πραξικόπημα στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη Ιανουαρίου. Τα γεγονότα αυτά έφεραν στην εξουσία το 1913, και για πρώτη φορά στην οθωμανική ιστορία, μια κυβέρνηση η οποία δεν ήταν ούτε οικουμενική ούτε ανεκτική απέναντι στην πολυμορφία: ήταν, αντ’ αυτού, αμείλικτα και εθνικιστικά τουρκική. Η Κυβέρνηση αυτή, του Κομιτάτου της Ένωσης και της Προόδου, είχε ως επικεφαλής την τριανδρία που σύντομα θα οδηγούσε την Αυτοκρατορία στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων: μέλη της τριανδρίας ήταν ο Εμβέρ Πασάς, ο Ταλάτ Πασάς και ο Κεμάλ Πασάς.

Γράφοντας στη μητέρα του τον Οκτώβριο του 1913, ο Γιώργος παραπονείται: «Εδώ πέρα οι Τούρκοι είναι εναντίον των Ελλήνων και ό, τι Ελληνικό βιβλίο δούνε σε χέρια κανενός μαθητού το σχίζουν…». Δεν πρέπει να είχε περάσει πολύς καιρός από την επιστροφή των γονιών του από το Παρίσι, όταν συνέβη ένα γεγονός που έμεινε στη μνήμη του Γιώργου και της Ιωάννας για πολλά χρόνια αργότερα. Ένα βράδυ, κάποιος χτύπησε την εξώπορτα. Ο Γιώργος πήγε ν’ ανοίξει. Ο Άγγελος και η Ιωάννα, ακούγοντας τον θόρυβο, βγήκαν στο πλατύσκαλο του επάνω πατώματος. Βιαστικά, μπήκε στην αυλή ο θείος Σωκράτης, βαστώντας μια κυρία σφιχτά από το μπράτσο. Η κυρία φορούσε βέλο και ήταν ντυμένη στα μαύρα. «Φώναξε τον πατέρα σου», είπε στον Γιώργο ο θείος Σωκράτης και οδήγησε την κυρία, που ούτε καν τον χαιρέτησε, κατευθείαν στην τραπεζαρία. Η Δέσπω ήταν κι εκείνη στο κάτω πάτωμα και θα φτιάξει το βέλο της κυρίας, προτού στραφεί προς τη σκάλα για να πει στα μικρά να πάνε αμέσως στα δωμάτιά τους. Την επόμενη μέρα έμαθαν πως η «κυρία» ήταν στην πραγματικότητα ένας από τους μουλαράδες που δούλευαν για την οικογένεια, τον οποίο καταζητούσαν οι οθωμανικές Αρχές. Ο φυγάς πέρασε τη νύχτα κάτω από τη στέγη των Σεφεριάδηδων, και το άλλο πρωί τον έντυσαν ανθρακωρύχο και τον επιβίβασαν λαθραία σ’ ένα ατμόπλοιο με προορισμό τον Πειραιά.

Τέτοιες αναμνήσεις, απ’ ό, τι φαίνεται, υπήρξαν πολλές. Τρεις ψαράδες, πιθανόν από τη Σκάλα, που δούλευαν για την οικογένεια, δολοφονήθηκαν σ’ ένα από τα ερημονήσια όπου ο θείος Σωκράτης πήγαινε παλαιότερα τα παιδιά εκδρομή με τη βάρκα του.

seferis-aderfi-tou-skala-vo

Ο Γιώργος Σεφέρης ανάμεσα στην αδερφή του Ιωάννα και τον αδερφό του Άγγελο. Σκάλα Βουρλών 1907.

 

Τέτοια ήταν η ατμόσφαιρα που επικρατούσε όταν ο Γιώργος τελείωσε την πρώτη χρονιά του γυμνασίου τον Ιούνιο 1914. Αλλά αυτόν τον χρόνο, όπως και τον προηγούμενο, δεν ετέθη καν θέμα να πάει η οικογένεια για τις καλοκαιρινές διακοπές στη σχετικά ερημική Σκάλα.

…………………………………………………………………………………………

Όποιος κι αν υπήρξε ο ακριβής λόγος, «σε μια εβδομάδα μέσα» από την κήρυξη του πολέμου στις 4 Αυγούστου, το σπίτι των Σεφεριάδηδων πίσω από τον «Αθλητικό Όμιλο» σφραγίζεται επ’ αόριστον. Κανένα από τα μέλη της οικογένειας δεν μπορούσε να γνωρίζει πότε, ή και αν ακόμη, θα επέστρεφαν στο σπίτι όπου είχαν γεννηθεί τα παιδιά ……………………… Εκείνο τον Αύγουστο, λοιπόν, η οικογένεια μπαρκάρει για τον Πειραιά».

seferis-foititis-mikrasiati

Ο Γιώργος Σεφέρης φοιτητής

 

Όταν, διπλωμάτης πια, το 1938 προάγεται και προβλέπεται η τοποθέτηση του στο Προξενείο της Σμύρνης, φανερά επηρεασμένος από την προοπτική να ξαναβρεθεί ‘στον τόπο τον δικό του’, γράφει το ποίημα:

 

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ

 

«Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;

χρόνια ξενιτεμένος ήρθες

με εικόνες που έχεις αναθρέψει

κάτω από ξένους ουρανούς

μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου».

 

«Γυρεύω τον παλιό μου κήπο

τα δέντρα μού έρχουνται ως τη μέση

κι’ λόφοι μοιάζουν με πεζούλια

κι’ όμως σαν είμουνα παιδί

έπαιζα πάνω στο χορτάρι

κάτω από τους μεγάλους ίσκιους

κι’ έτρεχα πάνω σε πλαγιές

ώρα πολλή λαχανιασμένος».

 

Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου

σιγά σιγά θα συνηθίσεις

θ’ ανηφορίσουμε μαζί

στα γνώριμά σου μονοπάτια

θα ξαποστάσουμε μαζί

κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων

σιγά σιγά θα ’ρθουν κοντά σου

το περιβόλι κι’ πλαγιές σου».

 

Ο

 

«Γυρεύω το παλιό μου σπίτι

με τ’ αψηλά τα παραθύρια

σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό

γυρεύω την αρχαία κολόνα

που κοίταζε ο θαλασσινός.

Πώς θες να μπω σ’ αυτή τη στάνη;

οι στέγες μούέρχουνται ως τους ώμους

κι’ όσο μακριά και να κοιτάξω

βλέπω γονατιστούς ανθρώπους

λες κάνουνε την προσευχή τους».

 

«Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;

σιγά σιγά θα συνηθίσεις

το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις

κι’ αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν

σε λίγο οι φίλοι κι’ οι δικοί σου

γλυκά να σε καλωσορίσουν».

 

«Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;

σήκωσε λίγο το κεφάλι

να καταλάβω τι μου λες

όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου

ολοένα πάει και λιγοστεύει

λες και βυθίζεται στο χώμα».

 

«Παλιέ μου φίλε συλλογίσου

σιγά σιγά θα συνηθίσεις

η νοσταλγία σου έχει πλάσει

μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους

έξω απ’ τη γης κι’ απ’ τους ανθρώπους».

 

«Πια δεν ακούω τσιμουδιά

βούλιαξε κι’ ο στερνός μου φίλος

παράξενο πώς χαμηλώνουν

όλα τριγύρω κάθε τόσο

εδώ διαβαίνουν και θερίζουν

χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα».

 

Αθήνα άνοιξη ’38 (από τη συλλογή «Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄»)

 

Γράφει σχετικά με αυτό το ποίημα ο Μπήτον: «…ο Γιώργος πρέπει να βρέθηκε αντιμέτωπος με την πιθανότητα της επιστροφής του σε μέρη που είχε να δει από τότε που ήταν ακόμη παιδί. Είναι ένα από τα νήματα που συνθέτουν αυτό το απατηλά απλό ποίημα. Σε ένα πιο άμεσο όμως επίπεδο, ο ξενιτεμένος που γυρίζει είναι ο ίδιος ο Γιώργος, ο οποίος μόλις έχει επιστρέψει από την Αλβανία (σ.σ. υπηρετούσε στο προξενείο της Κορυτσάς). Ο τόπος όπου επιστρέφει είναι η Αθήνα της 4ης Αυγούστου». («Περιμένοντας τον Άγγελο» σελ. 249).

 

Τελικά ο Γιώργος Σεφέρης θα επιστρέψει, για μια και μοναδική φορά στη ζωή του, στη Σμύρνη και στη Σκάλα το 1950 όταν, από την Άγκυρα όπου υπηρετούσε, θα κάνει ένα σύντομο ταξίδι ‘στα μέρη τα δικά του’ που θα το αποκαλέσει «κάθοδος στον Άδη».

seferis-vourla-mikrasiatis

Ο Γιώργος Σεφέρης στη Σκάλα Βουρλών, κατά τη μοναδική «επιστροφή» του, το 1950.

 

Φ.Γ.Π.

 

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *