Νέα πρόκληση με τη Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη

Νέα πρόκληση της Τουρκίας με την κατάργηση του μουσειακού χαρακτήρα της ιστορικής Μόνης Αγίου Σωτήρος εν τη Xώρα ή αλλιώς «Μονή της Χώρας», μνημείο και αυτό παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς και της μετατροπής της σε τζαμί.

Η ιστορική μόνη λειτουργούσε ως μουσείο για πάνω από 60 χρόνια.

Η απόφαση  για τη μετατροπή της Μονής της Χώρας σε τζαμί, από το Ανώτατο Τουρκικό Δικαστήριο, είχε εκδοθεί πέρυσι, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν είχε εφαρμοστεί μέχρι το πρωί της Παρασκευής που δημοσιεύτηκε σε ΦΕΚ.

Η ιστορία της Μονής της Χώρας

Μερικά από τα καλύτερα δείγματα των ψηφιδωτών της βυζαντινής τέχνης διατηρούνται μέχρι τις μέρες μας στη Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη. Το κτίσμα αυτό, περίφημος μεσοβυζαντινός ναός της Βασιλεύουσας ως προς την αρχιτεκτονική, του οποίου ο προσεγμένος διάκοσμος φιλοτεχνήθηκε επί Παλαιολόγων, μετά την Άλωση μετατράπηκε σε τέμενος και είναι γνωστό σήμερα ως Kariye Çamii. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, το κτίσμα επισκευάστηκε και έκτοτε λειτουργούσε μέχρι σήμερα ως μουσείο.

 

Οι τοίχοι και ο τρούλος του καθολικού διακοσμήθηκαν με μωσαϊκά και τοιχογραφίες έξοχης τεχνοτροπίας που αναπαριστούν σκηνές από το βίο του Χριστού και της Θεοτόκου.

 

Η μονή της Χώρας ήταν χτισμένη στον έκτο λόφο της Κωνσταντινούπολης περίπου 150 μέτρα από το Θεοδοσιανό τείχος, νότια του Κεράτιου κόλπου, στην περιοχή Edimekapi της σημερινής πόλης.


Ολόκληρο το όνομα του καθολικού του μοναστικού συγκροτήματος, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, ήταν «Η εκκλησία του Αγίου Σωτήρος εν τη Χώρα», ήταν επομένως αφιερωμένη στο Χριστό. Στη θέση του σωζόμενου μνημείου υπήρχε ναός ήδη από τον 5ο αιώνα, καθολικό μονής που βρισκόταν έξω από τα τείχη του Κωνσταντίνου Α΄ (306/324-337).

Ο προσδιορισμός «εν τη Χώρα», απ’ όπου και το συντετμημένο όνομα «Μονή της Χώρας», ερμηνεύεται κατά κανόνα ως σχετιζόμενος ακριβώς με τη θέση του παλαιότερου ιδρύματος εκτός των τειχών της πόλης. Όταν ο Θεοδόσιος Β΄ (408-450) έχτισε τα νέα τείχη, κατά το διάστημα 412-441, η μονή περιελήφθη στον περίβολο των οχυρώσεων (βρίσκεται σε απόσταση περ. 150 μ. από το τείχος).

 

Η έρευνα του P.A. Underwood, απέδειξε ότι ο ναός χτίστηκε μεταξύ των ετών 1077 και 1081 από την πεθερά του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) Μαρία Δούκαινα, πάνω σε παλαιότερα κτίσματα του 6ου και του 9ου αιώνα· αργότερα, λόγω των ζημιών που προκλήθηκαν στην ανατολική πλευρά, ενδεχομένως από σεισμό, επισκευάστηκε ριζικά γύρω στο 1120 από τον σεβαστοκράτορα Ισαάκιο Κομνηνό, γιο του Αλεξίου Α΄. Στους παλαιολόγειους χρόνους, μεταξύ των ετών 1316-1320/1321, ο Θεόδωρος Μετοχίτης πρόσθεσε τον εξωνάρθηκα και το νότιο
παρεκκλήσιο, προσθήκες χαρακτηριστικές στην υστεροβυζαντινή ναοδομία, και κόσμησε το ναό με τα περίφημα ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες.

 

Περίπου μισό αιώνα μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, το κτίσμα μετατράπηκε σε τέμενος με εντολή του μεγάλου βεζίρη τουσουλτάνου Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512) και πήρε το όνομα Kariye Çamii. Τα ψηφιδωτά και οι τοιχογραφίες καλύφθηκαν με παχύ στρώμα κονιάματος, που μαζί με τους συχνούς σεισμούς στην περιοχή κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος της αρχικής διακόσμησης.

 

Το 1948, με πρωτοβουλία των Thomas Whittemore και Paul A. Underwood, ερευνητών στο Αμερικανικό Βυζαντινό Ινστιτούτο (Byzantine Institute of America) και στο Κέντρο Βυζαντινών Σπουδών του Dumbarton Oaks, ξεκίνησε το πρόγραμμα αναστήλωσης του μνημείου. Έκτοτε το μνημείο έπαψε να λειτουργεί ως τέμενος και το 1958 άνοιξε τις πόρτες του για το κοινό ως Kariye Müzesi (Μουσείο Καριγιέ τζαμί).

 

 

 

 

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *