Μικρασιάτικα μελομακάρονα: Φοινίκια με κανέλα και κονιάκ

foinikia

Της Αρχοντίας Κάτσουρα

Η φράση αυτή επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες και πια αδημονώ να την ακούσω και φέτος. Η παρασκευή γλυκών, όπως οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα -οι Μικρασιάτισσες γιαγιάδες μου τα έλεγαν φοινικια- είναι εκ των ων ουκ άνευ στο σπίτι. Καμιά από τις δύο δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι στο σπίτι θα μπουν γλυκά ζαχαροπλαστείου, ότι θα προσφέρουμε στους ξένους μας γλυκά «έτοιμα», κι ας υπάρχουν τόσα και τόσα εξαιρετικά στην αγορά -δεν είναι εύκολο για κάποιαν «καλομαθημένη» σαν κι εμένα στο καλό να κάνει τέτοιο κομπλιμέντο. Τι κι αν οι εγγόνες γίναμε μοντέρνες, σπουδάσαμε, εργαζόμαστε και, τέλος πάντων, δεν ακολουθήσαμε κατά γράμμα τη δική τους συνταγή: σχολείο και παντρειά νωρίς νωρίς, γιατί ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου. Τα χριστουγεννιάτικα γλυκά είναι πάντα σπιτικά.

Αμα τη επιστροφή από την αγορά, και αφού περνούν μια-δυο ώρες ώσπου να τακτοποιήσουμε τα ψώνια και την κουζίνα, να αδειάσουν τραπέζι και πάγκοι, να φρεσκαριστούν ταψιά, λεκάνες, δοσομετρητές και λοιπά εργαλεία, το γλυκό μας βάσανο αρχίζει… Ο φούρνος -μέτριος- ανάβει πρώτος, γιατί γλυκό σε κρύο φούρνο δεν μπαίνει ποτέ, κι ύστερα αρχίζουν τα ζυμάρια: βούτυρο, αλεύρι, ζάχαρη άχνη και ολόκληρα καβουρδισμένα αμύγδαλα για τους κουραμπιέδες, αλεύρι, σιμιγδάλι, κανέλα, γαρίφαλο, κονιάκ, μέλι και καρύδια τριμμένα για τα μελομακάρονα.

Πιστέψτε με, δεν είναι καθόλου εύκολη δουλειά· αυτά τα καλούδια πρέπει να έχουν το σωστό σχήμα και μέγεθος, ώστε όταν θα φας ένα να γλυκαθείς αλλά να μη λιγωθείς. Επίσης ο χρόνος ψησίματος είναι αυστηρός, ούτε να παραψηθούν, αλλά ούτε και να μείνουν ωμά. Στο τέλος της ημέρας μάς πονάνε τα χέρια και οι πλάτες μας, έχουμε ζαλιστεί από τις πολλές μυρωδιές και τα βρόμικα κουζινικά είναι τόσα, που και επαγγελματίας λαντζέρης θα τρόμαζε. Η πληρωμή όμως είναι ανεκτίμητη: οι πιατέλες γεμίζουν με γλυκά και τοποθετούνται στην τραπεζαρία, γιορτινή διακόσμηση πολύ ακριβή. Το δεντράκι θα μπορούσε να λείψει, οι γιορτινές πιατέλες όχι.

Από αυτά θα πάμε δώρο σε πρόσωπα αγαπημένα, συγγενείς και φίλους, θα κεράσουμε τα ανίψια που θα έρθουν για τα κάλαντα, θα τα σερβίρουμε μετά το γιορτινό τραπέζι, θα φάμε κανένα και με τον καφέ – δεν πειράζει που παχαίνουν λίγο. Κι αν μέχρι την Πρωτοχρονιά τα έχουμε καταναλώσει, δεν πειράζει. Θα φτιάξουμε μπακλαβά, μπορεί και δίπλες.

Φαντάζομαι ότι πολλοί είναι σαν εμάς. Ισως να μη φτιάχνουν γλυκά με τη δική μας ζέση, αλλά σίγουρα τηρούν με αφοσίωση μια άλλη αγαπημένη συνήθεια: μια βόλτα στις εορταστικά διακοσμημένες πλατείες, ένα οικογενειακό τραπέζι τις μέρες των γιορτών, ένα ξενύχτι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς με φίλους στους δρόμους της Αθήνας, κάτι. Τα δυο-τρία τελευταία χρόνια όμως, που τα πράγματα για όλους μας είναι πολύ δύσκολα, κάνουμε δώρα μικρότερης χρηματικής αξίας -συνειδητοποιήσαμε πάντως την άλλη, τη συναισθηματική-, μετράμε το κάθε ευρώ και ανοίγουμε τους λογαριασμούς μας με όλο και περισσότερο φόβο, αυτές οι καλές συνήθειες έχουν αποκτήσει κι έναν άλλο χαρακτήρα, λιγότερο εορταστικό ίσως, οπωσδήποτε όμως σημαντικό. Είναι κάτι σαν τις σταθερές που μας κρατάνε πνευματικά ζωντανούς, όταν γύρω μας ο κόσμος διαλύεται και συρρικνώνεται.

Φέτος, λοιπόν, θα κάνουμε πάλι το ίδιο. Θα φτιάξουμε φοινίκια με καλό μέλι και κουραμπιέδες με ολόκληρα καβουρδισμένα αμύγδαλα. Το σπίτι θα μυρίσει μπαχαρικά, θα γλυκαθεί η όσφρηση πριν από τη γεύση. Ελπίζω η ανιψιά μου, που σύντομα θα κλείσει τα δύο, να μας ζυμώσει ένα μελομακάρονο να ψήσουμε με τα δικά μας. Ισως να μην έχει το σωστό μέγεθος και σχήμα, αλλά σαν μεγαλώσει, ίσως να θέλει κι εκείνη να φτιάχνει τα δικά της γλυκά και τέτοιες μέρες να τρέχει στην αγορά για φρέσκο βούτυρο, κανέλα και γαρίφαλο.

efsyn.gr

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *