Κριτική Π. Τιμογιαννάκη για την παράσταση “Σμύρνη μου Αγαπημένη”

homepic_low

Η προκατάληψη είναι ,κι ήταν πάντα,ένας πολύ κακός σύμβουλος. Διότι στήνει παγίδες στο να χάσεις κάτι αξιόλογο το οποίο μπορεί και να σε “γέμιζε”. Η παράσταση του έργου “ΣΜΥΡΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ” που έγραψε και σκηνοθέτησε η ΜΙΜΗ ΝΤΕΝΙΣΗ στο θέατρο του ΚΕΝΤΡΟΥ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, στην οδό Πειραιώς 254, δίπλα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών είναι ΠΕΡΙΤΡΑΝΟ παράδειγμα. Και περίτρανη ΑΠΟΔΕΙΞΗ.

 

Ξεκινώ από το θέμα “Σμύρνη” επειδή με πονάει. Και πονάει πολλούς ακόμα, πάρα πολλούς. Διότι αν αναλογιστεί κανείς ότι το 1922 ήρθαν από εκεί περί τα 2 εκατομμύρια πρόσφυγες, καταλαβαίνει εύκολα πόσοι καταγόμαστε από εκείνα τα μέρη, πως η μεγάλη μερίδα του ελληνικού πληθυσμού είναι προσφυγικής καταγωγής αφού δεν περιοριζόμαστε στενά στην αγαπημένη πόλη που κοιτάζει απέναντι τη Χίο αλλά κι από την όλη Μικρά Ασία και λίγο πιό μέσα και φτάνουμε ως την Κωνσταντινούπολη, ανηφορίζουμε ως τον Πόντο και δεν λησμονούμε και την Ανατολική Θράκη που ήταν κι η χαριστική βολή.

Ενα έργο στο θέατρο με θέμα την Σμύρνη θεωρώ πως πάντα θα μας αφορά κι οφείλω να πω ότι το ελληνικό θέατρο δεν ασχολήθηκε με το θέμα όσο θα έπρεπε- για να μην πω σχεδόν καθόλου.

Αυτό που είδα με ικανοποίησε τόσο πολύ, με γέμισε τόσο πολύ, με συγκίνησε τόσο πολύ ώστε θεώρησα χρέος μου να γράψω μερικές εντυπώσεις…Χρέος μου απέναντι στη γιαγιά μου, στον παππού μου και σε όλους τους προγόνους,ένα χρέος που καθυστερούσα να εκπληρώσω διότι το θέμα με έπνιγε και δεν έβρισκα τα κουράγια. Εννοώ, να πάω σε εκείνα τα μέρη, να πάω να ψάξω τις ρίζες μου, να “μας” βρω και να ΜΕ βρω.Την πρώτη φορά που επιχείρησα να το αποτολμήσω, κατέβηκα από το λεωφορείο μόλις είδα την πινακίδα Izmir 42 Km.Τα γόνατα μου με πρόδωσαν, και σε κρίση πανικού ζήτησα από τον οδηγό να ανοίξει την πόρτα και να κατέβω. Στον έρημο δρόμο, μεταξύ Εφέσσου και Σμύρνης. Ολομόναχος. Απλά, δεν άντεχα.

Επειδή, όμως, δεν το βάζω εύκολα κάτω, ανασυγκροτήθηκα και μετά από χρόνια, έχοντας ζήσει αυτή την εμπειρία του πανικού, άρα προετοιμασμένος πλέον, το αποτόλμησα εκ νέου.Αυτή τη φορά πήγαινα συνειδητά σαν σε κηδεία, να κάνω το πένθος μου. Και κάνοντας το πένθος, βλέποντας τον νεκρό στο φέρετρο, συνειδητοποίησα και ΛΥΤΡΩΘΗΚΑ. Αν και “σημάδι μαύρο απόμεινε/κι ας έσπασε ο χαλκάς” που έλεγε κι ο ποιητής της θάλασσας.Κι όταν πήγα στον Μπουτζά, το προάστιο της Σμύρνης από το οποίο καταγόμαστε, παρέθεσα γεύμα στους φίλους που με είχαν συνοδεύσει στο δύσκολο αυτό ταξίδι (τη δεύτερη φορά φρόντισα να μην πάω μόνος), ένα τραπέζι σαν κι αυτό που κάνουμε μετά τις κηδείες, στη μνήμη της γιαγιάς μου, του παππού μου κι όλων των προγόνων κι από κει και πέρα, τα ταξίδια στη Σμύρνη έγιναν μέρος της ζωής μου. Επαψα να την φοβάμαι  διότι κατάγομαι από αυτήν κι αυτό με τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει ακόμα κι αν αλλάζει ο παγκόσμιος χάρτης.. Κι είναι τόσο ΟΜΟΡΦΗ…

Από εντιμότητα προς τους αναγνώστες έκρινα απαραίτητο να δηλώσω και τα συναισθήματα με τα οποία πήγα να δω αυτή την παράσταση.

Κι η παράσταση , με το έργο μαζί, με ξεπέρασε.

Θα σας πω τι είναι ακριβώς και θα σας εξηγήσω κι ένα δύο πράγματα, αν τυχόν δεν είστε λήπτες του μηνύματος.

Αν έχετε διαβάσει το βιβλίο “Χαμένος Παράδεισος” του Μίλτον Τζάιλς  ή έχετε δει το ντοκιμαντέρ της Μαρίας Ηλιού για την Σμύρνη, τότε είστε λήπτες, γνωρίζετε το πλαίσιο. Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετεί η Μιμή Ντενίση το έργο το οποίο το έχει γράψει εξυπνότατα αλλά και ικανότατα. Στα πρότυπα του “λαικού” έπους κάνει ένα αστικό, θα έλεγα έπος, για την Σμύρνη, των τελευταίων χρόνων πριν από τη Μεγάλη Καταστροφή.Το έχει γράψει με μικρές σκηνές, σύντομες, που δίνουν έτσι κινηματογραφικό, ταχύ ρυθμό στη δράση, και μέσα στα γεγονότα του “χαμένου παράδεισου”, εντός ή εκτός εισαγωγικών, έχει εντάξει μία πολυμελή οικογένεια  του πως βιώνουν ΚΑΙ τη ζωή της Σμύρνης γενικά , ΚΑΙ τη ζωή της Σμύρνης των ημερών εκείνων ΚΑΙ τον απόηχο της εκστρατείας  στην ενδοχώρα αλλά και τη μεγάλη σφαγή όταν μπήκε ο τουρκικός στρατός στην Πεντάμορφη και την έκαψε σφάζοντας ανελέητα, παραδίνοντας την στις λεηλασίες και στις ορέξεις των εξαγριωμένων νικητών. Τη σμυρνέικη οικογένεια απαρτίζει ένας θαυμάσιος θίασος πλάι στην Μιμή Ντενίση που υποδύεται την αφηγήτρια της ιστορίας που μιλά για τη φαμίλια της και για τη ζωη της. Η οποία Ντενίση μέσα από τον συγγραφικό εαυτό της ωρίμασε και τον επί σκηνής εαυτό της. Και δεν μιλώ για την ομορφιά της και την πρωταγωνιστική της παρουσία που κι αυτά τα έχει ωριμάσει.Ο Κώστας Βουτσάς κάνει τον πατέρα της και συγκινεί ως Βουτσάς που επιμένει εκεί πάνω  Και βγάζει και συγκίνηση ειδικά προς το τέλος του ρόλου του. Ο Τάσος Χαλκιας κάνει τον άντρα της , τον Δημητρό, κι είναι αυτό που λέμε  “ο Σμυρνιός οικογενειάρχης”. Ο Κρατερός Κατσούλής κάνει τον αδελφό του Χαλκιά, που είναι βασιλικών τάσεων σε αντίθεση με την υπόλοιπη οικογένεια που είναι βενιζελική -και δοκιμάζεται επιτυχώς σε κάτι πιό ώριμο και στέρεο.. Ο Μιχάλης Μητρούσης είναι ο Τούρκος που τον είχαν στη δούλεψη τους χρόνια- και τον ζωγραφίζει αυτό τον Τούρκο.. Ο Τάσος Νούσιας είναι παραπάνω από υπέροχος στο ρόλο του γιού του Μητρούση που έχει “περάσει” στους Νεότουρκους και θα μπεί με τον στρατό του Κεμάλ στη Σμύρνη όταν θα παραδίδεται στις φλόγες ενώ είχε και μιά αγιάτρευτη φλόγα ανέκαθεν για την κυρά. Η Χριστίνα Αλεξανιάν είναι υπέροχη όχι μόνο στις σκηνές που λέει το κείμενο της ως Αρμένισσα φίλη της οικογένειας αλλά και στις σιωπηλές σκηνές, όπου συμμετέχει χωρίς να χάνει ποτέ επαφή με το περιβάλλον. Κι οι άλλοι ηθοποιοί, για να μη γράφω καταλόγους ονομάτων και θυμώσει η αρχιδασκάλα της θεατρικής κριτικής “ΑΛΚΗΣ ΘΡΥΛΟΣ”, αποδίδουν φιλότιμα αυτό που ανέλαβαν..

Το λαικό-αστικό αυτό έπος υποστηρίζεται ως προς το γράψιμο από μπρεχτικά στοιχεία όπου το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας βγαίνει συχνά από τη δράση και περιγράφει μιά κατάσταση αλλά κι από αγγελοπουλικά δάνεια σε κάποιες σκηνές ονείρου και νοσταλγίας που τα κάνει ακόμα πιό έκτυπα η συνεργασία του Γιώργου Πάτσα στα σκηνικά και στα κοστούμια. Το δε “μπρεχτικό” ολοκληρώνεται με τη συμβολή τραγουδιών ζωντανά εκτελεσμένων επί σκηνής  με άριστη δουλειά του μουσικού υπεύθυνου της παράστασης Ανδρέα Κατσιγιάννη – ως κι ο Μπάμπης Τσέρτος τους κάνει την τιμή και συμμετέχει ζωντανά στην παράσταση. ενώ οι σύντομες σε διάρκεια σκηνές υποστηρίζονται από εξαίρετες σκηνικές, σκηνογραφικές  και σκηνοθετικές λύσεις.Αυτό που μου έκανε επίσης θετική εντύπωση είναι πως το μέτρο κυριαρχεί παντού. Είτε στη χρήση των τραγουδιών είτε στα ηθογραφικά στοιχεία είτε στα νοσταλγικά είτε στις μνήμες είτε στο πατριωτικό κομμάτι αλλά και στην αυτοκριτική. Και στο γράψιμο. Στο δράμα που ξέρει να βάζει χαλινάρι με γκέμια γερά στο μελόδραμα. Και σε μιά πλοκή που υποδεικνύεται κι αυτή με μέτρο χωρίς να μεταβάλλεται σε σκέτη “υπόθεση έργου περιπετείας” και να ξεφεύγουμε έτσι από το θέμα. Μα και στο πολιτικό επεκτείνεται αλλά κι εκεί με μέτρο. Παίρνεις μαζί σου κάποια ερωτήματα…. Ακόμα και για τον Βενιζέλο και για τις Εκλογές του ’20 που σήμαναν την αντίστροφη μέτρηση.

Υπάρχουν εικόνες που μου έχουν μείνει χαραγμένες. Ο τρόπος με τον οποίο αποδίδεται επί σκηνής η Καταστροφή είναι εξαιρετικός. Είναι θέατρο πραγματικό , θέατρο του σήμερα, επηρεασμένο από πολλών λογιών τεχνικές. Επίσης, η “ανάληψη” στον ουρανό της Σμύρνης όταν καταφέρνουν να χωθούν στο καράβι κι ο τρόπος “προσγείωσης” στο λιμάνι του Πειραιά- της δικής μου γενέτειρας!!!!!!!!! Και των απογόνων εκείνων…

Το καφέ Σαντάν κι η περιβόητη πρεμιέρα του “Ριγολέτου” το 1917 που ο κόσμος χανόταν κι οι Σμυρνιοί  με τις Σμυρνιές είχαν το νου τους στην πρεμιέρα του ιταλικού μελοδράματος-ΑΛΗΘΙΝΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ.

Επίσης, η μαγευτική σύλληψη του αρχοντόσπιτου της οικογένειας , που βρίσκεται σε καλή περιοχή στην προκυμαία της Σμύρνης κι ένα σκηνικό-σκηνογραφικό εφφέ “μεταδίδει ζωντανά” τη ζωή στη θάλασσα και το τι βλέπει αυτό το σπίτι. Διότι μέσα σε όλα τα άλλα που “βλέπει” είναι κι ο συμμαχικός στόλος, που οι Σμυρνιοί καθώς βρίσκονται “στον κόσμο τους” εφησυχάζουν ότι πρόκειται για εγγύηση ασφάλειας…

Συζητούσα με ένα φίλο, μετά την παράσταση, πως σε εποχές δύσκολες, ο κόσμος έχει περισσότερη ανάγκη το δράμα παρά την κωμωδία διότι μέσα από το δράμα λυτρώνεται. Στην κωμωδία ξεχνιέται προς στιγμήν και μετά ξαναβγαίνει στο πρόβλημα.Από την τρίωρη παράσταση, που δεν καταλαβαίνεις πότε πέρασε ο χρόνος, βγαίνεις λυτρωμένος. Οπως δεν κατάλαβε κανείς πώς πέρασαν τόσα χρόνια από τότε.

ΥΓ. Τώρα, αν αυτή που το έγραψε και το σκηνοθέτησε λέγεται Μιμή Ντενίση κι όχι κάπως αλλιώς και πειράζει κάποιους, εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε επ’ αυτού. Ούτε όμως και να το αποκρύψω.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Για να αισθανθείτε πιό ολοκληρωμένοι για τις χαμένες πατρίδες διαβάστε και το άρθρο “ΟΣΑ ΣΑΡΩΣΕ Η ΘΥΕΛΛΑ” που αναφέρεται στο βιβλίο της Ρένας Βελισσαρίου και μιλά για τα ανάλογα όχι όμως στη Σμύρνη αλλά στη Μάκρη.

Πηγή: pantimo.gr

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *