Έλληνώες πόλεις του Βοσπόρου – Μιλησίων Παντικάπαιον

του Κωνσταντίνου Θώδη, ιστορικού ερευνητή της Μικράς Ασίας του Αιγαίου

Στη διασταύρωση της Μαύρης και της Αζοφικής θάλασσας, στον ομώνυμο κόλπο, βρίσκεται το Κερτς. Είναι σήμερα μια αναπτυγμένη και μεγάλη πόλη της χερσονήσου της Κριμαίας, η τρίτη σε μέγεθος μετά την πρωτεύουσα της Κριμαίας, τη Συμφερούπολη. Η τύχη της πόλης, έμελλε να βρίσκεται ανάμεσα σε δύο θάλασσες.  Συνδέει τις ιστορικές περιοχές της Κριμαίας και της Νέας Ρωσίας. Μέχρι πρότινος, η σύνδεση ανάμεσα στο Πορτ Κριμ – Κριμαία – και το Πορτ Καβκάζ – Νέα Ρωσία – διεξάγετο μέσω της πορθμιακής γραμμής με τα οχηματαγωγά πλοία της περιοχής. Πρόσφατα, η Ρωσική Ομοσπονδία, κατασκεύασε σύγχρονη κρεμαστή γέφυρα, που συνδέει οδικά και σιδηροδρομικά τις περιοχές του Κρασνοντάρ και της Κριμαίας. Πρώτη πόλη, που συναντά κανείς οδικά κινούμενος από το Κρασνοντάρ – πρώην Γιεκατερίνονταρ – και εξερχόμενος από τη γέφυρα, είναι το Κερτς. Ο πληθυσμός της πόλης είναι σήμερα περίπου 150 χιλιάδες κάτοικοι. Η πόλη έχει πάνω από 20 σχολεία και νηπιαγωγεία, ενώ λειτουργούν πανεπιστήμια και τεχνικές σχολές. Οι κάτοικοι απασχολούνται κυρίως στο βιομηχανικό τομέα, γιατί εδώ υπάρχουν εγκαταστάσεις ναυπηγείων, σιδηροδρομικές και μεταλλουργικές επιχειρήσεις. Το αρχαίο Παντικάπαιο, η πρωτεύουσα του Βασιλείου του Κιμμερικού Βοσπόρου,  τοποθετείτο στη θέση του σημερινού Κερτς, στην κάτω παραθαλάσσια βεράντα, στο βουνό του βασιλιά Μιθριδάτη και στις γύρω πλαγιές. Στον “Περίπλου” του Ψευδοσκύμνου και στις αναφορές του Ψευδοαρριανού, το Παντικάπαιο αναφέρεται ως “η πρωτεύουσα βασιλείου του Βοσπόρου”, στο Στράβωνα (Βιβλίο 7.4) ως “πρωτεύουσα των Βοσποριτών”, στον Αμμιανό Μαρκελλίνο (Βιβλίο 22.8) ως “μητρόπολη όλων των πόλεων των Μιλησίων στο Βόσπορο”. Ο Στέφανος Βυζάντιος (sc.1. 264) και ο Ευστάθιος (311) ονομάζουν το Παντικάπαιο, “μεγάλη πόλη”. Στα τέλη του 7ου αι. π.Χ., στο έδαφος της βόρειας παράλιας ζώνης της Μαύρης Θάλασσας, αρχαίοι Έλληνες αποικιοκράτες ίδρυσαν κάποιους οικισμούς, μεγαλύτερος των οποίων ήταν το Παντικάπαιο. Υπάρχουν δύο εκδοχές για την προέλευση του ονόματος της πόλης. Κάποιοι ισχυρίζονται, ότι το όνομα δόθηκε προς τιμήν του ποταμού Παντικάπη, ενώ κάποιοι άλλοι λένε, ότι η μετάφραση προέρχεται από ελληνική λέξη, που σημαίνει “πορεία των ψαριών”. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, το Παντικάπαιο, το όνομα της πρωτεύουσας του βασιλείου του Βοσπόρου, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το όνομα του ποταμού Παντικάπη. “Ἴστρος μὲν πεντάστομος, μετὰ δὲ Τύρης τε καὶ Ὕπανις καὶ Βορυσθένης καὶ Παντικάπης καὶ Ὑπάκυρις καὶ Γέρρος καὶ Τάναϊς· ῥέουσι δὲ οὗτοι κατὰ τάδε..” (Ιστορίαι 4.47.2). Στο απόγειό της, η πόλη του Παντικάπαιου, κατείχε έκταση περίπου 100 εκταρίων και το έτος  480 π.Χ., έγινε η πρωτεύουσα του Βασιλείου του Κιμμερικού Βοσπόρου. Η πόλη κατείχε  σημαντική γεωγραφική θέση, γιατί μέσω αυτής περνούσαν οι εμπορικές οδοί που συνέδεαν την Ευρώπη, την Κίνα, την Ασία και τη Μεσόγειο. Από το Παντικάπαιο εισήγαγαν ψάρια, σιτάρι και κρασί. Το κράτος δεχόταν συχνά επιθέσεις από πόλεις – ανταγωνιστές, που είχαν ως αποτέλεσμα τη δεκαετία του 370 π.Χ. και κατά τη διάρκεια εισβολής, το Παντικάπαιο να χάσει το καθεστώς της πρωτεύουσας και ένα μεγάλο μέρος της πόλης να μετατραπεί σε ερείπια. Μετά από αυτό, η πόλη άλλαξε οικονομικό status και μετατράπηκε σε βιοτεχνικό κέντρο της Βόρειας Μαύρης Θάλασσας. Με την ίδρυση της πόλης, ο προστάτης της θεός, ήταν ο Απόλλωνας, προς τιμήν του οποίου, ανεγέρθη ο κύριος ναός της Ακρόπολης, η κατασκευή του οποίου, ολοκληρώθηκε με το τέλος του 6ου αι. π.Χ. Αργότερα, στην πόλη ανεγέρθηκε ο ναός της Αφροδίτης και του Διονύσου, το βασιλικό ανάκτορο, το θέατρο και η αγορά. Γύρω από το Παντικάπαιο, στήθηκε ένα πέτρινο τείχος, που υπηρετούσε την αμυντική θωράκισή του.

 Ο κόσμος της αρχαίας Ταυρίδας μέχρι την ίδρυση του Παντικάπαιου

Οι αρχαίοι Έλληνες, που ζούσαν στη Μικρά Ασία, στη Μίλητο και σε όλη την Ιωνία, αποίκησαν τις ακτές της Μαύρης θάλασσας στα τέλη του 7ου μέχρι και τον 5ο αι. π.Χ. Πρώτες από τις πόλεις που ιδρύθηκαν, ήταν οι πόλεις της Ανατολικής Κριμαίας, το Παντικάπαιο (σύγχρονο Κερτς), το Νυμφαίο, η Θεοδοσία, το Μυρμήκιο, η Τυριτάκη κ.ά. Τι όμως, ήταν αυτό που έκανε  τους Έλληνες να εγκαταλείψουν τις ακτές του Αιγαίου και να μετεγκατασταθούν στην Κριμαία; Η απελπιστική ανάγκη διάσωσης, από τις επιδρομές των πολεμιστών του βασιλιά Κροίσου; Το σχεδόν άγονο βραχώδες έδαφος, που δεν μπορούσε να θρέψει τους Έλληνες; Οι φανταστικές ιστορίες των ναυτικών που επισκέφθηκαν τα παράλια του Εύξεινου Πόντου; Το ακαταμάχητο επιχειρηματικό πνεύμα, η αναζήτηση για νέα εδάφη, νέους δούλους, νέες αγορές; Ίσως, έτσι απλά, η περιέργεια και η δίψα για κατορθώματα και περιπέτειες…

Η αρχαία Ελλάδα,  αποτελούσε την κοινή ονομασία του αρχαίου ελληνικού κράτους στο νότο της Βαλκανικής χερσονήσου, των νησιών του Αιγαίου, των ακτών της Θράκης και των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας. Τους 8ο μέχρι και τον 6ο αι. π.Χ. είχε πραγματοποιήσει τον εποικισμό της βόρειας ακτής της Αφρικής, καθώς και των ακτών της Μαύρης και της Αζοφικής θάλασσας. Ήδη, από τον 6ο αι. μ.Χ., ο συγγραφέας Στέφανος Βυζάντιος επαναδιηγήθηκε μεταφέροντας από κάποια πιο πρώιμη πηγή το μύθο της ίδρυσης του Παντικάπαιου. Σύμφωνα με το μύθο, η ίδρυση της πόλης τοποθετείται χρονικά κατά τη διάρκεια της εκστρατείας των αργοναυτών (αρχές του 12ου αι. π.Χ.), ιδρυτή τον Άψυρτο, αδελφό της μάγισσας Μήδειας, ενώ τη γη αγόρασαν οι Έλληνες από τον Σκύθη βασιλιά Αγάστωνα. Οι Παντικαπιείς, πιθανότατα, δημιούργησαν αυτό το μύθο, για να νομιμοποιήσουν τα δικαιώματα στη χρήση της γης, όταν τις διεκδικήσεις τους στην περιοχή άρχισαν να παρουσιάσουν οι Σκύθες. Είναι γνωστό, ότι τη χρονική περίοδο 590 – 570 π.Χ., όταν ιδρύθηκε η πόλη, μόνιμοι κάτοικοι στη χερσόνησο του Κερτς δεν υπήρχαν.

Ωστόσο, σε αυτά τα ερωτήματα, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με απόλυτη ακρίβεια. Σε μας απομένει μόνο να φανταστούμε, …ότι μια φορά, σε ένα βολικό λιμάνι του κόλπου του Κιμμέριου Βοσπόρου, όπου εξέβαλε στη θάλασσα το ήσυχο ποτάμι του Παντικάπη, έδεσε η πρώτη ελληνική τριήρης. Από αυτήν, βγήκε πρώτος πανηγυρικά ο εκλεγμένος από τους Μιλησίους για την ίδρυση της αποικίας, ισχυρός νεαρός άνδρας από το ευγενές και σημαίνον γένος των Αρχαιανακτιδών της Μιλήτου. Έμελλε να γίνει στρατηγός και άρχοντας της πόλης. Στα χέρια του, ο νεαρός, κρατούσε δάδα με τη φωτιά από την εστία του ιερού της θεάς Εστίας (αδελφής του  Δία). Εύρωστοι, έμπειροι στα ιερατικά καθήκοντα νέοι, ανέβηκαν στην κορυφή του βουνού, όπου βιαστικά έστησαν το βωμό και άναψαν την φωτιά. Διακήρυξαν, ότι από εκείνη τη στιγμή και στο μέλλον, αυτή η γη θα γίνει μέχρι τις ακτές, η γενέτειρα των παιδιών και των εγγονιών των Ελλήνων. Εδώ, οι άποικοι, θα πρέπει να λατρεύουν τους θεούς των Ελλήνων, με ελληνικά σύμβολα και εικόνες θα ζωγραφίζουν τα σκεύη και τους τοίχους των σπιτιών, ενώ από το πρωί μέχρι το βράδυ θα εργάζονται στη γη, θα ψαρεύουν και θα παστώνουν τα ψάρια. Οι πρώτοι μετανάστες ζούσαν σε καλύβες, αλλά στη συνέχεια άρχισαν να χτίζουν μικρά πέτρινα σπίτια.

Πολύ αργότερα, όταν μεγάλωσε και έγινε ισχυρή πόλη το Παντικάπαιο και όταν γύρω από  την πόλη εδραιώθηκε το νέο βασίλειο, στη θέση της πρώτης εστίας,  χτίστηκε ένα ναός αφιερωμένος στον προστάτη των αποίκων, τον Απόλλωνα Ιατρό.  Ο Απόλλωνας Ιατρός, ήταν προστάτης του αποικισμού των Μιλησίων και λατρευόταν κυρίως στις πόλεις των βόρειων και δυτικών παραλίων, όπως το νησί Μπερεζάν, την Ολβία, το Παντικάπαιο, την Ίστρια και την Απολλωνία.

Αρχικά η πόλη ήταν μικρή. Είχε έκταση 8-9 εκτάρια και οι κάτοικοι σε αυτή, δεν ήταν πάνω από τρεις χιλιάδες. Ο σχεδιασμός της αποτελούσε κλασικό παράδειγμα ελληνικής πόλης. Στο κέντρο της, υπήρχε ένας λόφος, περιβαλλόμενος με οχύρωση (τείχος). Ήταν η ακρόπολη, η “άνω πόλη”, το οχυρωμένο τμήμα της πόλης, το κύριο προπύργιο της άμυνας, η “αγορά”, η πλατεία για το εμπόριο και χώρος για τις λαϊκές συνελεύσεις, με τα πλούσια σπίτια, τους ναούς του Διονύσου και της Αρτέμιδος και το ιερό της Δήμητρας, με βωμούς και αγάλματα θεών και ηρώων.Στις πλαγιές του βουνού, σαν τις βεράντες βρίσκονταν οι γειτονιές των κατοίκων και οι δρόμοι που τις συνέδεαν. Σε ακτίνα πέντε μέχρι επτά χιλιομέτρων από τις αρχαίες ελληνικές πόλεις, υπήρχαν αγροτικές περιοχές και μικρά χωριά. Δυτικά από το Παντικάπαιο, οι Έλληνες ίδρυσαν την πόλη Νυμφαίο, και ακόμα πιο δυτικά, σε μια ακτή πολύ βολική για αγκυροβόλιο, εμφανίστηκε η ταχέως αναπτυσσόμενη πόλη της Θεοδοσίας. Το 444 π.Χ., ο αθηναίος στρατηγός Περικλής (490-429 π.Χ.) οργάνωσε μια μεγάλη ναυτική εκστρατεία στη Μαύρη θάλασσα. Ως αποτέλεσμα αυτής, ήταν το Νυμφαίο να ενταχθεί στην Ένωση της Δήλου και να πληρώνει φόρο στους Αθηναίους – ένα τάλαντο το χρόνο. Είναι πιθανό, σε αυτή την ένωση να προσαρτήθηκαν και άλλες παραθαλάσσιες πόλεις της Μαύρης θάλασσας.Βορειότερα, στη στέπα, ζούσαν Σκύθες.Αν και η σχέση τους στην αρχή ήταν ειρηνική, από τα βορειοδυτικά οι Έλληνες, σε κάθε περίπτωση, προστάτεψαν τη γη της Τυριτάκης με αμυντικό άξονα και τοιχοποιία στη βάση του.Η κατασκευή του, πήρε όχι λιγότερο από είκοσι χρόνια.
Οι Έλληνες πουλούσαν τα μεταφερόμενα από την μητρόπολη αγαθά, ανταλλάσσοντάς τα με τοπικά προϊόντα, τρόφιμα και πρώτες ύλες. Στην μακρινή πατρίδα ιδιαίτερα ήταν δημοφιλή τα παστωμένα ψάρια, όπως ο οξύρρυγχος και η ρέγγα. Στην ανατολική ακτή αλιεύονταν γλώσσες, κυπρίνοι και μπαρμπούνια. Εκτός των ψαριών, αλίευαν καβούρια και οστρακοειδή, όπως μύδια, στρείδια, τα θαλάσσια χτένια κ.ά.

Αλλά, η κύρια πηγή του εισοδήματος, ήταν η γεωργία. Ένας από τους πιο γνωστούς γεωργικούς  οικισμούς ήταν οι Κήποι. Ίσως, το όνομα της πόλης προέρχεται από τις πολλές συκιές,  ροδιές, αχλαδιές και μηλιές σε εξαιρετικές ποικιλίες, που βρίσκονταν διασκορπισμένες στην πόλη.Πολύ γρήγορα, η Αττική, άρχισε να εισάγει από την Κριμαία το ήμισυ των αναγκών της σε ψωμί. Στα χωράφια, που εκτείνονταν κατά μήκος της θάλασσας, καλλιεργούσαν δημητριακά (σιτάρι, σίκαλη, κεχρί, κριθάρι, φακές) και λαχανικά, φροντίζοντας παράλληλα τους κήπους και τους αμπελώνες. Μεγάλη ήταν η ζήτηση για τα επεξεργασμένα αγαθά, τις ξυλουργικές κατασκευές, την ύφανση και τα κεραμικά. Δεν έμεναν χωρίς δουλειά οι σιδεράδες, οι χτίστες, τα  κοσμηματοπωλεία, οι χαράκτες πέτρας, κόκαλου και ξύλου. Από τον τοπικό ασβεστόλιθο οι Έλληνες γρήγορα έμαθαν πώς να οικοδομήσουν ένα ευρύχωρο διώροφο σπίτι. Για μεγαλύτερη άνεση, έβαφαν με χρώματα τους τοίχους, ενώ κάλυπταν τα  πατώματα με χειροποίητες κουβέρτες. Στο υπέδαφος βρήκαν μεταλλεύματα και έτσι άρχισαν να λειτουργούν τα εργαστήρια. Από την τοπική μεταλλουργία του Παντικάπαιου, οι Έλληνες άποικοι έμμελαν να είναι οι πρώτοι στην Ευρώπη στη χρήση του σιδήρου.

Η δυναστεία των Αρχαιανακτιδών

Ο μεγάλος αρχαίος Έλληνας συγγραφέας, Διόδωρος ο Σικελιώτης, αναφέρει ότι το 438/437 π.Χ. ολοκληρώθηκαν 42 χρόνια της βασιλείας των Αρχαιανακτιδών στο βασίλειο του Κιμμέριου Βοσπόρου. Βάσει της αναγραφόμενης αυτής πληροφορίας, μπορεί να θεωρηθεί, ότι οι ελληνικές πόλεις περίπου το 480 π.Χ. εκπροσωπούνται ήδη από ένα ενιαίο κράτος, στο οποίο η εξουσία ανήκε στα μέλη της, φέροντες την καταγωγή τους από τον Αρχαιάνακτα. Κατά την περίοδο κυβέρνησης των Αρχαιανακτιδών, οι εμπορικές σχέσεις του Κιμμέριου Βοσπόρου με την Ελλάδα και τη Μικρά Ασία συνέχισαν να εξελίσσονται σταδιακά, αποκτώντας όλο και πιο ευρύ χαρακτήρα. Με το τέλος των ελληνοπερσικών πολέμων την πρώτη θέση στο εμπόριο με τις πόλεις του Βοσπόρου κατείχε η Αθήνα, ενώ ταυτόχρονα, συνεχίστηκαν, αλλά σε πολύ πιο ήπιο βαθμό από ό,τι πριν, οι εμπορικές ανταλλαγές με τις Ιωνικές πόλεις της Μικράς Ασίας. Από την περίοδο της Συμμαχίας της Δήλου (478 π.Χ.) στον έλεγχο της Αθήνας πέρασαν όλες οι θέσεις-κλειδιά, που συνέδεαν το Αιγαίο με τον Εύξεινο Πόντο, δηλαδή τον Ελλήσποντο (Δαρδανέλια), την Προποντίδα (θάλασσα του Μαρμαρά) και τον Θρακικό Βόσπορο, υπό την προϋπόθεση, ότι η Αθήνα θα είχε καλές εμπορικές σχέσεις με τις  ελληνικές αποικίες της Μαύρης Θάλασσας.

Η δυναστεία των Σπαρτακιδών

Στα 438/437 π.Χ. χρόνια, όπως αναφέρει ο Διόδωρος, υπήρξε μια απόφαση – αλλαγή στην κυβέρνηση της δυναστείας. Από τους Αρχαιανακτίδες, η εξουσία πέρασε σε κάποιον Σπάρτακο, εκπρόσωπο της νέας δυναστείας των Σπαρτακιδών, τα μέλη της οποίας διαδοχικά, κατόρθωσαν να κυβερνήσουν το κράτος μέχρι το τέλος του 2ου αι. π.Χ., δηλαδή για πάνω από τρεις αιώνες. Άγνωστο υπό ποιες συνθήκες, η εξουσία πέρασε στους Σπαρτακίδες. Άραγε, η μετάβαση της εξουσίας επετεύχθη ως αποτέλεσμα πραξικοπήματος, κατά την οποία οι Αρχαιανακτίδες εκδιώχθησαν βίαια, ή οι Σπαρτακίδες τους διαδέχθηκαν με ειρηνικό τρόπο;

Μαζί με τους Σκύθες, τους Πέρσες, τους Αιγύπτιους και τους άλλους μη Έλληνες, ο Στράβων, αναφερόμενος στον επίσης Έλληνα συγγραφέα του 3ου αι. π.Χ., Χρύσιππο, αναφέρει ότι και βασιλείς του Βοσπόρου, ως ένα από τα παραδείγματα ηθικής αρετής που τους διέκρινε, ήταν συνυφασμένοι με αυτούς τους βαρβάρους. Ως εκ τούτου, από την άποψη των Ελλήνων συγγραφέων, οι Σπαρτακίδες δεν ήταν Έλληνες. Απόδειξη αυτού ήταν τα ονόματά τους. Το όνομα Σπάρτακος, του πρώτου βασιλιά της νέας δυναστείας, δεν ήταν ελληνικό, αλλά θρακικό. Εάν ανατρέξουμε σε όλα τα γνωστά ονόματα των βασιλέων του Βοσπόρου και τους συγγενείς τους, τότε αποδεικνύεται ότι άλλα είναι θρακικά, όπως ο Σπάρτακος, ο Παιρισάδης, ο Καμάσαρις και άλλα ελληνικά, όπως ο Σάτυρος, ο Λεύκων, ο Απολλώνιος, ο Εύμελος κ.ά.

Εμπορικές σχέσεις του βασιλείου την περίοδο των Σπαρτακιδών – Επιγραφική

Σύμφωνα με τις επιγραφές, ήταν γνωστό ότι τους 4ο/3ο αι. π.Χ. υπήρχαν εμπορικές σχέσεις των πόλεων του βασιλείου του Βοσπόρου, όχι μόνο με τους κατοίκους των παράλιων πόλεων της νότιας Μαύρης Θάλασσας, όπως του Βυζάντιου, της Καλχηδώνας, της Ποντικής Ηράκλειας, της Κρώμνης, της Αμισού κ.ά., αλλά και με τους κατοίκους των δυτικών παραλίων, όπως της Οδησσού, της Ταυρικής Χερσονήσου, καθώς και με τους κατοίκους απομακρυσμένων πόλεων, όπως της Χίου, της Ρόδου, της Κύπρου, της Σπάρτης και των Συρακουσών.

Τα ονόματα των εμπόρων του βασιλείου είναι γνωστά και από επιγραφές που βρέθηκαν σε διάφορες πόλεις του Αιγαίου. Κατά το δεύτερο ήμισυ του 3ου αι. π.Χ., στο νησί της Δήλου, εκδόθηκε διάταγμα προς τιμήν του Παντικάπαιου εμπόρου Κοίρανου, που για την εξαιρετική εξυπηρέτησή του προς τους κατοίκους της Δήλου, απαλλάχθηκε της καταβολής του φόρου και έλαβε επιπρόσθετα και άλλα προνόμια. Περίπου το 100 π.Χ. ο έμπορος  Εύτυχος από το Νυμφαίο του Βοσπόρου, αφιέρωσε στο νησί της Δήλου δώρα προς τιμήν του Ούριου Δία (προστάτη των ούριων ανέμων) καθώς και σε άλλους θεούς, τάμα για τον εαυτό του, το γιο του και όλους τους ναυτιλομένους. Περίπου την ίδια εποχή, υπάρχει επιγραφή από το νησί της Ρόδου, στην οποία αναφέρονται έμποροι διαφορετικών πόλεων, όπως της Ρόδου, της Κυζίκου, της Αμάστριδος και του βασιλείου του Βοσπόρου, συνεργαζόμενοι σε κάποιες εμπορικές επιχειρήσεις. Όταν η Αθήνα σταμάτησε να παίζει ηγετικό ρόλο στην Ελλάδα, το βασίλειο διατηρούσε εμπορικές σχέσεις, κυρίως με τα νησιά του Αρχιπελάγους (Ρόδος, Δήλος, κλπ.), με το δυτικό μέρος της Μικράς Ασίας (Πέργαμος) και το νότιο  της Μαύρης Θάλασσας (Ηράκλεια, Αμισός, Σινώπη). Σύμφωνα με τον Φ. Μίσενκο στο βιβλίο του “Οι εμπορικές σχέσεις της αθηναϊκής δημοκρατίας με τους βασιλείς του Βοσπόρου”, ο μικτός πληθυσμός του βασιλείου του Βοσπόρου, από Έλληνες αποίκους – κυρίως Μικρασιάτες Ίωνες – και ιθαγενείς Σκύθες, ήταν ο μοναδικός οργανισμός ελέγχου των αρχόντων ή των βασιλέων ελληνικής ή θρακικής προέλευσης, στους οποίους οι βαρβαρικοί λαοί πλήρωναν φόρο τιμής, κυρίως ψωμί.

Το Παντικάπαιο – αποικία της Μιλήτου

Μεταξύ των 7ου/6ου αι. π.Χ., η πόλη της Μιλήτου, είχε ήδη καταξιωθεί ως ένα αρκετά ισχυρό εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο. Αυτό το γεγονός, την οδήγησε σε ένα ευρύ διαμεσολαβητικό εμπόριο με τις πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Μικράς Ασίας, ενώ μέσω αυτών, στη συνέχεια, άρχισε και η ανταλλαγή εμπορευμάτων μεταξύ των χωρών της Ανατολής και της Αιγύπτου. Οι Μιλήσιοι έμποροι ήταν μεταξύ των πρώτων και ικανών  ναυτικών, που συνήψαν εμπορικές σχέσεις με τους λαούς της Βόρειας παράλιας ζώνης της Μαύρης Θάλασσας.Όπως παντού στον τότε ελληνικό κόσμο, έτσι και στην περίπτωση της Μιλήτου, εξελίχθηκε η δουλεία σε βασικό μοχλό ανάπτυξης των εμπορικών και κοινωνικών σχέσεων, που στην ουσία της σηματοδοτούσε οξεία κοινωνική πάλη ανάμεσα στα διαφορετικά στρώματα της κοινωνίας. Οι πολίτες – θύματα και ηττημένοι σε αυτό τον αγώνα – έφευγαν από την πατρίδα τους και ίδρυαν οικισμούς, αποικίες σε νέες περιοχές. Οι Μιλήσιοι, ίδρυσαν πολλές τέτοιες αποικίες. Σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, ο αριθμός τους ήταν πάνω από εβδομήντα. Στις ακτές της Μαύρης θάλασσας, η Μίλητος ίδρυσε το Παντικάπαιο και τους Κήπους (στην απέναντι όχθη του στενού του Κερτς) καθώς και άλλες ελληνικές πόλεις, όπως η Φαναγόρεια και η Ερμώνασσα. Έτσι, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, εμφανίστηκαν ελληνικοί πληθυσμοί, εστίες του ελληνικού πολιτισμού. 

Η καθημερινή ζωή των αποίκων και ο τρόπος διοίκησης

Περισσότερο από όλες τις επαγγελματικές ασχολίες των αποίκων, οι έμποροι ήταν αυτοί που ευνοήθηκαν περισσότερο από αυτό τον αποικισμό. Αυτοί ίδρυσαν και προώθησαν το εμπόριο, όχι μόνο με τις πόλεις της μητρόπολης, αλλά και με όλα τα γνωστά ως τότε μεγάλα εμπορικά κέντρα. Από τις αποικίες της Κριμαίας, μετέφεραν και μεταπουλούσαν σιτάρι και κατεργασμένα δέρματα από τους βάρβαρους, αλατισμένα ψάρια και ως συνήθως, το πιο ακριβό εμπόρευμα, τους σκλάβους. Στους ντόπιους, πουλούσαν καλό κρασί και ελαιόλαδο από τη Χίο, την Κόρινθο και τη Μένδη (αποικία των Ιώνων στη Θράκη), πήλινα ειδώλια και γλυπτά, αμφορείς μεγάλης αξίας, πολυτελή υφάσματα και κοσμήματα, όπως κολιέ με χάντρες, μήτρες για την κοπή νομίσματος, σκουλαρίκια, αλυσίδες, δαχτυλίδια, διαδήματα, καρφίτσες για τα μαλλιά, δαχτυλίδια με σκαλιστές πολύτιμες πέτρες, κ.ά. Ιδιαίτερα, στο Παντικάπαιο, η πιο δημοφιλής εικόνα κοσμήματος ήταν  ο “ερωδιός σε πτήση”, στολίδι της συλλογής πολύτιμων λίθων του μουσείου του Ερμιτάζ. Σε όλο τον κόσμο ήταν γνωστά δεκατέσσερα ζεύγη σκουλαρικιών αρχαίας ελληνικής τέχνης, κομμένα σε στυλ αρτ και σε μικροτεχνική. Επτά από αυτά, βρέθηκαν στη χερσόνησο του Κερτς. Τα ελληνικά πλοία, στα τοπικά λιμάνια της Κριμαίας, με διαταγή του ηγεμόνα φόρτωναν και ξεφόρτωναν κατά προτεραιότητα, ενώ οι έμποροι από την Αθήνα  εμπορεύονταν αφορολόγητα. Ο ίδιος ο άρχοντας, νοιαζόταν για την αποστολή του σιταριού και με προθυμία συνέβαλε, ώστε να εξασφαλιστούν με τις μεταφορές στον αθηναϊκό λαό, όλα τα απαραίτητα.

Όμως, ήταν δύσκολο οι μικρές πόλεις-κράτη να αντιμετωπίσουν τις επιδρομές των βαρβάρων-νομάδων. Από το 480 π.Χ., οι Έλληνες ενώθηκαν σε μια στρατιωτική και πολιτική ένωση, έτσι που στη χερσόνησο του Κερτς εμφανίστηκε ένα νέο ισχυρό κράτος, μια ένωση, το Κιμμερικό του Βοσπόρου. Το κυβερνούσαν ετησίως οι εκάστοτε επιλεγόμενοι άρχοντες. Αλλά, όποιος γευόταν την εξουσία, ήταν αδιανόητο να αρνηθεί τη θέση περαιτέρω στο χρόνο, οπότε πολύ σύντομα η εκλεκτορική θέση εξελίχθηκε σε δυναστεία τυράννων. Απομακρυσμένο από την μητρόπολη, το κράτος γρήγορα βρέθηκε προ μεγάλων κινδύνων, αφού βάρβαροι αιμοδιψείς, ήταν πάντοτε έτοιμοι για τη μεγάλη έφοδο στα τείχη του κάστρου των πόλεων του βασιλείου και μπορούσαν εύκολα και ανά πάσα στιγμή να ρίξουν τα τείχη και να καταστρέψουν την ειρηνική χώρα. Κρίνοντας από τα ευρήματα των αρχαιολόγων, αυτό συνέβη αρκετές φορές. Για παράδειγμα, στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., οι Σκύθες έκαψαν το  Μυρμήκιο.

Με το τέλος του 6ου και αρχές του 5ου αι. π.Χ., το Παντικάπαιο θα γίνει η πρωτεύουσα του βασιλείου. Με βάση την αρχιτεκτονική διακόσμηση και την πολεοδομική τεχνική των πόλεων  στις αποικίες, ποτέ αυτές δεν πέτυχαν το μεγαλείο των μεγάλων πόλεων της μητρόπολης. Όμως, οι Έλληνες έφεραν στις αποικίες τον πολιτισμό, τη γλώσσα, τη γραφή, τις θρησκευτικές τελετές, τις εορταστικές εκδηλώσεις, τους μύθους και τις  παραδόσεις τους.

Η άνθηση του βασιλείου του Βοσπόρου, κατέληξε τον 4ο αι. π.Χ. Ολοκληρώθηκε ο σχηματισμός του κράτους, ενώ στο έδαφός του εμφανίζονται όλο και περισσότεροι νέοι γεωργικοί οικισμοί. Μόνο στη χερσόνησο του Κερτς, υπήρχαν 26 ελληνικοί οικισμοί. Ντόπιες νομαδικές φυλές εγκαταστάθηκαν κοντά στους οικισμούς των Ελλήνων και εξασφάλισαν την παροχή στους πολίτες των αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων.Κατά την περιστροφή του καλειδοσκόπιου, οι έριδες ανάμεσα στις εναλασσόμενες δυναστείες των  αρχόντων για την εξουσία, συχνά κατέληγαν σε αιματηρούς εξωτερικούς και εσωτερικούς πολέμους.Ο πληθυσμός του βασιλείου του Βοσπόρου ήταν ιδιαίτερος. Στην επικράτειά του, ζούσαν όχι μόνο οι Έλληνες, αλλά και οι βάρβαροι από τις γειτονικές φυλές (Σκύθες, Τάβριοι, Σύνδοι, Μαιότες, Κιμμέριοι κ.ά.). Οι Έλληνες αριστοκράτες, διανοούμενοι, έμποροι και τεχνίτες κατοικούσαν, κατά κανόνα σε εκείνες τις πόλεις, στις οποίες κατάφεραν να κρατήσουν την εξουσία της λαϊκής συνέλευσης και κάποια αιρετά αξιώματα. Ο άρχοντας, ήταν ο υψηλότερος βαθμός αξιωματούχου στις αρχαίες ελληνικές πόλεις – κράτη από τον 7ο μέχρι και τον 5ο αι. π.Χ. Η τυραννία των Ελλήνων, ήταν προσωποκρατική, ξένη προς τη εξουσία της ελληνικής νοοτροπίας της μητρόπολης, η οποία έθετε τα όρια της ισχύος, αλλά και της προδοσίας. Η πρώτη γνωστή δυναστεία, που κυβέρνησε το Παντικάπαιο επί 42 χρόνια ήταν, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι Αρχαιανακτίδες. Τους άλλαξε το 438 π.Χ. η θρακική δυναστεία των Σπαρτακιδών, αναλαμβάνοντας την εξουσία μέχρι το 114 π.Χ.

Οι κατοικίες τους ποικίλλουν, αναλόγως με τις επιδιώξεις και τα εισοδήματα των ιδιοκτητών, αλλά σε αυτά τα σπίτια υπήρχαν πολλά κοινά, όλα, όσα φυλάσσονταν στη μνήμη των ανθρώπων  από τη μακρινή τους πατρίδα. …Ας πάμε για λίγο πίσω στο αρχαίο Παντικάπαιο ή τη Θεοδοσία, να περάσουμε ως φιλοξενούμενοι στο σπίτι ενός πλούσιου πολίτη. Σε μια μικρή αυλή, θα μας συναντήσει ο ιδιοκτήτης ή ο φύλακας. Στο κέντρο της αυλής, θα δούμε το βωμό, το ιερό. Λίγο πιο κάτω, το πηγάδι με πεντακάθαρο πόσιμο νερό και μερικά πυθάρια, που μάζευαν το βρόχινο νερό για το λούσιμο και το πλύσιμο των ρούχων. Την είσοδο της κατοικίας προστατεύει το άγαλμα του θεού Ερμή και την κεραμική οροφή στηρίζουν ξύλινες ή πέτρινες στήλες. Πίσω από τον τοίχο, στην ευρύχωρη κουζίνα, συνομιλούν οι υπηρέτες. …Ετοιμάζουν το φαγητό, όχι σε ανοιχτή εστία, ενώ δεν γίνονται ορατοί από τους φιλοξενούμενους. Η ιδιοκτήτης, θα σας οδηγήσει στον επάνω όροφο, στο “γυναικωνίτη”. Οι άνδρες φιλοφενούμενοι, θα πρέπει να περιμένουν τον ιδιοκτήτη στον “ανδρώνα”.

…Οι επισκέπτες μπορούσαν να ξαπλώσουν στο κρεβάτι και να περιμένουν το γεύμα στη μεγάλη τράπεζα. Οι σκλάβοι σερβίριζαν το φαγητό, αλμυρό οξύρρυγχο (βασιλικό ψάρι), καπνιστό κρέας, γίδινο τυρί, φρούτα, μέλι, σταφύλια, κ.ά.

Παρεμπιπτόντως, για τα σταφύλια, υπάρχει η παράδοση, ότι στην αρχαιότητα ένας γάιδαρος πεινασμένος, έφαγε μια φορά περισσότερα φύλλα σταφυλιών από τις άλλες ημέρες. Ο ιδιοκτήτης του, δεν του το συγχώρησε και τον μαστίγωσε. Αλλά το φθινόπωρο, ο ίδιος αυτός εριστικός ιδιοκτήτης, συνέλεξε από τις φαγωμένες βέργες, περισσότερα σταφύλια από ό,τι από άλλα απείραχτα από το ζώο. Έτσι, όπως αποκαλύφθηκε τελικά, ο  απείθαρχος και κουτός γάιδαρος, έβαλε σε σκέψη τους Έλληνες, και πίσω από αυτούς, όλους όσους καλλιεργούσαν σταφύλια, να τα κλαδεύουν την άνοιξη! …Πιθανότατα, οι ιδιοκτήτες θα σας κεράσουν το καλύτερο σε αυτή την περίοδο κρασί από τη Χίο και, σύμφωνα με το έθιμο, το περιεχόμενο του πρώτου (και μόνο του πρώτου) κύλικα το πίνουν, χωρίς να αραιώνεται με νερό. Ιδιαίτερα οι Σκύθες, συνήθιζαν να πίνουν κρασί αδιάλυτο και οι Έλληνες άρχισαν να ονομάζουν τη μέθη “Σκυθική αρρώστια”.

…Στα ελληνικά σπίτια, για την ψυχαγωγία των επισκεπτών, συχνά καλούνταν μουσικοί, ακροβάτες, ταξιδιώτες και φιλόσοφοι. Τέτοιες συναντήσεις, τα γνωστά “συμπόσια”, συνόδευαν μελωδίες με φλάουτο, λίρα ή κιθάρα, απαγγελίες ποιημάτων, ιστορίες για τον πόλεμο, το κυνήγι, τα ταξίδια και τις περιπέτειες. Όπως και στις μητροπόλεις, έτσι κι εδώ, στις  προπόσεις με το κύπελλο του καλού κρασιού, γεννήθηκαν οι αθάνατοι ελληνικοί μύθοι. Για την αγάπη των δημοτών του Παντικάπαιου για τη μουσική, υπάρχει ένα αρχαίο ιστορικό ανέκδοτο, συγκεκριμένα του Πολύαινου (Μακεδόνα συγγραφέα του 2ου αι. μ.Χ.) : «Για να μάθει πόσοι άνθρωποι ζούσαν στην πόλη, ο διοικητής του στρατού του πέρση βασιλιά Δαρείου ΙΙΙ, διέταξε να στείλουν στην πόλη το διάσημο κιθαρωδό Αριστόνικο τον Ολύνθιο (4ος αι. π.Χ.). Με τη δεξιοτεχνία του, ο μουσικός γοήτευσε και παρότρυνε τους δημότες να έρθουν στο θέατρο, όπου εκεί, δεν ήταν δύσκολο να υπολογισθεί ο αριθμός τους»…

Κατακλείδα

Στο Κερτς, μέχρι σήμερα, διασώζονται δύο τεράστια ταφικά μνημεία μέσα σε τύμβους. Από τις ανασκαφές που έλαβαν χώρα εδώ το 19ο αι., ήρθαν στο φως πολλά και σημαντικά ευρήματα των 4ου, 3ου και 2ου αι. π.Χ., τα οποία φυλάσσονται στο μουσείο Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης. Το 1794, οι Έλληνες του Κερτς, ίδρυσαν το δημοτικό συμβούλιο, το οποίο ονόμασαν “Βοσπορικόν”. Οι Έλληνες του Κερτς, ήταν ξακουστοί για τα καπνιστά ψάρια τους, τα οποία πουλούσαν στις αγορές του Ρόμεν και του Χάρκοβ.

Θρησκευτικό κέντρο της ελληνικής κοινότητας, ήταν ο ναός του Αγίου Ιωάννη. Εκεί, σήμερα φυλάσσονται ανεκτίμητης αξίας αντικείμενα, όπως ένα χρυσό κύπελο του 6ου π.Χ. αι. και ένα παλιό ευαγγέλιο του 2ου μ.Χ. αι. Με το άνοιγμα της διαθήκης του Αθανασίου Σταυράκη, χτίστηκε το 1864 στο βουνό του Μιθριδάτη του Ευπάτορος, η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, δραστηριοποιούνται μέχρι σήμερα μέλη της οικογένειας Μεσαξούδη. Ο Κονσταντίν Ιβάνοβιτς Μεσαξούδης (1839-1908), μεγαλέμπορος καπνού, χρημάτισε πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας για 40 χρόνια (1860-1900) καθώς και εκπρόσωπος της πόλης στην αυτοκρατορική στέψη (1894). Ο ναός του Ιωάννη του Προδρόμου και Βαπτιστή, βρίσκεται στο κέντρο του Κερτς, στους πρόποδες του βουνού του Μιθριδάτη και είναι ο παλαιότερος στο έδαφος της Κριμαίας (που χτίστηκε στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο). Είναι το μοναδικό αρχαίο χριστιανικό οικοδόμημα στο χώρο της Ανατολικής Ευρώπης, όπου εξακολουθεί να αποτελεί χώρο λατρείας με τέλεση της θείας λειτουργίας. Ο ναός θεωρείται μία από τις αρχαιότερες χριστιανικές εκκλησίες όχι μόνο της χερσονήσου της Κριμαίας, αλλά και της Ευρώπης, ενώ η γραφική κομψή εμφάνισή του ξεχωρίζει αισθητά από μια σειρά από άλλες ορθόδοξες εκκλησίες. Σύμφωνα με θρησκευτικές πηγές, ο ναός συνδέεται με δύο αποστόλους: με την πορεία του αγίου Ανδρέα και προηγουμένως με τα διασωθέντα λείψανα του αγίου Σίμωνος του Κανανίτου. Σήμερα, η εκκλησία αποτελείται από τα αρχαία θεμέλια του 8ου αι.  και τα νεώτερα με την επέκτασή της τον 19ο αιώνα. Η ίδια η εκκλησία γίνεται εμφανίζει τον θόλο της σε βυζαντινή διάταξη, όπως και η Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη ή αντίγραφο του το νεο-βυζαντινού στυλ, όπως του ναού του αγίου Νικολάου της Κρονστάνδης. Το κτίριο της εκκλησίας αποτελεί ο ναό με τρεις αψίδες και με ένα μόνο επίπεδο θόλο, που στηρίζεται σε εγκάρσιες καμάρες, οι οποίες με τη σειρά τους υποστηρίζονται από τέσσερις στύλους. Όλο το σχέδιο ενισχύεται με κίονες, που στέφονται από βυζαντινού τύπου κορινθιακά κιονόκρανα.

Το 1830, στο χώρο των λόφων του Μιθριδάτη του Ευπάτορος στο Παντικάπαιο, πραγματοποιήθηκαν επίσημες ανασκαφές υπό την καθοδήγηση του Γάλλου ευγενή Πωλ Ντιουμπρούξ. Αυτός,αναδείχθηκε  τελικά σε “ευεργέτη” για το Κερτς, γιατί κατά το διάστημα που διέμεινε εκεί, έκανε πολλά έργα για την αποκατάσταση της ιστορικής κληρονομιάς της πόλης. Έγινε ένας από τους ιδρυτές του παγκοσμίου φήμης μουσείου αρχαιοτήτων του Κερτς, ενώ την περίοδο μέχρι το 1880 ανασκάφηκαν 50 αναχώματα, 2 κατακόμβες και 111 υπόγειοι ταφικοί χώροι. Στα τέλη του 19ου αι. ξεκίνησαν οι πρώτες ανασκαφές οχύρωσης, οι μεγαλύτερης κλίμακας όλων των εποχών, οι οποίες συνεχίστηκαν στην μεταπολεμική περίοδο. Η έρευνα έφερε μερικά σημαντικά αποτελέσματα, για παράδειγμα, οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν το σύστημα πολεοδόμησης της κεντρικής περιοχής του Παντικάπαιου, ενώ βρέθηκαν ίχνη από το ανάκτορο των ηγεμόνων του βασιλείου. Βρέθηκε ένας ναός, που καταστράφηκε από το σεισμό του 63 π.Χ. και ολόκληρα συστήματα από κρύπτες. Οι επιστήμονες έφεραν στο φως τη βάση της ακρόπολης στην κορυφή του βουνού, καθώς και ανασύρθηκαν πολλά και ποικίλα αντικείμενα καθημερινής χρήσης,που ανέδειξαν τον τρόπο ζωής των κατοίκων της εποχής εκείνης.

Σήμερα, το Παντικάπαιο, αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα μουσεία της σύγχρονης Ρωσίας. Οι θησαυροί και τα ιστορικά ευρήματα που βρέθηκαν στο Παντικάπαιο, κοσμούν τις συλλογές των μεγαλύτερων μουσείων του κόσμου, όπως το Ερμιτάζ, το Λούβρο, το Βρετανικό και το μουσείο του Βερολίνου. Φυσικά, πολλά από αυτά τα ευρήματα, είναι αποθηκευμένα στο Κερτς στο Μουσείο Αρχαιοτήτων.

Κέρτς – Κριμαία,  17.07.2020

Περισσότερα στη σελίδα 

https://www.academia.edu/43646330/Древнегреческие_города_Боспора_Пантикапеон_Милетцев
, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *