Από το 1204 ως την Αλωση της Πόλης

«Η πόλις ήτον το σπαθί, η πόλις το κοντάρι, η πόλις ήτον το κλειδί της  Ρωμανίας όλης»

Από το 1204, την τρομερή ημέρα της Αλωσης της Κωνσταντινούπολης από  τα  στίφη των Σταυροφόρων, έως την  29 Μαΐου του 1453,  και την Αλωση  της πόλης από τους Τούρκους  αυτό  που ονομάζουμε  Βυζαντινή  Αυτοκρατορία,  η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, δεν υπήρχε  ουσιαστικά.

Η παρακμή που ήρθε με την άλωση της ως τότε θεωρούμενης ως άπαρτης  Πόλης, και την,  απίστευτη για τους κατοίκους της,   λεηλασία της  από  χριστιανούς,  ήταν μοναδική στα  ιστορικά χρονικά. 

Η οργάνωση και ο γραφειοκρατικός ιστός της Αυτοκρατορίας διαλύονται. Η Τραπεζούντα, από τόπος εξορίας του Αυτοκράτορα ως την επιστροφή του (1260) με την εκδίωξη των σταυροφόρων,  γίνεται κράτος  ανεξάρτητο  και αποκολλάται από τη Βασιλίδα των Πόλεων. 


Η
 χριστιανική Ανατολή  δεν είναι ενωμένη πια.  Είναι μια σειρά αδύναμων, φτωχών κρατών, αβέβαιων για το μέλλον τους. 

Η πάλαι ποτέ πάμπλουτη Βασιλεύουσα μετατράπηκε σε ένα φτωχό άμοιρο βασίλειο. Ακόμη και η Αγία Σοφία ‐ το καύχημα της πόλης‐  ακόμη και το παλάτι των Βλαχερνών, ήταν φαντάσματα του εαυτού τους.

Σύμφωνα με τον Βιλεαρδουίνο, ο χρυσός που κλάπηκε από την πόλη έφτανε σε αξία τις 800.000 μάρκα της εποχής  πέρα από τα πολύτιμα αντικείμενα,  τα ιερά λείψανα, που στέρησαν  τον πλούτο και  μέρος  της  ομορφιάς της  από την πόλη.  Ίσως αυτό να ήταν το λιγότερο. 

Οι συνέπειες της πρώτης ΄Αλωσης ήταν τεράστιες κοινωνικά, οικονομικά  και ‐‐από την εποχή της έναρξης  του διαλόγου για την Ένωση  των Εκκλησιών‐‐ ηθικά και πνευματικά.  

Οι αυθέντες της Πόλης ήταν πια πάμπτωχοι ‐‐ αν και παρέμεναν οι πιο καλλιεργημένοι από όλους τους βασιλείς της εποχής,  με αυλή διανοουμένων  ζηλευτή. 

Το διεθνές εμπόριο είχε περάσει στα χέρια των  Ενετών, των Γενουατών,  των ιταλικών ναυτικών πόλεων. 

Οι αυτοκράτορες δεν μπορούσαν να φροντίσουν τα ανατολικά σύνορα, διότι ο μεγάλος κίνδυνος είχε εμφανιστεί από τη Δύση. 
Τα άλλοτε πλούσια λιμάνια και αστικά κέντρα της Αυτοκρατορίας είχαν περάσει σε φράγκικα ‐‐κάποια και σε τούρκικα  από τον 14ο αιώνα‐‐ χέρια. 

Η δύναμη του νέου κατακτητή ‐‐των Τούρκων‐‐ επιβεβαιώνεται  συνεχώς  με νέες  λαμπρές  νίκες και τα ελληνικά  βασίλεια είναι αδύναμα  να  αντιδράσουν  ‐βρίσκονται στα χέρια ανίκανων ηγεμόνων  και στενόμυαλων  στρατιωτικών.

Η κατάσταση την παλαιολόγειο περίοδο δεν καλυτερεύει μάλλον  χειροτερεύει,  κι οι εμφύλιοι οδηγούν πολύ γρηγορότερα  σε μαρασμό,  εξαντλούν τη χώρα οικονομικά και πολιτικά και ‐‐λόγω  της  συνήθειας  των σφετεριστών να ζητούν  ξένη βοήθεια‐‐ φέρνουν γρηγορότερα τα ξένα ισχυρά βασίλεια anteportas.

 Από το 1340 οι Τούρκοι έρχονται πια προσκεκλημένοι στην Ευρώπη. Σε όλα αυτά έρχεται να  προστεθεί και η πανώλη που  έπληξε το 1347 την πόλη,  σκοτώνοντας πάνω από το μισό πληθυσμό της.

«Η πολιτική ιστορία του Βυζαντίου στην εποχή της δυναστείας των  Παλαιολόγων  αποτελεί διήγηση  αφροσύνης  και δυστυχίας,  ώστε στο τέλος  η χαριστική βολή του 1453 να έρχεται  σχεδόν ως απολύτρωση»  σημειώνει ο Σ. Ράνσιμαν. 

Βασιλείς σαν τον  Ανδρόνικο Β΄ ήταν στολίσματα  της διανόησης, άνθρωποι  με απέραντη  μόρφωση και χάρη, αλλά δεν είχαν  κανένα διοικητικό  ή πολιτικό προσόν ‐‐ αυτό που η πόλη χρειαζόταν περισσότερο   από όλα.  

Κι όμως, μέσα σε αυτό το κλίμα διάβρωσης, καταστροφών, απωλειών,  παρακμής, στους  δύο τελευταίους αιώνες  της Αυτοκρατορίας  ‐‐κατά  τους οποίους δεν υπήρχε ουσιαστικά  αυτοκρατορία, αλλά μερικά ελληνικά  βασίλεια,  με πρώτο αυτό της  Κωνσταντινούπολης‐  η τέχνη,  η φιλοσοφία,  η ελληνική συνείδηση άνθισαν , όπως τα πιο ακριβά  άνθη στην κόπρο.

 Ίσως χάρη  σε κυβερνήτες  όπως ο Ανδρόνικος Β΄,  ίσως πάλι λόγω  των πολιτικών  προσπαθειών για  ένωση των Εκκλησιών,  που οδήγησαν  στην ανάγκη ανάπτυξης  επιχειρημάτων από τις πλευρές που τάσσονταν υπέρ ή κατά. 

 Ή, τέλος, η  μορφή που είχε πάρει η αυτοκρατορία, μια ομάδα πόλεων‐κρατών, αυτούς  τους τελευταίους αιώνες,  να έφερνε κοντύτερα  στο λαό  το αρχαιοελληνικό πρότυπο ακόμη και στη διοίκηση.  Ίσως πάλι, όπως πιστεύει ο Ράνσιμαν, ήταν η απόλυτη ταύτιση πια της λέξης Ρωμιός με τη  λέξη Έλληνας.

 «Οι δυτικοί είχαν νικήσει και ταπεινώσει το Βυζάντιο, υπήρχε όμως κάτι  που δεν μπορούσαν  να του αφαιρέσουν ούτε ακόμη  να το συμμεριστούν.  Και αυτό το κάτι ήταν η ελληνική παράδοση… 


Οι δυτικοί  περιφρονούσαν τους Γραικούς που έβλεπαν γύρω τους, αλλά δεν μπορούσαν   να περιφρονούν  την παιδεία  των Ελλήνων.


 Ήταν φυσικό οι  Γραικοί να εκμεταλλευτούν αυτό το κεφάλαιο. Αρχισαν να αισθάνονται  υπερήφανοι για τη σχέση τους με  τους δημιουργούς  αυτής της παιδείας. Ο όρος `Έλλην΄  άρχισε να χάνει  την υποτιμητική  του χροιά».

 Εκτός αυτού, οι  Σταυροφόροι περιόρισαν,  ουσιαστικά, τους Βυζαντινούς  στα ιστορικά  ελληνικά εδάφη, δίνοντας τους  έναν ακόμη λόγο  να δηλώνουν  Έλληνες.

Η νέα χρήση της λέξης «Έλλην» ξεκίνησε από την αιώνες ελληνική Θεσσαλονίκη,  που παρήγαγε τους σημαντικότερους   λογίους της  Αυτοκρατορίας,  ακριβώς λόγω της ελληνικής  παιδείας ‐‐ ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας,  αδάμας  της βυζαντινής διανόησης, χαρακτηρίζει Έλληνες,  με πολιτιστική κυρίως έννοια,  τους κατοίκους  της συμβασιλεύουσας.

 Από την Κύπρο και τον λόγιο Αθανάσιο Λεπενδρηνό, έρχεται,  την ίδια περίοδο,  η επανεμφάνιση της φυλετικής χρήσης του όρου  όταν γράφει  «περί πάντων των Ελλήνων των εν Κύπρω»,  περιγράφοντας  κι άλλους τόπους «εν οις Έλληνες ζώσι». 

Ο θεσσαλονικεύς Δημήτριος  Κυδώνης  πρωτοχρησιμοποιεί   τον όρο «Ελλάς»  για τον  χαρακτηρισμό της  Αυτοκρατορίας.

 Μετά το 1350, η λέξη «Έλληνας» δεν σημαίνει πια ειδωλολάτρης, αλλά χριστιανός ορθόδοξος  ελληνόφωνος  που κατοικεί  στα απομεινάρια  της Αυτοκρατορίας.

 Με την εξαίρεση του, αυτοχαρακτηριζόμενου ως «Βυζάντιου»,  Γεωργίου  Σχολάριου (που, ωστόσο,  δεν ονομάζει  την πρωτεύουσα   Κωνσταντινούπολη,  αλλά με το αρχαίο της όνομα,  Βυζάντιο)  οι διανοούμενοι  της τελευταίας περιόδου θεωρούν  εαυτούς  Έλληνες  και οδηγούν την αυτοκρατορία σε μία  αναγέννηση ελληνική,  βαθιά επηρεασμένη από την αρχαιότητα.

Με τον ελληνικό τρόπο, λοιπόν, το πνεύμα κυριαρχεί. Στη διαλυμένη  αυτοκρατορία  οι επιστήμες  προχωρούν,   οι θεωρητικές συζητήσεις  παίρνουν  διαστάσεις εθνικών θεμάτων,  η σπουδή  των αρχαίων  Ελλήνων  γίνεται  υποχρεωτική σε όποιον θέλει  να σέβεται τον  εαυτό του. 

Το ζήτημα  των μεγάλων φιλοσοφικών‐θεολογικών διαμαχών  το εξετάζουμε  αλλού. Πέρα από αυτές, ένας μεγάλος αριθμός σημαντικών επιστημόνων όλων των τομέων δίνει φτερά σε όλες  τις επιστήμες  κι ένας μεγάλος αριθμός  καλλιτεχνών  ‐‐αγνώστων, λόγω  της βυζαντινής  παράδοσης που θεωρεί, όπως κι η  αρχαιοελληνική  παράδοση,  ότι για το  εκάστοτε  μεγάλο  καλλιτεχνικό έργο η τιμή ανήκει  στον χορηγό του‐‐  οδηγεί την τέχνη  σε ανεπανάληπτα ύψη.

 Όσα ονόματα καλλιτεχνών γνωρίζουμε είναι διότι είχαν κι άλλες ιδιότητες πιο σημαντικές για την εποχή ‐‐ ο Ανθέμιος και ο  Ισίδωρος λόγου χάριν  είναι γνωστοί  διότι έτυχε να είναι  και εξαίρετοι  γεωμέτρες.  

 Οι εξαιρετικοί γιατροί των απομειναριών της Αυτοκρατορίας, όπως ο  (κυρίως φαρμακολόγος)  Νικόλαος Μυρεψός,  ο Δημήτριος Πεπαγωμένος,  ο (κυρίως ουρολόγος) Ιωάννης Ακτουάριος ‐‐που πρώτος  επισημαίνει   το  παράσιτο  ταινία και πρώτος  μελετά τις  ψυχοσωματικές  διαταραχές‐‐   έδωσαν νέα ώθηση στην ιατρική ‐‐  μια επιστήμη που πάντα  άνθιζε στο  Βυζάντιο.

 Οι φημισμένοι δάσκαλοι του Πανεπιστημίου (Πανδιδακτήριο) της Κωνσταντινούπολης  και της Νίκαιας,  ο πολυγραφότατος  γιατρός,  φιλόσοφος, μαθηματικός,   αστρονόμος Νικηφόρος  Βλεμμύδης,  ο  αστρονόμος Γρηγόριος Χιονιάδης,  ο ιατρός  και γεωγράφος  Γεώργιος Χρυσοκκόκης,  ο φιλόλογος Τρικλίνιος, ο μαθηματικός και  διδάσκαλος  της φιλοσοφίας Γεώργιος  Ακροπολίτης,  ο πανεπιστήμων Νικηφόρος  Γρηγοράς,  ο φημισμένος δάσκαλος Νικηφόρος  Παχυμέρης,  ο πρώτος  χρήστης των αραβικών αριθμών  στην επικράτεια,  Μάξιμος Πλανούδης, ο μαθηματικός Νικόλαος Ραβδάς,  οδήγησαν στην  επανενεργοποίηση της ενασχόλησης με τις «θύραθεν» επιστήμες, κι ας  ήταν  στην πλειονότητά   τους μοναχοί κι ιερωμένοι.

 Οι λόγιοι Νικηφόρος Χούμνος, Θεόδωρος Μετοχίτης, Ιωσήφ ο Φιλόσοφος, Ιωάννης  Κατακουζηνός,  ο Δημήτριος  Κυδώνης,  ο Καλαβρός Βαρλαάμ,  και το υπέρλαμπρο άστρο του Γρηγορίου Παλαμά ‐‐ ο οποίος  δεν επιθυμούσε  να θεωρείται  εγγράμματος  ή λόγιος, αλλά είχε  λαμπρότατη   μόρφωση και εκπληκτικά οργανωμένη κι ευφυή σκέψη‐‐  ο Ισίδωρος Βουχεράς,  ο Θεόδωρος Μελητινιώτης, ο Δημήτριος  Κυδώνης,  ο Ιωσήφ Βρυέννιος,  ο βαθύτατα  μορφωμένος πλατωνιστής, ρηξικέλευθος  Γεώργιος  Γεμιστός (Πλήθων), που φώναζε παντού  «Έλληνες εσμεν γένει τε και παιδεία»,  ο μαθητής του Πλήθωνα, Βησσαρίων  ο ακέραιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο Γεώργιος Σχολάριος, υπήρξαν  τα στολίδια  αυτής της αναγέννησης  ‐‐ ακόμη κι αν πρέσβευαν  τελείως διαφορετικές απόψεις,  υπήρξαν αληθινοί διανοούμενοι, άνθρωποι  του πνεύματος  και των Αναζητήσεων. 

  Αυτόν το ζωντανό ελληνικό πολιτισμό γνώρισαν οι δυτικοί επιδρομείς.   Πολλοί από αυτούς,  άνθρωποι καλλιεργημένοι  με τα δυτικά μέτρα της  εποχής, επιθύμησαν να φέρουν  αυτόν τον πλούτο,  ακόμη και αυτούς τους  ίδιους τους δασκάλους,  στη Δύση. 

Αν οι Σταυροφόροι είχαν πετάξει στη  φωτιά τα συγγράμματα  της θύραθεν παιδείας  που βρήκαν στην Πόλη, οι  απόγονοί τους πλήρωναν όσο όσο για έναν τόμο.  Οι λόγιοι της Ιταλίας  ταξίδευαν σε Κωνσταντινούπολη  και Θεσσαλονίκη  μόνο και μόνο για να  ακούσουν τους έλληνες  λογίους να μιλούν, να συζητούν και να  διαλέγονται.

 Νέοι έφταναν από τη Δύση στο Πανδιδακτήριο για να  σπουδάσουν.  Οι βυζαντινοί  έχουν αποκληθεί «βιβλιοθηκάριοι των  Μέσων  Χρόνων».

 Λίγο πριν πέσει η πόλη, έδωσαν τη γνώση που είχαν σώσει, μες  στους αιώνες,  στην ελεύθερη και οικονομικώς αναπτυσσόμενη  συνεχώς  Δύση.

 Η τελευταία βυζαντινή αναγέννηση παραδίδει τη σκυτάλη του  πολιτισμού στη Δύση,  που ετοιμάζεται  για τη δική της  Αναγέννηση.

Επιμέλεια: Κώστας Γιαννακίδης  Λαμπρινή Χ. Θωμά 

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *