50 χρόνια μετά χάρισε στο Μουσείο πορτρέτο του Καβάφη

image.ashx

Εκατό χρόνια μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Καβάφη, τα ποιήματά του εξακολουθούν να συνεπαίρνουν εκατομμύρια αναγνώστες ανά την υφήλιο. H διεθνής απήχηση της καβαφικής ποίησης, άλλωστε, πιστοποιείται από τις πολλαπλές μεταφράσεις του έργου του σε πολλές ξένες γλώσσες, γεγονός που επιτρέπει στους φανατικούς λάτρεις της να «ακουμπούν» πάνω της, κάνοντάς τη δική τους.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ακόμα και η μορφή του κοσμοπολίτη ποιητή, την οποία φιλοτέχνησαν πολλοί ζωγράφοι, όπως οι Ν. Εγγονόπουλος, Γ. Κεφαλληνός, Π. Μοσχίδης, Γ. Μαυροΐδης, Π. Τέτσης, Χ. Καράς, Θ.Φ. Καραβία, Γ. Ιωάννου, Ντέιβιντ Χόκνεϊ, κ.ά. Μεταξύ αυτών και ο Γιώργος Δρίζος, ο οποίος προσέφερε στο Μουσείο Καβάφη, στην Αλεξάνδρεια, το έργο που είχε φιλοτεχνήσει πριν από 50 χρόνια.

Η ιστορία του πορτρέτου από μόνη της είναι ενδιαφέρουσα. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 ο Γιώργος Δρίζος έκανε με επιτυχία την πρώτη του έκθεση στο «Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας» του Μάριου Βαγιάνου, στην οδό Ομήρου στο Κολωνάκι. Τα έργα του απέσπασαν  -μεταξύ άλλων – τις κολακευτικές κριτικές του Γιάννη Τσαρούχη και του καθηγητή Αλέκου Κοντόπουλου.

Το 1964, ο καταγόμενος από την Αλεξάνδρεια Μάριος Βαγιάνος, σε μία προσπάθεια να τιμήσει τα 100χρονα από τη γέννηση του μεγάλου Έλληνα ποιητή, συνέλεξε και παρουσίασε τις τότε εκδόσεις για τον Καβάφη, μαζί με επιστολές από την αλληλογραφία που είχε με τον προσωπικό του φίλο. Μόλις πριν από έναν χρόνο, το 1963, είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά, από τις εκδόσεις «Ίκαρος», η προσιτή δίτομη «λαϊκή» έκδοση των ποιημάτων του Kαβάφη, με επιμέλεια και σχολιασμό Γ.Π. Σαββίδη, με την οποία αποκαταστάθηκε, οριστικά, ο ποιητής στη συνείδηση του ελλαδικού κοινού. Μαζί με τις εκδόσεις, ο Μάριος Βαγιάνος ζήτησε από ζωγράφους της εποχής, μεταξύ αυτών και το Γιώργο Δρίζο, να φιλοτεχνήσουν πορτρέτα του Καβάφη.

«Το “Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας” του Βαγιάνου, ο οποίος θεωρείται ένας από τους καλύτερους Καβαφιστές, ήταν την εποχή εκείνη πόλος έλξης για τον φιλότεχνο κόσμο της Αθήνας, ένα πνευματικό εργαστήρι, έτσι όπως το οραματίστηκε ο ίδιος με την ίδρυσή του», θυμάται, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Γιώργος Δρίζος. Και συνεχίζει: «Για να φτιάξω το πορτρέτο του Καβάφη στηρίχθηκα σε φωτογραφίες που μου έδωσε ο Μάριος Βαγιάνος. Αυτό που έβλεπα ήταν ένας άνθρωπος ηλικιωμένος και άρρωστος, γι αυτό και επεδίωξα να τον “γιατρέψω”. Προσπάθησα να δώσω στο γεροντικό του βλέμμα μία προοπτική. Ήθελα ο δικός μου Καβάφης να ατενίζει στο μέλλον. Άλλωστε, τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες, τον θυμωμένο Ποσειδώνα, δεν τους φοβόταν».

Μετά την παρουσίαση στην έκθεση του Βαγιάνου, το πορτρέτο του Δρίζου «επέστρεψε» στο εργαστήριό του, όπου και παρέμεινε σε περίοπτη θέση. Πέντε δεκαετίες μετά, με αφορμή τους εορτασμούς των 150 χρόνων από τη γέννηση του μεγάλου ποιητή, προσφέρει το έργο στο Μουσείο Καβάφη.

«Θεώρησα ότι ανήκει στο σπίτι – μουσείο του ποιητή στην Αλεξάνδρεια» σημειώνει ο καλλιτέχνης, ενώ ευχαριστεί την ελληνική πρεσβεία στο Κάιρο για την πρωτοβουλία να εκθέσουν το έργο στα Καβάφεια 2013, στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα, στις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου.

Άλλωστε, όπως εξομολογείται ο Γιώργος Δρίζος, ο Καβάφης, η ελληνική παροικία, η Αίγυπτος, «μιλούν» στην καρδιά του, όπου κρατάει ζεστές αναμνήσεις από τις επισκέψεις που είχε πραγματοποιήσει στη φιλόξενη Νειλοχώρα με την πολυαγαπημένη του σύζυγο, Φρύνη, ζωγράφος και η ίδια που έφυγε το περασμένο έτος από τη ζωή. Η Αίγυπτος, στα δικά του μάτια, είναι η πιο μαγευτική χώρα απ’ όσες έχει επισκεφτεί, χώρα μοναδική, όπου «το παρόν και το παρελθόν είναι τόσο κοντά, είναι μαζί», όπως λέει.

Ολοκληρώνοντας τη συνομιλία με το ΑΠΕ-ΜΠΕ έρχεται η ερώτηση προς το Γιώργο Δρίζο ποιος στίχος του Καβάφη «αγγίζει» στην ψυχή του.

«Είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει κάποιο στίχο, καθώς θα μπορούσα να επιλέξω ολόκληρα ποιήματα -«Θερμοπύλες», «Ιθάκη», «Φωνές», «Όσο μπορείς», «Ένας γέρος», «Κεριά»…Ίσως το «κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες». (σ.σ. Όσο μπορείς, 1913). Αλλά και «Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή. Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις, αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις, να τες ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις, τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι». (σ.σ. Μάρτιαι Ειδοί, 1911).

 Λίγα λόγια για τον καλλιτέχνη

Ο Γιώργος Δρίζος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1930. Έλκει τις ρίζες του από τη Χίο και τη Μικρά Ασία. Έκανε ελεύθερες σπουδές με τον περίφημο καθηγητή Σπύρο Βικάτο, έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της «Σχολής του Μονάχου», για να καταξιωθεί μετέπειτα ο ίδιος όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό.

Έργα του κοσμούν -μεταξύ άλλων- την Εθνική Πινακοθήκη, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ίωνα Βορρέ, την Πινακοθήκη του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός, δημοτικές και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα, Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία, ΗΠΑ, Ελβετία, Ισραήλ, Αγγλία κ.ά.

Αξίζει να αναφερθεί ότι στο Μουσείο «Lohamei» στο Ισραήλ, φιλοξενείται η σειρά λιθογραφιών – δέκα σχεδίων του, με θέμα την Κατοχή, έργο του 1975.

Εικονογράφησε, επίσης, πολλά βιβλία και ποιητικές συλλογές, αλλά σε ημερολόγια 1977-1989 του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, του οποίου διετέλεσε καλλιτεχνικός σύμβουλος από το 1978 έως το 1982. Το 1993 η Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος τύπωσε έργο του, που ανήκει στη συλλογή της, σε 220 αριθμημένες μεταξοτυπίες.

Το 1980, ύστερα από επιλογή του Οργανισμού Τουρισμού της Γερμανίας, και σε συνεργασία με τον ΕΟΤ, του ανατέθηκε να φιλοτεχνήσει τρεις ακουαρέλες που διατέθηκαν ως αφίσες στις χώρες της Ευρώπης, με σκοπό την προβολή τριών Ελληνικών νησιών (Ύδρα, Σκόπελος, Κρήτη -Χανιά).

Σχεδίασε, ακόμη, το «Μνημείο των Αποδήμων Κυθηρίων», στο χωρίο Φράτσια Κυθήρων. Τα Κύθηρα, άλλωστε, είναι για τον ίδιο το δεύτερο σπίτι του, τόπος αστείρευτης έμπνευσης, όπου κατοικεί τους καλοκαιρινούς μήνες.

Για τον σεμνό καλλιτέχνη, ο διακεκριμένος καθηγητής Γιώργος Κασιμάτης μιλάει με αγάπη: «Αφού γύρισε όλο τον ελλαδικό χώρο και ιδιαίτερα τον νησιωτικό, με πυξίδα μια ξεχωριστή ευαισθησία και μια δική του, πολύ ανθρώπινη, αισθητική αντίληψη του ελληνικού τοπίου και της παράδοσης, βρήκε στα Κύθηρα. Εμείς που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στο νησί, του είμαστε ευγνώμονες γιατί μας “διασώζει” και μας ξαναδίνει τα Κύθηρα που ανεπαίσθητα και εγκληματικά χάνομε κάθε μέρα».

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ

 

,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *