1922 – Εις μνήμην

mikrasiates

Της Αρχοντίας Κάτσουρα

-Αυτό το Σαββατοκύριακο, θα πας να μείνεις με τη γιαγιά στο αμπέλι;

Το κοριτσάκι πάντα ήθελε να πηγαίνει να μείνει με τη γιαγιά. Το αμπέλι, βέβαια, δεν ήταν ακριβώς αυτό που έλεγε το όνομά του. Μόνο λίγα κλήματα είχαν μείνει από τότε που η οικογένεια το καλλιεργούσε, πατούσε σταφύλια, έκανε μούστο και κρασί. Πολλά χρόνια είχαν περάσει από εκείνους τους καλοκαιρινούς μήνες που κοιμόντουσαν στο πρόχειρο καλύβι για να ξυπνήσουν νωρίς το πρωί για τον τρύγο. Πολλά περισσότερα από τότε που ήρθαν πρόσφυγες και το ελληνικό κράτος τούς έδωσε ένα κομμάτι γης στη Νέα Ερυθραία για να κερδίσουν τη ζωή.

Αλλά για τη μικρή το αμπέλι ήταν το σπίτι της συνονόματης γιαγιάς, που χτίστηκε με πολύ κόπο από τα παιδιά της όταν ο παππούς αρρώστησε. Κι εκεί υπήρχαν όλα -χώρος άπλετος για παιχνίδι, λίγα κλήματα, λουλούδια, πολλά λουλούδια, αμυγδαλιές, τζιτζιφιές και συκιές, αρνοσυκιές για γλυκό του κουταλιού και βασιλικές, που έκαναν τα καλύτερα σύκα του κόσμου. Υπήρχαν ακόμη πάπιες που κολυμπούσαν στο ρέμα μετά τη βροχή, κότες για φρέσκα αβγά, ένας σκύλος και μια κατσικούλα. Το πατητήρι ήταν πια στέρνα αδειανή, άχρηστο για τον τρύγο, αλλά τα εγγόνια έπαιζαν εκεί κρυφτό.

Τα μεσημέρια που ο ύπνος δεν ερχόταν, η γιαγιά κρατούσε πάντα ένα βιβλίο για την εγγονή: «Μην κοιμηθείς, αλλά αν θέλεις μπορείς να διαβάσεις». Γιατί αγαπούσε τα γράμματα και πάντα κάτι διάβαζε: μια εφημερίδα κάθε μέρα, ένα βιβλίο…

Το απόγευμα, που ο ήλιος έπεφτε από τη δύση και στη βεράντα στα ανατολικά ερχόταν η σκιά, με ένα λάστιχο έβρεχε το τσιμέντο να δροσίσει, έβγαζε έξω τις πολυθρόνες και έστρωνε το εμαγιέ τραπεζάκι. Γλυκός καφές για κείνη, μουστοκούλουρα, κρύα βυσσινάδα και σύκα για την εγγονή. Επιανε και το βελονάκι κι έπλεκε –κουρτινάκια για τα παράθυρα, σεμέδες και κουβέρτες για τις εγγονές. Εκείνα τα καλοκαιρινά απογεύματα έρχονταν κι οι φιλενάδες της για τον απογευματινό καφέ. Αλλες με κέντημα, άλλες χωρίς. Επιαναν την ψιλή κουβέντα -για το νοικοκυριό, για τα παιδιά και τα εγγόνια, για τα «πολιτικά». Και κάπως έτσι η κουβέντα ταξίδευε πίσω, στα παλιά, στη δικτατορία, στον εμφύλιο και τις εξορίες, στην Καταστροφή και στα «άγια χώματα». Ολες είχαν έρθει παιδάκια ή βρέφη από τα Βουρλά, τη Σμύρνη, το Λυθρί και τα Αλάτσατα. Ο διωγμός έμοιαζε με εφιάλτη. Η μνήμη όμως ήταν ζωντανή. Κάτι οι παιδικές αναμνήσεις, κάτι οι διηγήσεις των δικών τους γονιών, η Μικρασία ζούσε μέσα τους: Ο χαμός αγαπημένων προσώπων, το σκόρπισμα των οικογενειών ανά την Ελλάδα, αλλά και τα όμορφα χρόνια στην άλλη πατρίδα, αυτήν που τους γέννησε αλλά δεν τους κράτησε. Τα δύσκολα πρώτα χρόνια στην Ελλάδα και ο αγώνας για την επιβίωση. Η προκατάληψη και τα εχθρικά βλέμματα των συμπατριωτών εδώ, που δεν τους δέχτηκαν ως δικούς –«τουρκόσπορους» τους είπαν στην αρχή. Ο αγώνας για να κερδίσουν τη δική τους γωνιά.

«Εμείς στη Σμύρνη τσι λίρες τσι βόσκαμε», τους έλεγαν οι χαμένοι από χρόνια γονείς τους όταν θυμούνταν την καλή ζωή εκεί. Τα αμπέλια που παρήγαν καλό κρασί, το εμπόριο των ξερών σύκων και της σταφίδας, τη Σκάλα στα Βουρλά και την Αγία Φωτεινή στη Σμύρνη. Τη μεγάλη βόλτα στην παραλία της Σμύρνης και τον Τσεσμέ. Τα γλυκά και τα φαγητά. Τα τραγούδια και τις μουσικές, τα οικογενειακά γλέντια, όπου όταν δεν υπήρχε μουσικός στην παρέα, έδιναν τον ρυθμό με τα κουτάλια και το ταψί. Και πού και πού έφευγε κι ένα δάκρυ… Ετσι οι μνήμες αυτές πέρασαν από γενιά σε γενιά. Αυτές οι μνήμες πια τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονα εκείνων των προσφύγων δεν τα πληγώνουν. Τις κρατάνε όμως ζωντανές, κι ας μην υπάρχουν τα σπίτια στα κτήματα, ούτε τα αμπέλια. Αυτό που έχει μείνει είναι πιο ισχυρό από την ύλη.

Είναι το μάθημα ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε. Κάθε φορά που συναντούμε εκπατρισμένους, πρόσφυγες ή μετανάστες, στην άκρη του μυαλού μας ξυπνά -ή πρέπει να ξυπνά- ένα κομμάτι από αυτήν τη βαθιά μνήμη. Κι η σκέψη ότι κάπου άφησαν κι εκείνοι τα δικά τους «άγια χώματα». Κανείς δεν επιλέγει να ξεριζωθεί· η φτώχεια, οι πόλεμοι και οι εμφύλιες συγκρούσεις για κάθε λόγο –κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, θρησκευτικό ή εθνικιστικό– σπρώχνουν τους ανθρώπους στη φυγή. Η Ελλάδα υπήρξε και είναι σταυροδρόμι. Πάντα δεχόταν κύματα λαών στα εδάφη της –φυγάδων και κατακτητών. Κι εμείς καμαρώνουμε για ό,τι έδωσε στην ανθρωπότητα. Ομως, αν ο πολιτισμός μας είναι σημαντικός, τούτο οφείλεται και στο πέρασμα των λαών και των πολιτισμών τους. Στο αντάμωμα και στο σμίξιμο.
efsyn.gr

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *