Το μαρτύριο της δίψας

 

Του Ηλία Μαγκλίνη

26s2gri-thumb-large

Ο Κύριος Γκρι

«Δύο έως επτά Αυγούστου 1921: προέλαση υπό συνθήκες καύσωνα με μεγάλη έλλειψη νερού ώς τη δυτική όχθη του Σαγγάριου. Η ύδρευση της φάλαγγας στις 7 Αυγούστου γίνεται μονάχα μία φορά: η μοναδική πηγή περιβάλλεται από μαρμάρινες πλάκες με χαραγμένες επιγραφές σε αρχαία ελληνική γραφή». Ο κύριος Γκρι, χαμένος στα ψηφιοποιημένα αρχεία του νεοκλασικού κτιρίου της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, κοντά στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, αναζητά τα ίχνη του παππού του, στρατιώτη στη Μικρά Ασία.

Εχει εντοπίσει τρία ημερολόγια εκστρατείας της μονάδας στην οποία είχε υπηρετήσει ο παππούς Γκρι, και μου λέει σκεφτικός: «Φαντάσου. Κατάκοποι και διψασμένοι, καταμεσής μιας αχανούς στέπας, σε ένα ολότελα ξένο, εχθρικό περιβάλλον, πέφτουν πάνω σε αρχαίες ελληνικές επιγραφές. Η δροσιά τους πρέπει να ήταν μια κάποια παρηγοριά, διότι την 7η Αυγούστου, ο ανώνυμος συγγραφέας του ημερολογίου, πιθανώς επιτελικός της μονάδας, σημειώνει: “Η πορεία υπήρξεν λίαν κοπιώδης… Οι δε βραδυπορούντες εξηκολούθουν να προσέρχονται μετά των πρώτων πρωινών ωρών. Ο καταυλισμός ευρίσκετο παρά την αριστεράν όχθην του Σαγγαρίου”». Στις 8 Αυγούστου, διαβαίνουν τον Σαγγάριο. Την επομένη, η πορεία συνεχίζεται «από τις 13.00ω υπό συνθήκες παρατεταμένου καύσωνα και διά μέσου των βορείων κρασπέδων της Αλμυράς Ερήμου”. Στις 10 Αυγούστου, βρίσκονται, επιτέλους, απέναντι στις αλλεπάλληλες οχυρώσεις του εχθρού: είναι η αρχή του σφαγείου, και για τους δύο αντιπάλους, που θα διαρκέσει τρεις εβδομάδες».

Ο κύριος Γκρι, κρατώντας την ασπρόμαυρη φωτογραφία του παππού του, όπου μαζί με συναδέλφους του στη Μικρά Ασία κοιτά με βλέμμα αποφασιστικό τον φακό, επιμένει στην αναφορά στην πέτρινη πηγή με τα αρχαία ελληνικά: εκατοντάδες διψασμένοι Ελληνες, που άθελά τους συμβάλλουν και αυτοί στην ολοκλήρωση του μετέπειτα «εθνικού τραύματος», δροσίζονται με την αρχαία τους, γάργαρη γλώσσα. Αυτή η πέτρινη πηγή στα κράσπεδα της Αλμυράς Ερήμου, με τον λεπτό αλατισμένο κονιορτό να εισχωρεί στα μάτια, στα ρουθούνια, στα αυτιά, στα λαρύγγια των εξουθενωμένων ανδρών, που πορεύονται κάνοντας εμετό πάνω τους ένεκα της ηλίασης. «Τίποτα δεν σβήνει αυτή τη δίψα: να σκάβεις όπου μπορείς για ν’ ανακαλύπτεις κόσμους χαμένους. Νοητές νεκρουπόλεις που όμως βοούν. Οι στρατιώτες ήσαν εικοσάχρονοι όταν έπεσαν τυχαία στο αποτύπωμα αυτό που άφησαν πίσω τους κάποιοι που εδώ και αιώνες είναι νεκροί. Και τώρα αυτοί οι νεαροί πολεμιστές είναι, από χρόνια, νεκροί κι εγώ προσπαθώ να ψαύσω το δικό τους αποτύπωμα. Ή έστω του πατέρα του πατέρα μου. Ή και του πατέρα του καθενός μας. Δεν έχω αυταπάτες βέβαια: άλλο το μαρτύριο της δίψας εκεί, στην Αλμυρά Ερημο, κι άλλο αυτό που μπορεί να παιδεύει εσένα κι εμένα. Ομως, φαντάζομαι τον πατέρα του πατέρα μου να ψηλαφεί τα ανάγλυφα αρχαία ελληνικά με μια περιέργεια σαν τη δική μου για εκείνον. Ποιος ξέρει· ίσως να μας ενώνει, με τρόπο μυστηριακό μέσα στον χρόνο, αυτή η δίψα».

Και η μουσική της ημέρας; «Ραχμάνινοφ. “Ο Πρίγκιπας Ροστισλάβ”. Εχει αυτή τη δίψα για κόσμους, για ιδέες. Για εξερευνήσεις».

kathimerini.gr

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *