Λύγδα, Οδεμήσιο, Καΰστριον Πεδίον

Του Πέτρου Μεχτίδη

Με πολύ ενδιαφέρον διάβασα το άρθρο του Κ. Θώδη (21/3) για τα Λύγδα (αλλιώς η Λίγδα) της Μ. Ασίας, μία όχι και τόσο γνωστή ελληνική κοινότητα της Λυδίας. Συμπληρωματικά θα ήθελα να βοηθήσω και εγώ με τη σειρά μου όσους αναζητούν τις ρίζες τους στην περιοχή της Λυδίας.

Τα Λύγδα βρίσκονταν στις βόρειες πλαγιές του όρους Μεσωγίς, στην νότια όχθη του Καΰστρου, ανήκε διοικητικά στο σαντζάκι Σμύρνης, στον καζά Οδεμησίου. Ο καζάς Οδεμησίου είχε 141 ή 146 χωριά (ανάλογα με την πηγή) και τρεις δήμους: Πυργίου (35 χωριά), Κελλάς/ Gilas (52 χωριά), Παλαιόπολης/ Balyanbolu (24 χωριά). Γενικά για την περιοχή της κοιλάδας του Καΰστρου παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο μου ‘Παράλια της Μ. Ασίας- Ελλήνων Μνήμες’ (2006, σελ.134): ‘Στην πεδιάδα του ποταμού Καΰστρου βρίσκονται οι πόλεις Οδεμήσιο, Βαϊνδήριο και Θείρα, πρωτεύουσες των ομώνυμων καζάδων, οι οποίες χρωστούνε την ακμή τους στην ύπαρξη της σιδηροδρομικής γραμμής. Ο σημαντικός αριθμός Ελλήνων συγκεντρωνόταν κυρίως ή αποκλειστικά σε αυτές τις πρωτεύουσες: στον καζά Θείρας (Τίρε) 6.000 Έλληνες στην πρωτεύουσα και 1.500 στον υπόλοιπο καζά, στον καζά Βαϊνδηρίου (Μπαϊντίρ) 4500 στην πρωτεύουσα και στον καζά Οδεμησίου (Οντεμίς) 3.000 Έλληνες στην πρωτεύουσα και 4000 στα 146 χωριά. Οι 8.000 Έλληνες του Βαϊνδηρίου ασχολούνταν με την αμπελουργία, το βαμβάκι και τις ελιές. Μέρος της παραγωγής βαμβακιού και ελιών επεξεργαζόταν στα τέσσερα ατμοκίνητα εργοστάσια. Κοντά στο Οδεμήσιο υπήρχε η αρχαία πόλη Ύπαιπα, από την οποία πιθανώς προερχόταν το άγαλμα που κατέγραψε ο Γάλλος περιηγητής Texier’ (‘Asie Mineure’ σελ. 248). Το όνομα Ύπαιπα ήταν αυτό που χρησιμοποίησε ένας εκπολιτιστικός σύλλογος του Οδεμησίου.

Ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων στον καζά Οδεμησίου κινείται – ανάλογα με την πηγή και την χρονολογία- από 6,42% (1881-93) και 7,75% (1914) έως 26,02%. Σημειώνω επίσης τα στοιχεία α. του Hyde Clarke για συνολικό πληθυσμό 8.000 κατοίκων, 3.000 Ελλήνων, 2.000 Αρμενίων (1865), του Μ. Νοταρά (σελ. 110): Σύνολο 80.570, Έλληνες 6.802 (8,44%), Τούρκοι 72.037, Αρμένιοι 1708 και Εβραίοι 23, β. του Quinet, (‘Turquie d’ Asie’, III, σελ. 514): Σύνολο 26.700, Μουσουλμάνοι 19.500, Έλληνες 7.000 (26,21%), Ξένοι 150, Εβραίοι 50, γ. αρχείου της Εθνικής Τράπεζας για συνολικό πληθυσμό 78.525 κατοίκων. Ο χάρτης που συνοδεύει την ‘Επίτομη Ιστορία της Μικρασιατικής εκστρατείας’ (Δ.Ι.Σ.) αναφέρει για τον καζά Οδεμησίου 555 μαθητές και 4 εκκλησίες.

Το Οδεμήσιο αναφέρεται στις ευρωπαϊκές πηγές ως ‘Oedemisch’, ‘Eudemich’, ‘Eudemich’, ‘Odemes’, ‘Demich’, ‘Demieh’ και οι ντόπιοι το ανέφεραν ως ‘Τεμίσι’ και ‘Οντεμίς’. Πιθανώς το όνομά του συνδέεται με την τουρκομανική φυλή Otemis (γνωστή και για την εξέγερση του 17ου αιώνα). Ο Hyde Clarke αναφέρει σχετικά για τις φυλές Eutemish και Baindir (Journal of the Anthropological Society, 5, 1867,clxxx).

Το Οδεμήσιο ενωνόταν με τη Σμύρνη με σιδηροδρομική γραμμή 137 χλμ. που εγκαινιάστηκε το 1884. Η διακλάδωση Τουρπαλή- Θείρα- Οδεμησίου μήκους 60 χλμ. είχε έξι σταθμούς: Τουρπαλή, Αρίκ- Πασί, Τσιπλάκ, Βαϊνδήριον, Τσατάλ, Θείρα, Χατζηελές (ή Χατζή- Ηλίας) και Οδεμήσιο. Το τρένο ξεκινούσε από τη Σμύρνη στις 07.30 (Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή) και έφτανε στο Οδεμήσιο στις 17.15. Την επόμενη μέρα (Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο) αναχωρούσε για τη Σμύρνη στις 07.00 (άφιξη στη Σμύρνη στις 17.35).

Η περιοχή του Οδεμησίου ήταν γνωστή- εκτός των άλλων- και για τα μεταλλεία: αντιμονίου στο Τσινλί-Κάϊ και στο Εμιρλί, υδραργύρου στο όρος Παληάμπολι (νοτιοανατολικά του Οδεμησίου), μαγγανίου στο Γενιτζέ Κίοϊ (δυτικά του Οδεμησίου), χρυσού ‘του Τραϊανού’ (βόρεια του όρους Μεσωγίς, ανήκε στον Αθηνόδωρο- Γάλλο υποπρόξενο Αϊδινίου), αρσενικού (τέσσερα μεταλλεία), κ.λπ. Αναλυτικός είναι ο χάρτης που δημοσίευσε ο Ν.Β. Λιάτσικας το 1921. Να υποθέσω ότι πολλοί κάτοικοι των Λύγδων εργάζονταν σε αυτά τα κοντινά μεταλλεία; Το Οδεμήσιο μπορεί να θεωρηθεί –για τα δεδομένα της εποχής- ‘βιομηχανικό’ κέντρο με 20 εργοστάσια σχοινοποιίας, μεταξουργίας (140 αργαλειοί έφτιαχναν τα μεταξωτά ‘τσαρτσάφ’), 2 ατμόμυλους (πληροφορίες από το ‘Η βιομηχανία εν Σμύρνη και εν τη Ελληνικά Μ. Ασία’, στατιστικό δελτίο Οδεμησίου Οδυσσέα Σελμπέα).

Η περιοχή του Καΰστρου, τόσο προς τις εκβολές στην Έφεσο, όσο και προς το εσωτερικό θεωρούταν ανθυγιεινή και επικίνδυνη για εμφάνιση ελονοσίας. Σε αναφορά του ο Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη George Horton σημείωσε ειδικά τα χωριά Τζιμοβάσι, Malcadji, Τουρπαλή (Public Health Reports), Vol. 28, No. 10 (Mar. 7, 1913) 1913, σελ. 471).

Για τον πληθυσμό των Λύγδων και τα σχολεία έχουμε τις εξής πληροφορίες:

1. Ο Δ. Γεωργιάδης αναφέρει (‘Smyrne et l’ Asie Mineure’, 1885, σελ. 112) για τα Λύγδα (Lygda) πληθυσμό 940 Ελλήνων, 1 σχολείο και 60 μαθητές.

2. Ο Παν. Κοντογιάννης (‘Γεωγραφία της Μ. Ασίας’, σελ. 324 και ‘Η ελληνικότητα των νομών σελ. 133) αναφέρει για τα Λύγδα ότι είχε 800 τουρκόφωνους Έλληνες κατοίκους.

3. Στο περιοδικό ‘Ξενοφάνης’ αναφέρονται 2.300 Έλληνες με μία εκκλησία και 2 ιερείς.

4. για Αρρεναγωγείο με 5 τάξεις, 2 δασκάλους και 75 μαθητές, Παρθεναγωγείο με 4 τάξεις, μία δασκάλα και 36 μαθήτριες. Οι ετήσιες δαπάνες για το Αρρεναγωγείο ήταν 50 τουρκικές λίρες και 30 για το Παρθεναγωγείο. Β. για 1 αστική σχολή αρρένων και 1 θηλέων με 112 συνολικά μαθητές.

5. Σε έγγραφο που υπάρχει στο Αρχείο Ελ. Βενιζέλου (1911 του μητροπολίτη Ηλιουπόλεως) με στατιστικά στοιχεία για τις ελληνικές κοινότητες της περιοχής σημειώνεται: ‘Λύγδα: 1100 Έλληνες, 1000 Τούρκοι, γλώσσα Τουρκική, 1 εκκλησία, 1 ιερέας απαίδευτος, 1 Αρρεναγωγείο, (με 7 τάξεις, 3 δάσκαλους, 110 μαθητές, 190 τ. λίρες προϋπολογισμό ), 1 Παρθεναγωγείο (με 4 τάξεις, 2 δασκάλα, 35 μαθήτριες, 90 τ. λίρες προϋπολογισμό) και 1 τουρκικό σχολείο’. Γενικά στη Μητρόπολη Ηλιουπόλεως και Θείρων αναφέρεται ότι υπήρχαν 50 κοινότητες και 54. 249 Ελληνορθόδοξοι.

Στο Αρχείο Ελ. Βενιζέλου φυλάσσονται επίσης τηλεγραφήματα του 1919 σχετικά με τη στρατιωτική κατάσταση στην περιοχή, όπου αναφέρονται τα Λύγδα ως Αντιτζέντε, η θέση ‘Αρμένικο τσιφλίκι’ 7 χλμ ανατολικά και άλλα χωριά και τοπωνύμια.

Από τους δασκάλους που υπηρέτησαν στα Λύγδα (‘εν Λύγδοις’) γνωρίζουμε τον Λεωνίδα Μαυρομάτη (1915-16), τον Μιχάλη Θεοχαρίδη (1916-17 και την νηπιαγωγό Αγγελική Σαββαδοπούλου (1915-16). [στοιχεία από πίνακα της Ύπατης Αρμοστείας δημοσιευμένο από τη Λ. Ιστικοπούλου στο στ΄ Πανελλήνιο Συνέδριο για τη Μ. Ασία].

H παλαιότερη αναφορά για τον οικισμό είναι σε εκκλησιαστικό έγγραφο του 1342 ως Δίγδη (Acta et Diplomata, I, σελ. 230): ‘δύο χωρία, το του Διοσιερού δηλονότι και το της Δίγδης’. Διός Ιερόν είναι το παλαιότερο όνομα του Πυργίου. Διακόσια χρόνια μετά (1530) ο οικισμός αναφέρεται σε οθωμανικά αρχεία ως Adagide.

Ετυμολογικά η Δίγδη και τα Λύγδα δεν πρέπει να συγχέονται με τη γνωστή από επιγραφές αρχαία πόλη Δίγινδα/ Diginda (ανατολικότερα). Είναι άγνωστης ετυμολογίας, όπως και το νεότερο Λίγδα/ Λύγδα, και δεν νομίζω ότι πρέπει να συνδέεται με τις παλαιότερες επισκοπές (της Λυδίας) Βλάνδου (ή Βαλάνδου ή Γαύδειας ή Βλανδέων ή Μεσοτυμόλου) και Δάλδης. H Βλάνδος βρισκόταν στις όχθες του ποταμού Ιππούριου, παραποτάμου του Μαιάνδρου. Άλλωστε και στο έγκυρο ‘Kleinasiatischen Ortsnamen’ (L. Zgusta, 1984) σημειώνεται αυτός ο προβληματισμός για την προέλευση του ονόματος Δίγδη.

Στην κοιλάδα του Καΰστρου περιηγήθηκαν Ευρωπαίοι αρχαιοδίφες: οι K. Buresch, S. Reinach, J. Keil, A. V. Premerestein, ο Αρ. Φροντριερ (‘Όμηρος’, 1875,5, ‘περί τινών προϊστορικών τάφων εν Λυδία’ στη θέση Σεϊτάν Κεσίκ- Τεπεσί, ¾ της ώρας από τα Θείρα) και το 1891 ο Αλσατός καθηγητής της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης Georg Weber (1840-1910) . Το άρθρο του (‘Hypaepa, le kaleh d’ Aiasourat, Birghi & Oedemich, σελ. 7-21, Revue Etudes Grecques, V, 1892) ξεκινάει με τον χάρτη της περιοχής μεταξύ Θείρων (δυτικά) και Πυργίου (ανατολικά). Η Λίγδα σημειώνεται στο χάρτη αυτό ως Adigante. Περιγράφει τις διάσπαρτες αρχαιότητες στο Οδεμήσιο και στα Ύπαιπα πριν αναφερθεί στο κάστρο του Aiasourat, αναφέροντας και την παρεφθαρμένη ονομασία Aiassoulouk, που χρησιμοποιούν οι κάτοικοι. Στο τοπογραφικό σχέδιο της περιοχής του κάστρου σημειώνει επίσης τη θέση κιστέρνας, εκκλησίας και παρεκκλησίου. Το άρθρο του Weber κλείνει με την περιγραφή του Πυργίου. Την επόμενη χρονιά (1892) υπάρχει επίσης η αναφορά από περιηγητή για το ‘μεγάλο χωριό Adigede (Ligda)’.

Όμως η πιο σημαντική παρουσία του χωριού είναι στο χάρτη του Σωτηριάδη (1918), ο οποίος χρησιμοποιήθηκε ως επίσημος χάρτης των Ελληνικών διεκδικήσεων στη Μ. Ασία. Ο χάρτης συνοδευόταν από στατιστικά στοιχεία, στα οποία ο καζάς Οδεμησίου παρουσιάζεται με συνολικό πληθυσμό 28.900 κατοίκων (19.500 Τούρκοι, 7.700 Έλληνες (26,92%), 1500 Αρμένιοι, 50 Εβραίοι και 150 λοιποί). Παρόμοια είναι τα στοιχεία και στο ‘L. Hellenisme de l’ Asie Mineure’ (Leon Maccas, 1919) “Greece before the Conference’ (Polybius, 1919).

Η περιοχή Οδεμησίου- Λύγδων δοκιμάστηκε από τους διωγμούς από τσέτες το 1914, όπως αναφέρονται σε επιστολές του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου: ‘Η παρούσα […] περιγράφει τα κατά το παρελθόν διήμερον λαβόντα χώραν ανοσιουργήματα, άτινα αποτελούσιν ατελείωτον σειράν και ορμαθόν. […] Εν Οδεμησίω ένοπλοι ομάδες φέρουσι όπλα Μαρτίνι περιφέρονται και τρομοκρατούσι τους Χριστιανούς και ουδείς τολμά να εξέλθη εις τους αγρούς, ελλείψει δε εργατικών χεριών 50- 60 χιλ. οκάδων καπνού κατεστράφησαν τας ημέρας ταύτας. […] Εμποδίζουσι τους εξ Οδεμησίου να στέλλωσιν άλευρα εις τους Χριστιανούς των Λυγδών, ίνα και αποθάνωσι της πείνης ή μεταναστεύσωσι, εάν δε τις καμηληλάτης τολμήση να φορτώση κρυφά άλευρα, ορμώσι, κόπτωσι τα σχοινία και ρίπτουσι τα άλευρα εις τας οδούς’ (επιστολή 25ης Ιουνίου 1914, προς Οικ. Πατριάρχη Γερμανό ε΄, “Το Αρχείο του Εθνομάρτυρος Σμύρνης Χρυσοστόμου“, 2000, τόμος β΄, σελ. 147). Σε άλλο σημείο αναφέρεται ως αρχηγός των τσετών ο Σαρή Γκιολλού Χασάν Αγάς, ο οποίος φυλακίστηκε στις φυλακές του Οδεμησίου, αλλά φυγαδεύτηκε.

Στην περιοχή κοντά στα Λύγδα βρίσκονταν (ενδεικτικά) τα χωριά Φάτα (Φίτινα στον καζά Θείρων- δυτικά, Pesrefli σήμερα), Κιούρε, Μπαντέμνια (νότια) και Τσερμές, Μπεστανκί, Τσερελί (βόρεια, μεταξύ του χωριού και του Οδεμησίου). Τα Λύγδα σε χάρτη του Γερμανού Kiepert (1890) αναφέρονται ως Adigeder. Σε χάρτη της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού το χωριό αναφέρεται ως Αντιζεντέ, όπως σωστά αναφέρει και ο Κ. Θώδης (Adagide/ Ανταγίντε). Στον ίδιο χάρτη σημειώνονται (από δυτικά προς ανατολικά) το όρος Μεσωγίς, το Κοτσάκ Νταγ και το Μπαλαμούτ Νταγ (πίσω/ νότια της Λίγδας). Όσο για το Αγιασολούκ (βορειοανατολικά των Λύγδων) αναφέρεται ως ‘Άγιος Λουκάς’, αν και το ομώνυμο Αγιασολούκ στην Έφεσο αποτελεί παραφθορά του ‘Άγιος Θεολόγος’. Ο βυζαντινολόγος C. Foss το ταυτίζει με τη βυζαντινή Νίκαια του Κιλβιανού Πεδίου, όπως και η Marjianna Ricl (‘Νεικαέων Κιλβιανών πόλις’ στις επιγραφές). Αναφέρεται επίσης ως Ayazurat/ Turkonu και στο χάρτη του Kiepert ως Ayasurt. (σχετικά και στο άρθρο του Weber).

Νεότεροι μελετητές στην περιοχή (C. Foss κ.α.) έχουν δημοσιεύσει βυζαντινά κυρίως κάστρα, στην περιοχή μεταξύ Οδεμησίου- Λύγδων και Πυργίου. Από αυτά σημειώνω το κοντινό στη Λίγδα κάστρο Balabanli (δεν πρέπει να συγχέεται με ομόηχο οικισμό ανατολικότερα). Την τελευταία δεκαετία Τούρκοι και ξένοι αρχαιολόγοι (Marjianna Ricl, H. Malay) ερευνούν την περιοχή της κοιλάδας του Καΰστρου κυρίως με σκοπό τη μελέτη των επιγραφών.

Ένας πιο απαιτητικός ερευνητής θα μπορούσε να ανατρέξει α. στα Οθωμανικά αρχεία (devlet arsivleri/ osmanli arsivi), όπου φυλάσσονται ‘τεφτέρια’ με στοιχεία και για τη Λίγδα, β. στο άρθρο ‘Το Καΰστριον πεδίον’ (της Θ.Γ. Ανταβαλίδου/ ‘Ανατολικό Ημερολόγιο’ Θρασύβουλου Μ. Μάλη, Σμύρνη 1913), γ. στο αρχείο του Κ.Μ.Σ. (Κ. Δεμίρης ‘Αναμνήσεις από το Οδεμήσι’, 1966, και στις 133 σελίδες για την περιφέρεια Ντεμισίου, κ.λπ.)

Κλείνω το άρθρο με την αναφορά στον εφημέριο των Λύγδων Δημήτριο, ο οποίος θανατώθηκε από τους Τούρκους δίπλα στον Καΰστρο ποταμό το 1922.

  1. Τα Λύγδα σε λεπτομέρεια από χάρτη του Kiepert (1890) ως Adigeder

  2. Τα Λύγδα σε χάρτη του Weber (1891) ως Adigante

  3. Ο καζάς Οδεμησίου, λεπτομέρεια από χάρτη της δυτικής Μ. Ασίας

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

  • Berichte über die Verhandlungen der Königlich sächsischen Gesellschaft der Wissenschaften zu Leipzig, B.G. Teubner 1892

  • Georg Weber ‘Hypaepa, le kaleh d’ Aiasourat, Birghi & Oedemich’, (Revue Etudes Grecques, V, 1892)

  • Ν.Β. Λιάτσικας ‘Ο ορυκτός πλούτος της δυτικής Μ. Ασίας’ (Υπ. Εθνικής Οικονομίας, Γεωλογικόν Γραφείον, 1921)

  • C. Foss ‘Late Byzantine Fortifications in Lydia’ JOB 28, 1979

  • Γ. Τραγάκης ‘Η βιομηχανία εν Σμύρνη και εν τη Ελληνικά Μ. Ασία’ (1920, 1994)

  • Π. Κοντογιάννης «Γεωγραφία της Μ. Ασίας» (Αθήνα 1919, 2000)

  • Σ. Αναγνωστοπούλου «Μικρά Ασία. Οι Ελληνορθόδοξες κοινότητες», « Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα, 1998

  • Το Αρχείο του Εθνομάρτυρος Σμύρνης Χρυσοστόμου” τόμος Β΄ «Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης», Αθήνα, 2000

  • Π. Μεχτίδης ‘Παράλια της Μ. Ασίας- Ελλήνων Μνήμες’, 2006

  • Hasan MALAY, Marijana RICL ‘TWO NEW INSCRIPTIONS RECORDING CONSTRUCTIONS IN DIOSHIERON OR HYPAIPA’ 2009

  • Για τους ζεϊμπέκους που ζούσαν στην περιοχή βασικό θεωρείται το βιβλίο του Θ. Κοροβίνη: ‘Οι ζεϊμπέκοι της Μ. Ασίας’ (2005, Άγρας)

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *