Κανουνί Σουλεϊμάν – Καλή χρονιά

Toυ Θωμά Κοροβίνη

 

Ένα πρωτοχρονιάτικο παραμύθι, γραμμένο για τη LiFO

 

Στην Κωνσταντινούπολη του ’88, παραμονή Πρωτοχρονιάς τρωγοπίναμε –μία μεγάλη, πολυεθνική παρέα– στο κουτούκι του Χασάν Χουσεΐν, κάτω από τη γέφυρα του Γαλατά, που την ανατίναξαν δύο χρόνια αργότερα τα συμφέροντα των μαφιόζων. Από αυτό το φιλόξενο καπηλειό, που αντίκριζε τα ακρογιάλια κατά μήκος του Κεράτιου, μέχρι το Εγιούπ Σουλτάν και τον λόφο του Πιερ Λοτί στο βάθος, περνούσε ό,τι πιο σπαρταριστό και νταλγκαδιάρικο διέθετε εκείνη τη εποχή η Πόλη: μερακλίδικα αλάνια, επαναστατημένοι νεολαίοι, απελευθερωμένες φοιτήτριες, τροτέζες του Ακσαράι, ποιητές του δρόμου, παλαίμαχες λαϊκές τραγουδίστριες και παροπλισμένοι ηθοποιοί, Τούρκοι της παγκόσμιας διασποράς, παράξενοι μοναχοπεριπατητές, εγχώριοι και αλλοδαποί τουρίστες, περιοδεύουσες ορχήστρες Τσιγγάνων του Σουλού Κουλέ που έστηναν επιτόπου βακχικές συναυλίες. Λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος, μέσα σ’ ένα δαιμονικό κέφι, έχοντας ο τυχερός κερδίσει σε λοταρία μία κάσα με μπίρες και μία με γενί ρακί, βγήκα στο κεφαλόσκαλο και μοίραζα τα πιοτά στους περαστικούς για το καλό της χρονιάς. «Νοέλ μπαμπά γκελντί», έλεγαν χαρούμενοι, «ήρθε ο Αϊ-Βασίλης». «Μουτλού γιλλάρ», τους ευχόμουνα, «ευτυχισμένα χρόνια». Μέσα στου Χασάν Χουσεΐν ένας ουτίστας τραγουδούσε παθιάρικα τη «Μανόλια». Η ματιά μου χάθηκε προς στιγμήν λυπημένη στα θολά νερά του θαλασσοπόταμου. Με πλησίασε ο φίλος μου, ο γέροντας μπεχτσής που φύλαγε κάθε νύχτα τη γέφυρα: –Ιγί σενελέρ, καρντεσίμ. –Χρόνια πολλά, αδελφέ μου. –Σεκλετισμένο σε βλέπω, δεν κάνει, διώξ’ τα όλα απ’ το κεφάλι σου, ξημερώνει καινούργιος χρόνος. –Σ’ ευχαριστώ, Ομέρ μπαμπά. Καλή χρονιά. –Μήπως είσαι ερωτευμένος; Στην Ανατολή, αγόρι μου, δεν πρέπει ν’ αγαπάς, πρέπει να σ’ αγαπάνε. Επέστρεψα στο μαγαζί. Σε λίγο θα γύριζε το ρολόι του χρόνου. Οι πολυσυλλεκτικές παρέες, Τούρκοι, Έλληνες, Σουηδοί, Άγγλοι, Λιβανέζοι, είχαν ενωθεί σ’ έναν ξέφρενο χορό, είχαν βγει έξω στην παγωνιά και χόρευαν αγκαλιασμένοι το γνωστό ταταυλιανό χασαποσέρβικο με λατέρνα, που βάζουν στην αρχή της παράστασης του Καραγκιόζη. Χώθηκα κι εγώ ανάμεσά τους. Από δεξιά μου ένας παιχνιδιάρης βεργολυγερός μ’ έσερνε προς το μέρος του: –Πώς σε λένε; –Σουλεϊμάν. –Εγώ θα σε φωνάζω Σούλη. –Από πού είσαι; –Γεννήθηκα στη Σμύρνη. Ο πατέρας μου είναι Κόνιαλης κι η μάνα μου Τραπεζούντια. Θα ήταν μέχρι είκοσι οχτώ χρονών. Εγώ ήμουν τριάντα πέντε. –Το ξέρεις ότι σου έδωσαν το όνομα του Σολομώντα, του πιο σπουδαίου και πιο πλούσιου βασιλιά των Εβραίων; –Ναι. Έχω και το όνομα του πιο δοξασμένου αυτοκράτορα των Οθωμανών. Μα δουλεύω τσιράκι κάτω στα μπακιρτζίδικα του Μπαγιαζίτ κι έχω μόνο πέντε γρόσια στην τσέπη, μου είπε χαμογελώντας ευτυχισμένος και μου πήρε την ψυχή. –Εσύ είσαι τυχερός, όχι γιατί κέρδισες τη λοταρία, μα γιατί είσαι Έλληνας κι έρχεσαι από πολύ παλιά, προτού να γίνει αυτή η πολιτεία που κρατούσε κάποτε στα χέρια της τις τύχες του κόσμου. Ήταν ένας Ανατολίτης θεός που είχε βγάλει με το ζόρι το δημοτικό, μα έπαιζε στα δάχτυλα την ιστορία της χώρας του. –Αν είχες γεννηθεί σ’ αυτά τα μέρη κι ήμουν εγώ ο Παντισάχ, τότε θα γινόσουν ο δεύτερος πολίτης της αυτοκρατορίας κι όλοι θα σε φώναζαν βεζίρη Ιμπραήμ, όπως τον πρωθυπουργό του σουλτάνου Σουλεϊμάν. –Και θα ήμουν ο παρακοιμώμενός σου; –Θα πλάγιαζες κάθε νύχτα δίπλα μου. –Και οι γυναίκες του χαρεμιού; Η Χιουρέμ; Οι παλλακίδες; Η βαλιδέ σουλτάνα; –Δεν έχουν καμιά δουλειά αυτές μ’ εμάς. Ποιος θα τολμούσε να χωθεί στα κέφια του ηγεμόνα; Εμείς θα είχαμε την αγάπη μας. Μη σκας. Αν ήθελες, θα προσευχόσουν στον Χριστό σου κι ας είχες γίνει μουσουλμάνος. Ένιωσα εκείνη τη στιγμή τη μοίρα μου να με χαϊδεύει. Άφησε για μια στιγμή το χέρι μου κι έφερε δύο στροφές στον αέρα. Δεν ήταν χορευτής αυτός, ήταν πουλί. Μου ξανάπιασε το χέρι και συνέχισε. –Ξέρεις τι ωραία θα περνούσαμε! Σαχανελίκ, μούρλια! Εγώ θα σου τραγουδούσα παθητικά γκαζέλια κι εσύ θα μ’ αποκοίμιζες με τρυφερά νανουρίσματα. –Ναι, αλλά ο χαλίφης ήταν σκληρός, κι όταν αποκτούσα δύναμη, τότε θα με φώναζαν σουλτάν Ιμπραήμ, εσένα θα σε φαρμάκωνε ο δαίμονας της ζήλειας, και θα μου ‘παιρνες το κεφάλι. –Όχι, μπρε, μην τα πιστεύεις αυτά τα μασάλια. Ο Σουλεϊμάν ήταν ο πιο σπουδαίος μονάρχης, έκανε φιλανθρωπίες, έργα για τον λαό, έγραφε ποιήματα. Έβγαλε νόμους, γι’ αυτό τον είπανε Νομομαθή και Νομοθέτη. –Τον είπανε Κανουνί, από το αρχαίο ελληνικό Κανών. – Ήταν και ερωτοπαθής. –Σαν εμένα. –Και σαν κι εμένα, μου φώναξε ο Σούλης και μου ‘σφιξε δυνατά το χέρι. – Ήταν ερωτοπαθής, μα και αιμοσταγής. –Σεν κόρκμα, μη φοβάσαι. –Ναι, αλλά μ’ αυτόν θέριεψε το παιδομάζωμα. –Μπορεί, αλλά μονάχα Έλληνες έβαζε στα μεγάλα πόστα. Ο Ιμπραήμ, ο Ηπειρώτης, έφτασε να γίνει ο σαντραζάμης που κυβέρνησε την απέραντη αυτοκρατορία, ο Μπαρμπαρόσσα, ο Μυτιληνιός, ο αρχιναύαρχος που έγινε ο θαλασσοκράτορας της Μεσογείου, κι ο Μιμάρ Σινάν, ο Καππαδόκης, ο μέγιστος αρχιτέκτονας που έφτιαξε τα ωραιότερα κτίσματα του οθωμανικού κόσμου. Θωμάς Κοροβίνης Ο χορός τελείωσε μαζί με την κουβέντα μας και το νέο έτος μας βρήκε αγκαλιασμένους και ξετρελαμένους εκεί, κάτω απ’ τη γέφυρα του Γαλατά, ενώ κελαηδούσαν όλα τα καμπαναριά και η Πόλη είχε ανάψει τις λάμπες της να υποδεχτεί τη νέα χρονιά. «Άιντε», μου είπε, «φως στα μάτια μας, πάμε να περπατήσουμε στους γιορτινούς δρόμους, να χορτάσουμε τη Σταμπούλ, ο καινούργιος χρόνος θέλει καινούργιες αγάπες, καινούργια πανηγύρια. Κι ύστερα θα σε πάω στον μουσαφίροντά μου». Ο δικός μου ο Σουλεϊμάν δεν ήταν βέβαια Νομοθέτης. Μα ήταν Μεγαλοπρεπής. Και με πήρε να με σεργιανίσει στο ανάκτορό του, που δεν ήταν το Τοπ Καπί, μα ένα ημιυπόγειο σε κάποιον φτωχομαχαλά του Κασίμπασα. Αλλά «δύο καρδιές σαν αγαπιούνται, η αχυρώνα μοιάζει με σαράι». Κι έτσι ζήσαμε εκείνη τη μακρινή Πρωτοχρονιά, όπως ο σουλτάνος Σουλεϊμάν και ο εκλεκτός του, ο Δημήτριος-Ιμπραήμ, στα νιάτα τους. Σαν παραμύθι πρωτοχρονιάτικο με νοσταλγία θυμάμαι εκείνο το ραβαΐσι, κι ήταν τόσο όμορφο, που τσιμπιέμαι στην ενθύμησή του, θαρρείς κι ήταν ένα όνειρο ή μια ταινία του σινεμά όπου πρωταγωνιστούσαν άλλοι κι όχι εγώ με τον πανέμορφο και πανέξυπνο φίλο μου, που από εσωτερικός μετανάστης, εργένης από πεποίθηση και ταπεινός χαλκωματάς έγινε Τούρκος εμιγκρές του Μόντρεαλ, οικογενειάρχης πολύτεκνος και προκομμένος εστιάτορας. Εγώ παρέμεινα εργένης από πεποίθηση. Και ερωτοπαθής. Δεν ξέρω για τον Σούλη. Δεν χαθήκαμε. Το ρίξαμε στην αλληλογραφία. Μα, όπως γίνεται πάντα, η φλόγα της όμορφης και αγνής αγάπης που άναψε εκείνη την Πρωτοχρονιά λιγόστεψε και σιγά-σιγά ξεθύμανε. Έζησα άλλες είκοσι τρεις Πρωτοχρονιές, χαρούμενες, λυπημένες, ουδέτερες. Στο μεταξύ οι Τούρκοι –όπως λίγο πριν είχε συμβεί και με τους συμπατριώτες μας– άλλαζαν κι εκείνοι. Σηκώθηκαν τα υπαίθρια παζάρια, χάθηκαν τα στέκια μας, στη θέση της παλιάς γέφυρας χτίστηκε μια καινούργια, υπερσύγχρονη, αλλά δεν κράτησε τίποτα από τη συναρπαστική ατμόσφαιρα που ζήσαμε και που έχτισε την ανθρωπίλα μας. Τα μερακλίδικα αλάνια εξαφανίστηκαν, οι Τσιγγάνοι διώχτηκαν από το Σουλούκουλε, οι επαναστατημένοι νεολαίοι ανακάλυψαν άλλα καταφύγια, οι απελευθερωμένες φοιτήτριες άλλαξαν φωλιές και οι θερμές ντόπιες μεροκαματιάρισσες τροτέζες εκτοπίστηκαν από εκρηκτικές, μα ψυχρές Βαλκάνιες. Οι παλαίμαχες σαντέζες και οι ξεχασμένοι ηθοποιοί είχαν αναχωρήσει από καιρό για τας αιωνίους μονάς. Στο τούρκικο βλέμμα δεν διάβαζα πια την ανάγκη για ζεστή επαφή και παραδείσους λαγνείας, μα την άκρατη λύσσα για κατανάλωση και φιγούρα. Οι μοναχοπεριπατητές πολλαπλασιάστηκαν μόνο. Και οι Τούρκοι της διασποράς εξακολουθούν να επισκέπτονται την Πόλη, μαζί με άλλους τουρίστες, που ξεπερνούν καθημερινώς το εκατομμύριο. Μακάρια πολιτεία, κοντά σε τόσα πεσκέσια που μου χάρισες, με κέρασες και το νέκταρ μιας παραμυθένιας μα ατόφιας αγάπης. Τύφλα να ‘χει το χρυσάφι όλου του κόσμου! Όμως αλλάζει η Σταμπούλ σε κάτι απροσδιόριστο που θα φανεί με τον χρόνο, μα χάνει το χρώμα της. Δύσκολα πια να γεννήσει παιδιά σαν τον δικό μου, τον απίστευτο Σουλεϊμάν. Η αγάπη μου για τον Σούλη μ’ έκανε να ασχοληθώ τόσο πολύ με την εποχή του Μεγαλοπρεπούς, ώστε θα ‘πρεπε να κάνω τη ζωή του μυθιστόρημα. Μα όταν άρχισα να βάζω μπρος το σχέδιο, ο σουλτάνος αυτός έγινε της μόδας κι εγώ δεν τα πάω καλά με τις μόδες. Κάθομαι καμιά φορά και σεργιανώ από το τζάμι το εισαγόμενο σίριαλ, με την εκμαυλιστική του λάμψη και τα όργια ιστορικής απάτης. Άλλοτε φουρκίζομαι κι άλλοτε διασκεδάζω με τις φιλενάδες μου, που η μια αισθάνεται πρώτη κυρία του σαραγιού, η άλλη πρώτη δούλα του χαρεμιού, η τρίτη βασιλομήτωρ. Έπεσαν με τα μούτρα και παθιάστηκαν μ’ αυτόν το γουρλομάτη και γαλαζομάτη βραχνό αρτίστα. Όχι, κορίτσια, ο Σουλεϊμάν είναι εκεί έξω. Φτωχός και ταπεινός, μα καθαρός στην καρδιά και ερωτιάρης απ’ τη φύτρα του. Και ίσως σας περιμένει. Αρκεί να του πιάσετε το χέρι πάνω στον χορό και θα καταλάβει. Και μακάρι να ‘ναι σαν τον δικό μου Σούλη, τον ντερμπεντέρη, τον ωραίο χαλκωματά, το σαΐνι της Ανατολής, τον Σουλεϊμάν της μεγαλοπρεπούς

 

 

Πρωτοχρονιάς του ’88. Καλή χρονιά σε όλους! Magnify Image Ο Θωμάς Κοροβίνης είναι συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «’55» (εκδόσεις Άγρα 2012). Πηγή: www.lifo.gr

 

,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *