Η καλλιέργεια του καπνού και οι Πρόσφυγες της Θήβας

Του Δημήτρη Παντέλα

Η καπνοκαλλιέργεια μέχρι το 1922 ήταν τελείως άγνωστη στην επαρχία της Θήβας. Αμέσως μετά την μικρασιατική καταστροφή και την εγκατάσταση πάνω από 1000 οικογενειών προσφύγων, προερχόμενες οι περισσότερες από καπνοπαραγωγικές περιοχές της Μικράς Ασίας, ιδιαίτερα της Σμύρνης και της Περιφέρειας της, άρχισε να καλλιεργείται κι εδώ συστηματικά ο καπνός.

Αρκετοί ντόπιοι, είδαν τη νέα ευκαιρία που ανοίγονταν με την τεχνογνωσία που μετέφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες και διαθέτοντας χρήματα και χωράφια συνεργάστηκαν μαζί τους στην καλλιέργεια μεγάλων εκτάσεων καπνού. Ελάχιστοι που δεν συνεργάστηκαν με τους ντόπιους (κυρίως με κτηματίες από τις Συνοικίες Πυρί και Αγιοι Θεόδωροι) κατάφεραν να πάρουν κάποια καλλιεργητικά δάνεια και έτσι προχώρησαν κι αυτοί στην καλλιέργεια του καπνού.

Παρά το γεγονός όμως, ότι σχεδόν μαζικά οι πρόσφυγες που μόλις εγκαταστάθηκαν στην Θήβα (στην αρχή σε αποθήκες, τσιγκομαχαλάδες, παραπήγματα, μέχρι να χτιστεί ο Προσφυγικός Συνοικισμός το 1928) στράφηκαν στην καλλιέργεια του καπνού, ελάχιστοι κατάφεραν να αποκτήσουν δική τους γη, είτε γιατί δεν πωλούνταν από τους ντόπιους, είτε γιατί δεν ήθελαν , αφού θεωρούσαν ότι θα επέστρεφαν κάποια στιγμή στις πατρογονικές εστίες.
Ετσι για πρώτη φορά εισήγαγαν στην τοπική οικονομία την “ενοικίαση” των χωραφιών των ντόπιων (κυρίως κτηματιών από τους Αγίους Θεοδώρους, τους οποίους οι πρόσφυγες αποκαλούσαν “μπαστουνάδες”, αφού αρέσκονταν να κάθονταν στα καφενεία με τα μπαστουνάκια τους, ενώ η γη τους παρέμενε ανεκμετάλευτη), με αποτέλεσμα να μη λείπουν και οι προστριβές, ανάλογα με την σημασία που έδιναν οι δύο πλευρές στο ενοίκιο.

Η Θηβαϊκή πεδιάδα αποδείχθηκε κατάλληλη για καπνοκαλλιέργεια. Το έδαφος και το κλίμα ήταν ιδανικό. Ηταν δε τέτοιος ο ζήλος και η εργατικότητα των Μικρασιατών που σύντομα η Θήβα θα φημιζόταν για την άριστη ποιότητα των καπνών της σε όλόκληρη την Ελλάδα.
Το είδος του παραγόμενου καπνού, στην περιοχή αρχικά είναι το “Ούζο Σμύρνης” (καλούπια. Μια ποικιλία πολύ ευαίσθητη, η οποία απαιτούσε συστηματική καλλιέργεια των κατάλληλων χωραφιών και κοπιαστική εργασία, αφού η συγκομιδή του έπρεπε να γίνει σε συγκεκριμένη ώρα, με πολύ προσοχή κατά την διάρκεια της ξηρασίας του καπνού (είναι χαρακτηριστικό ότι τα καπνά της Θήβας διατηρούνταν για 4-5 χρόνια).

Χαρακτηριστικά διαβάζουμε στην εφημερίδα Θηβαϊκός Ταχυδρόμος του Γ.Γιαννακού, αρ.φ 7 της 28-10-1928:
“Η θαυμάσια από κάθε άποψη ποιότητα των καπνών έδωσε ζωηρότατη κίνηση στη Θηβαϊκή αγορά στην οποία συνέρευσαν αρκετά εκατομμύρια. Από το 1923 έχουμε 500 καλλιεργητές καπνού, με 14.000 στρέμματα καλλιεργούμενα, η παραγόμενη δε ποσότητα φτάνει στις 540.000 οκάδες και η μέση τιμή του καπνού 38-45 δραχμές η οκά.”

Την επόμενη χρονιά οι καλλιεργητές διπλασιάζονται . Ο καπνός που έφεραν μαζί τους οι Μικρασιάτες Πρόσφυγες, λόγω της άριστης ποιότητας του, γίνεται ανάρπαστος. Πραγματικός οργασμός καπνοκαλλιέργειας καταλαμβάνει τους πάντες.

Δικηγόροι, γιατροί ακόμα και ιερείς! αφήνουν τις δουλειές τους και στρέφονται στην καλλιέργεια του καπνού. Μεγάλες εταιρείες εμπορίας καπνού κάνουν την εμφάνιση τους στη Θήβα, αγοράζοντας μεγάλες ποσότητες (σχεδόν όλη τη παραγωγή, όπως των Αφών Παπαδημητρίου, Γκλεν Ταμπάκο, Αφών Παπαστράτου καθώς και ξένες εταιρείες, κυρίως Αυστριακές.

Από το ίδιο φύλλο του Θηβαϊκού Ταχυδρόμου διαβάζουμε:
“Το 1924 οι καλλιεργητές  φτάνουν τους 950, με 20.000 στρέμματα, παραγόμενη ποσότητα 625.000 οκάδες και μέση τιμή  35-45 δρχ η οκά. Το 1925  οι καλλιέργητές φτάνουν τους 3.000, με 27.000 στρέμματα, παραγόμενη ποσότητα 1.300.000 οκάδες και μέση τιμή 30-40 δρχ η οκά.”

Τα επόμενα χρόνια 1926-27-28, η καλλιέργεια του καπνού σταθεροποιείται με μέσο όρο 1200 καλλιεργητές ανά έτος, 15.000 στρέμματα και παραγόμενη ποσότητα 700.000 οκάδες. Το 1928 παρατηρείται για πρώτη φορά μεγάλη πτώση της μέσης τιμής πώλησης, η οποία φτάνει στις 20 δρχ η οκά.

Το αποτέλεσμα αυτής της γενικής επίδοσης στην καλλιέργεια του καπνού, δημιούργησε αυξομειώσεις στην παραγωγή και πήρξε καταστρεπτικό για πολλούς οι οποίοι δεν ήταν ειδικοί. Ετσι λόγω της ανεξέλεγκτης παραγωγής σημειώθηκε πτώση των τιμών  και μείωση του εισοδήματος.

Οι ιδιοκτήτες βρίσκουν ευκαιρία να ζητήσουν υπερβολική αύξηση των ενοικίων, μεταξύ 250-400 δρχ ανά στρέμμα και οι πιστώσεις που χορηγεί η Εθνική Τράπεζα είναι ασύμφορες.

Οι μεγάλες εκτάσεις κρατούνται από τους ντόπιους ιδοκτήτες, οι οποίοι μη έχοντας γνώση της καλλιέργειας οδηγούν σε μεγάλες απώλειες την παραγωγή. Χωρίς αυτό να αποθαρύνει τους πραγματικούς καλλιεργητές, η παραγωγή καπνού συνεχίστηκε εντατικά μέχρι το 1928, με καλή σχετικά απόδοση.

Καπνοκαλλιεργητικός Συνεταιρισμός Μικρασιατών Θήβας

Η καπνική κρίση αρχίζει από  το 1928. Τα καπνά της Θήβας, περίπου 600.000 οκάδες παραμένουν απούλητα. Οι Μικρασιάτες της Θήβας δημιουργούν τον πρώτο Καπνοκαλλιεργητικο Συνεταιρισμό στο πρόσφατα δημιουργημένο Προσφυγικό Συνοικισμό. Η κατάσταση επιδεινώνεται το 1929, όταν το 30% της παραγωγής καταστρέφεται από θεομηνίες και φέρνει σε απόγνωση τους καπνοκαλλιεργητές. Η κυβέρνηση Βενιζέλου θα δώσει προσωρινή λύση αγοράζοντας  τις απούλητες ποσότητες καπνού αποζημιώνοντας κατά κάποιο τρόπο  τους παραγωγούς, αφού προηγουμένως η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο.

Τίποτα δεν είναι πια το ίδιο. Η Θήβα ασφυκτιά από τα απούλητα καπνά. Οι καπνέμποροι δίνουν εξευτελιστικές τιμές και τα καπνά μένουν στις αποθήκες. Οι τιμές που δίνουν δεν καλύπτουν ούτε τα χρέη. Ο καπνός από πηγή πλούτου τα έτη 1923-1928 ,την επόμενη δύκολη οικονομικά τριετία αποτελεί πηγή δεινών για τους Μικρασιάτες της Θήβας.  Αυτοί που έφεραν την καλλιέργεια θα δώσουν και το τέλος  της παραγωγής του καπνού στον κάμπο της Θήβας.

 Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα  Μικρασιατική Ηχώ- Μαρτίου Απριλίου 2012

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *