Βασίλης Βασιλειάδης. Ένας σπουδαίος ζωγράφος, ένας Ιωνιώτης δημιουργός, ένας μεγάλος Σπάρταλης

0
726

vasileiadis1

Αυτές τις πρώτες μέρες του Μάρτη, πριν από 26 χρόνια έφυγε από τη ζωή ένας σπουδαίος μικρασιάτης ζωγράφος, ο πρώτος τη τάξει ζωγράφος της Νέας Ιωνίας: ο Βασίλης βασιλειάδης.

Στη μνήμη του η Ένωση Σπάρτης Μ. Ασίας αφιερώνει το συνημμένο κείμενο που έγραψε γι αυτόν ένας άλλος σπουδαίος καλλιτέχνης της δεύτερης Σπαρταλήδικης γενιάς, ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Πολύκαρπος Πολυκάρπου.

Η Ένωση Σπάρτης Μ. Ασίας

 

ΕΝΑΣ  ΔΑΣΚΑΛΟΣ  ΤΗΣ  ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑΣ

                                              Του Πολύκαρπου  Πολυκάρπου

 

Το 1948, μετά από μία συνηθισμένη χειμωνιάτικη καταιγίδα, στη Νέα Ιωνία, προσφυγικό συνοικισμό, κάπου επτά χιλιόμετρα βόρεια της Αθήνας, ένας φιλέρευνος έφηβος, μαθητής του τοπικού Γυμνασίου, που έκανε τον ρομαντικό περίπατό του, σε ένα χωματόλοφο που υπήρχε στην άκρη της αυλής του σχολείου, ανακάλυψε ότι το νερό της βροχής είχε ξεθάψει κομμάτια αρχαίων κεραμικών που είχαν χαραγμένο επάνω τους τον διπλό πέλεκυ. Ειδοποιήθηκε αμέσως η αρχαιολογική υπηρεσία. Οι ανασκαφες που διενεργήθηκαν στη συνέχεια έφεραν στο φως τρία θαυμάσια αγγεία πρωτογεωμετρικής περιόδου, που τώρα κοσμούν τις προθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου : ο νεαρός αυτός έφηβος ήταν ο Βασίλης Βασιλειάδης, που οι ευαισθησίες, η ζωηρή φαντασία και το ανήσυχο πνεύμα του τον οδήγησαν στο δρόμο της τέχνης, έγινε ζωγράφος, σκηνογράφος και καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών.

 vasileiadis2

Ο  ΒΙΟΣ  ΤΟΥ

Ο Βασίλης Βασιλειάδης, γεννήθηκε το 1927, στη Νέα Ιωνία της Αττικής,  οι γονείς του ήσαν Μικρασιάτες πρόσφυγες από τη Σπάρτη της Πισιδίας. Είχε καλλιτεχνικές καταβολές γιατί ο πατέρας του, Κήρυκος, ήταν φημισμένος σχεδιαστής χαλιών και ο παπούς του αγγειοπλάστης. ΄Ετσι διαμορφωμένες μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον οι προϋποθέσεις αυτές ευνόησαν την καλλιέργεια της ευαιασθησίας και της φαντασίας του, και τον οδήγησαν στην μετέπειτα πορεία του.

Το 1940, ζωγραφίζει μιά σειρά από γελοιογραφίες του Μουσολίνι, στις οποίες είναι διάχυτο το πατριωτικό κλίμα της εποχής, ενώ στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής, συμβάλλοντας με τις δικές του δυνάμεις στο πνεύμα της Εθνικής Αντίστασης, δημιουργεί και μοιράζει μιά σειρά από γελοιoγραφικά αντιφασιστικά σχέδια.

 Το 1943, σε ηλικία 17 ετών, όντας ακόμα μαθητής του, εξαταξίου τότε Γυμνασίου,( το οποίο τελειώνει  το 1946) γράφεται στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Καλών Τεχνών ως εξαιρετικό ταλέντο, όπου ευτύχησε να έχει δασκάλους, τον Κ. Μπισκίνη( σχέδιο) και τον Κ. Παρθενη στο εργαστήριο της Ζωγραφικής. Την ίδια εποχή διαμορφώνει τους δύο κύριους πόλους  των ενδιαφερόντων  και της δημιουργικής ενασχόλησης ολόκληρης της ζωής του: τη ζωγραφική και το θέατρο.

Τελείωσε τη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών με δασκάλους τον Α. Βεάκη , τον Δ. Ροντήρη και τον Ιστορικό του Ελληνικού Θεάτρου Γιάννη Σιδέρη, με τον οποίον και συνδέθηκε με στενή φιλία.

Μετά το πέρας της στρατιωτικής του θητείας, κατά τη διάρκεια της οποίας εικονογράφησε το ναό του Αγίου Γεωργίου στο στρατόπεδο του Β΄Σωματος Στρατού, στην Κοζάνη, φεύγει με υποτροφία του Ι. Κ. Υ για το Παρίσι και γράφεται στην Ανωτάτη Εθνική Σχολή Διακοσμητικών Τεχνών.  Η διπλωματική του διατριβή με θέμα, Τα Ελληνικά Αγγεία, που αποσπά  ειδικό έπαινο, τον οδηγεί στο διπλωμα με ειδίκευση στη γλυπτική. Υστερα από την αποφοιτηση του(1960) παρακολουθεί μαθήματα σκηνογραφίας στην ΄Οπερα των Παρισίων και αφοσιώνεται συστηματικά στη σπουδή του σκηνικού χώρου, χτίζοντας πάνω σε γερά τα θεμέλια την κατοπινή καλλιτεχνική του δραστηριότητα.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, το 1961, διορίζεται διευθυντής και καθηγητής στο Εργαστήριο Σκηνογραφίας και Ενδυματολογίας του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ινστιτούτου( Σχολή Δοξιάδη) και παράλληλα ο Κάρολος Κουν του εμπιστεύεται τη διδασκαλία των ίδιων μαθημάτων στη Δραματική του Σχολή του. Ενώ την ίδια χρονιά, εκλέγεται ομόφωνα ΄Εφορος του Φροντιστηρίου  Διακόσμησης και Σκηνογραφίας της Α. Σ. Κ. Τ.

Το 1974, επιμελήθηκε την Εκθεση Κυπριακού Θεάτρου που οργάνωσε το Θεατρικό Μουσείο Αθηνών, του οποίου  τη χωροταξική διαμόρφωση των αιθουσών   είχε αναλάβει μαζί με τον Γιάννη Σιδέρη και τον αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρη.  Την ίδια χρονιά ματαιώνεται, εξαιτίας των τραγικών γεγονότων (πραξικόπημα ενατίον  του Μακαρίου και εισβολή των Τουρκων ), το ανέβασμα στην Κύπρο, στο Αρχαίο Θέατρο της Σαλαμίνας, του Δύσκολου του Μενάνδρου που επρόκειτο να ντύσει και να σκηνογραφήσει.

Το 1975, μετά από διδακτικό έργο 14 χρόνων στο φροντιστήριο σκηνογραφίας της Α. Σ. Κ. Τ, διεκδικεί, γιά δεύτερη φορά την έδρα του σχεδίου στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Μετσοβίου Πολυτεχνείου, και παρόλη της θέρμη υποστήριξη που βρήκε η υποψηφιότητά του από τον καθηγητή της Α. Σ. Κ. Τ., Παντελή Πρεβελάκη, τον Αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρη και τον διευθυντή του Ι. Κ. Υ., Κ. Μπαρμπή, δεν εκλέγεται, πράγμα που τον γεμίζει με μεγάλη πίκρα.

Το 1977, φιλοτέχνησε την προτομή  του Μένου Φιλήντα, του γνωστού μαχόμενου δημοτικιστή και γλωσσολόγου, η οποία στήθηκε στην ομώνυμη πλάτεία της Νέας Ιωνίας.

Εκανε σκηνογραφίες και κοστούμια σε πολλά θέατρα: Θέατρο τέχνης, Εθνικό Θέατρο, Κ.Β.Θ.Ε, Θίασο Χατζίσκου – Νικηφοράκη, Θίασο Αλέκου Αλεξανδράκη, ΄Ελλης Λαμπέτη, ΄Ελσας Βεργή κ.α

΄Ελαβε μέρος σε πολλές εκθέσεις, τιμήθηκε με πολλά βραβεία,( 3ο βραβείο αφίσας Ε. Ο. Τ, κ.α) έκανε διαλέξεις πάνω σε θέματα τέχνης και ποίησης την οποία υπεραγαπούσε.

Εκτός από το Γιάννη Σιδέρη, ο Β. Βασιλειάδης, ανάπτυξε στενές φιλικές σχέσεις με τον Γιάννη Τσαρούχη, η επίδραση του οποίου είναι φανερή στη ζωγραφική του, τον Γιάννη Ρίτσο, του οποίου εικονογράφησε πολλά βιβλία , τον πεζογράφο Γιώργο Ιωάννου, του οποίου τη μετάφραση της Παιδικής Μούσας του Στράτωνος κόσμησε με 13 υπέροχα σχέδια , το ζεύγος Μινωτή –Παξινού, το οποίο ακολούθησε όταν αυτό εξεδιώχθη από το Εθνικό Θέατρο την περίοδο της χούντας και το οποίο τον εκτιμούσε βαθύτατα. Αλλά και οι συνάδελφοί του και οι μαθητές του στην Α.Σ.Κ.Τ έτρεφαν γι αυτόν ένα άδολο θαυμασμό και μιάν  ανυποκριτη εκτίμηση.

 

Ο Παντελής Πρεβελάκης σημείωνε  σε επιστολή του, την 14ην Μαίου 1975:

«Ο κ. Βασιλειάδης είναι ικανώτατος σχεδιαστής έχει προσέτι επιδείξει αξιολογότατα έργα ζωγράφου και γλύπτου. Ως σκηνογράφος έχει διακριθή πλειστάκις. Είναι εξ εμφύτου κλίσεως άριστος δάσκαλος, αφοσιωμενος πάση ψυχή εις το έργον του, εμπνευσμένος και ευρυμαθής. Οι μαθηταί του, άνευ εξαιρέσεως, τον ηγάπησαν και τον ετίμησαν. Εις κρισίμους περιστάσεις απέδειξε άψογον ήθος.»

 

Ο Γιάννης Τσαρούχης, 5 Μαίου 1975:

«Ο Β. Βασιλειάδης είναι πράγματι καλλιτεχνική ιδιοφυία με σπάνια σχεδιαστικά χαρίσματα και έμφυτον αίσθημα διακοσμητικής.»

 

Ο Αλέκος Κοντόπουλος, 5 Μαίου 1975:

«Είχα την ευκαιρίαν να γνωρίσω το έργον του νέου καλλιτέχνου κ. Β. Βασιλειάδη και διαπίστωσα ότι η εργασία του εν λόγω καλλιτέχνου χαρακτηρίζεται από μίαν αυστηράν επίδοσιν και απο μίαν συνεχή ποιητικήν πρόοδον, η οποία δεικνύει έναν καλλιτεχνην σπανίας ικανότητος»

 

Ο Β. Βασιλειάδης είχε μεγάλη πνευματική καλλιέργεια και ευρύτατη παιδεία. Ηταν πολυμαθέστατος και τον ενδιέφερε κάθε εκδήλωση τέχνης και πολιτισμού. Αφιερωνε μεγάλο χρόνο στο διάβασμα. Μελετούσε ιστορία, πεζογραφία, ποίηση και θέατρο. ΄Εδινε ιδιαίτερη σημασία στη γλώσσα, την οποίαν ο ίδιος χειριζόταν με γνώση, κομψότητα και χάρη. Τον ενδιέφερε η ορθή γλωσσική διατύπωση και καταδίκαζε τους γλωσσικούς βαρβαρισμούς. Είχε ξεχωριστή αίσθηση του ωραίου,   πνεύμα εκλεκτικό και εκλεπτυσμένο γούστο.

Ο θάνατος, οφειλόμενος σε ατύχημα,  τον βρήκε στις 4 Μαρτίου 1991, στο σπίτι του, και ήταν πράγματικά μεγάλη απώλεια για την τέχνη και για τους φίλους του.

 

 

ΤΟ   ΕΡΓΟ  ΤΟΥ 

Ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος ο Β. Βασιλειάδης στάθηκε μοναδικός. Με γερά εργαλεία του το χρώμα, το σχέδιο και τη γλυπτική, υπηρέτησε γόνιμα το θέατρο. Η σκηνογραφική δουλειά του δείχνει τη πολυμέρεια των γνώσεων που είχε πάνω στην ιστορία της τέχνης, στην αρχιτεκτονική, στη διακόσμηση  ενώ η ανατομία του σώματος και οι αρχές της κινησιολογίας το βοηθούν στις ενδυματολογικές του προτάσεις.

Ο Ν. Γ. Μοσχονάς, γράφει σχετικά: ( Ν.Γ. Μοσχονάς, Βασίλης Βασιλειάδης, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Νέας Ιωνίας, Νέα Ιωνία 1998, σελ. 40-41)

«Ως εικαστικός καλλιτέχνης που βιώνει το θέατρο δρα στον τομέα της σκηνογραφίας και της ενδυματολογίας αλλά έχοντας έμφυτη αγάπη και κλίση στην υποκριτική συμμερίζεται και τη θέση του ηθοποιού και ενδιαφέρεται για τη σχέση του με τον σκηνικό χώρο. Κύριο μέλημα του ήταν η προσέγγιση του θεατρικού έργου με αγάπη, η κατανόηση των προθέσεων του δραματουργού, η σύλληψη του εσωτερικού νοήμ;ατος του έργου και η ανάγκη να προβληθεί το νόημα του μέσα από την αρμονικά συγκροτημένη σχέση της θεατρικής πράξης με το συμβατικό σκηνικό χώρο. ..» 

«Σκοπός του σκηνογράφου,» έλεγε ο ίδιος, «δεν είναι να εντυπωσιάσει το θεατή, αλλά να περιγράψει σωστά το σκηνικό χώρο αποδίδοντας το πνεύμα  του συγγραφέως και συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ανάδειξη της θεατρικής πράξης.»

Γράφει ο ίδιος στο πρόγραμμα της παράστασης της Πάπισσας Ιωάννας, στο υπαίθριο θέατρο του Νίκου Χατζίσκου: ( 1963)

«Ο τρόπος που ακολούθησα στην Πάπισσα Ιωνάννα είναι αντίστροφος απ’ ό, τι συνηθίσαμε να βλέπουμε στα κηποθέατρα……δε θάταν σωστό να κατασκευαστούν χτιστά σκηνικά που προσπαθούν να ξεγελάσουν με το νατουραλισμό τους και καταργούν τη θεατρική σύμβαση. Το αντίθετο, η σύμβαση εδώ πρέπει να είναι υπογραμμισμένη……Δοκίμασα να ισορροπήσω αρμονικά, μέσα στη σύγχρονη αίσθηση του χρώματος και της φόρμας, επίπεδα, μάζες, όγκους, χρώματα, αξίες, γραμμές πλάγιες, κατακόρυφες, καμπύλες, και να δημιουργήσω ένα φόντο απολύτως απαραίτητο που θ’αναδείξει τον ΗΘΟΠΟΙΟ»

 

Ο ίδιος πάλι γράφει στο πρόγραμμα του θιάσου Μινωτή – Παξινού: (1969)

«…..Η ομορφιά της σκηνογραφίας είναι η αναγκαιότης της. Η σκηνογραφία παίζει κι αυτή ένα ρόλο στο θέατρο — Είναι το βάθρο και το φόντο που θα αναδείξει και θα βοηθήσει τους ηθοποιούς να μας γοητεύσουν. Ο σκηνογράφος οφείλει να συλλάβει και να οργανώσει τον σκηνικό χώρο, όπου θα αναπτύξει τη σκηνική του δράση ο ηθοποιός. Η καταλληλότητα και η λειτουργικότητα του χώρου ήταν και είναι η προϋπόθεση για τη σωστή σκηνική παρουσία του ηθοποιού…..»

 

Με τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι  ο Β. Βασιλειάδης ήταν πολέμιος του θεατρικού νατουραλισμού και της ηθογραφίας, υπέτασσε τη δουλειά του στο πνεύμα του συγγραφέα και θεωρούσε τον ηθοποιό ως τον κύριο παραγοντα της θεατρικής μαγείας. Είχε την ικανότητα να υπεισέρχεται στη θέση του ηθοποιού και να βλέπει από την οπτική του τη λειτουργία της παράστασης. Γι αυτό και τα σκηνικά του προσαρμόζονταν σε μιά «πραγματιστική αντίληψη» της παράστασης, που άφηνε τον ηθοποιό ελεύθερο να εκφράσει όλη τη γκάμα της τέχνης του. Η αφαιρετική μέθοδός του, απέρριπτε καθε τι το περιττό και, προχωρώντας με περιέχουσα λιτότητα, στόχευε στη ρεαλιστική ανάδειξη του  θεατρικού φαινομένου καθόλου.

Πρώτος υποδέχτηκε τον Βασιλειάδη στο χώρο του θεάτρου ο Μανώλης Σκουλούδης, ο οποίος έγραψε στον Ελεύθερο , στις 14 Ιουλίου 1963, για τη δουλειά του στην Πάπισσα Ιωάννα, ( Θίασος Χατζίσκου):

« Ο Β. Β. , με τις ανάλαφρες και αρμονικότατες σε χρώμα συνθέσεις του, τις τόσο δεμένες με το θέμα και το τοπίο και τόσο μαστορικά βοηθητικές για τον άνετο και γοργό ρυθμό της παράστασης, μου έδωσε ολοκληρωμένη την αίσθηση της εισόδου ενός σπουδαίου ταλέντου στο χώρο της θεατρικής μας ζωής και μου προκάλεσε συγκινήσεις που είχα να νιώσω από τον καιρό των πρώτων εμφανίσεων του Γιάννη Τσαρούχη και του Νικολή Χατζή-κυριάκου Γκίκα. Τον συγχαίρω………»

Ο Ηλίας Βενέζης, στην Ελευθερία, 24 Ιουνίου 1965, για το σκηνικό του Αγαμέμνονα στην Επίδαυρο( σκηνοθεσία Α. Μινωτή, Κλυταιμνήστρα Κ.Παξινού):

«….ο Βασιλειάδης έστησε ένα σκηνικό που όταν το είδε προχθές στην Επίδαυρο ο Βισκόντι είπε: « Μάλιστα. Αυτό είναι σκηνικό σ’ ένα θέατρο ωσάν της Επιδαύρου…»

 

Ο Θόδωρος Κριτικός( Θόδωρος Χατζηπανταζής), στην Ακρόπολη, στις 9 Φεβρουαρίου 1969,  για τον Πατέρα του Στρίντμπεργκ:

«……..Αυτή την υπερεαλιστική διάσταση του έργου θέλει ασφαλώς να εκφράσει το βασικά ρεαλιστικό σκηνικό του Β. Βασιλειάδη, από το οποίο έχει αφαιρεθεί μεγάλο μέρος του πίσω τοίχου, για να φανερώσει τις απειλητικές σιλουέττες γιγαντιαίων δέντρων, που απλώνουν τα γυμνά κλαδιά τους…….»

 

Για την Τρελή του Σαγιώ, έγραψε ο Αλέξης Διαμαντόπουλος, Μεσημβρινή, 28 Ιανουαρίου 1966:

« Τα σκηνικά του Βασιλειάδη άξιζαν το χειροκρότημα που πήραν. ¨Εδωσε εξαίρετες λύσεις. ΄Εδειχναν και υπογράμμιζαν μόνον ό,τι έπρεπε και ό,τι είναι γνήσιο Παρίσι….»

 

Για τον Φιλοκτήτη, σκηνοθεσία Α. Μινωτή ,Επίδαυρος 1977, ο Αλκ. Μαργαρίτης έγραφε σ’ Τα Νεα, 30 Ιουλίου 1977:

«..Υποβλητική της αγριότητας του τοπίου και της απελπιστικής μοναξιάς του Φιλοκτήτου η σκηνογραφία του κ. Βασίλη Βασιλειάδη….»

Στη διάρκεια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας ο Β. Βασιλιεάδης σκηνογράφησε πενήντα έξι ανεβάσματα τριάντα εννέα συνολικά θεατρικών έργων.

 vasieliadis3

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Βασίλης Βασιλειάδης υπήρξε πνεύμα οικουμενικό και ανήσυχο. Η προσωπικότητά του παρόλη της ευρωπαϊκή του κουλτούρα απηχούσε  τις ανατολιτικές ρίζες του, τις οποίες ποτέ δεν αρνήθηκε.΄Ηταν ζωγράφος, γλύπτης, σχεδιαστής, διακοσμητής, σκηνογράφος, ενδυματολόγος και ένας σφαιρικός άνθρωπος του θεάτρου, αφού υπήρξε και ηθοποιός και σκηνοθέτης. Η προσφορά του στον τομέα της διδασκαλίας της σκηνογραφίας, στην οποίαν αφοσιώθηκε και στην οποίαν αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, είναι ανυπολόγιστη.  Διαλογίστηκε με βαθιά λογιοσύνη πάνω στη τέχνη και τη ζωή και έφυγε γεμάτος με την πίκρα που είναι πεπρωμένο να κουβαλούν οι πραγματικοί άνθρωποι σ’ αυτόν τον «ψευτικό κόσμο».

Αν σήμερα, φίλε αναγνώστη, ένδεκα τόσα χρόνια μετά την απρόσμενη εκδημία του,  εκλάβεις τις παραπάνω γραμμές σαν ένα μεταχρονολογιμένο μνημόσυνο στον άνθρωπο που υπήρξε πατριώτης μου, φίλος μου και δασκαλός μου, θα σου είμαι ευγνώμων ες αεί.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μοσχονάς Γ. Νίκος, Βασίλης Βασιλειάδης, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Νέας Ιωνίας[Αττικής], Νέα Ιωνία, 1998.

Προγράμματα των Παραστάσεων.

Προσωπικό μου αρχείο.

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here