Το Πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου για την Αποκατάσταση και Θεραπεία των Θυμάτων Παραβιάσεων Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Μαζικής Κλίμακας: Η περίπτωση της Ελληνικής Μειονότητας της Κωνσταντινούπολης

0
346

 

koutagiar

Ευαγγελία Κουτάγιαρ

πτυχ. Διεθν. & Ευρωπ. Σπουδών – Μετ. Διπλ. Διεθ. Δίκαιο και Διπλωμ. Σπουδές Παντείου Παν. – Ερευνήτρια Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων

Τα ανθρώπινα δικαιώματα ενώ τέθηκαν σαν παγκόσμιο πρόβλημα με την ίδρυση του ΟΗΕ μετά τον Β΄Π.Π., πολύ πρόσφατα, μόλις μετά από περίπου 40 χρόνια, το 1989 άρχισε να συζητείται το θέμα της αποκατάστασης των αδικιών του παρελθόντος, από την Υπο – Επιτροπή για την Πρόληψη των Διακρίσεων και Προστασίας των Μειονοτήτων του ΟΗΕ με τον καθηγητή Theo van Boven, η μελέτη του οποίου κατέληξε, ότι κάθε κράτος «έχει καθήκον για αποκατάσταση σε περίπτωση παραβίασης υποχρέωσης υπό το διεθνές δίκαιο, να σέβεται και να διασφαλίζει το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών»1.

Αναγνωρίστηκε η υποχρέωση παροχής θεραπείας και αποκατάστασης για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσα από το διεθνές δίκαιο των συνθηκών, το εθιμικό δίκαιο, μέσα από τις αποφάσεις και εκθέσεις διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων και δικαστηρίων.

Αναλύοντας, λοιπόν, το δικαίωμα σε αποκατάσταση, ιστορικά, το 1927, για πρώτη φορά το Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης (Δ.Δ.Δ.Δ.) της ΚτΕ (προπομπός του τωρινού Διεθνούς Δικαστηρίου), στην υπόθεση Εργοστασίου Chorzόw, έκρινε, ότι «είναι αρχή του δ.δικαίου, ότι η παραβίαση μίας δέσμευσης περιλαμβάνει την υποχρέωση για αποκατάσταση…»2. Η απόφαση αυτή αποτελεί ορόσημο για το δικαίωμα σε αποκατάσταση, καθώς για πρώτη φορά, διεθνώς, γίνεται ξεκάθαρο, ότι κάθε παραβίαση του διεθνούς δικαίου συνεπάγεται καθήκον επανόρθωσης της παραβίασης, είτε αυτό αναφέρεται ρητά είτε όχι, διότι το δικαίωμα σε αποκατάσταση είναι διεθνές εθιμικό δίκαιο (ισχύει, δηλαδή, ασχέτως του, εάν ένα κράτος έχει δεσμευθεί στο πλαίσιο διεθνούς συνθήκης να προβεί σε αποκατάσταση αδικίας)3.

Παρόλο που η απόφαση στην υπόθεση Chorzόw, δεν αντιμετωπίζει το θέμα της αποκατάστασης, για σοβαρή παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με τη Γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου (Δ.Δ.) το 2004 για τις «Νομικές Συνέπειες της κατασκευής τείχους στα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη», το Δικαστήριο υποστήριξε, ότι αποκατάσταση πρέπει να γίνει σε όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που επηρεάζονται από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικ/των και δ.ανθρωπιστικού δικαίου4.

Ειδικότερα, το «δικαίωμα σε αποκατάσταση» αναλύεται σε συγκεκριμένες μορφές. Αυτές είναι: επανόρθωση − επαναφορά στην προτέρα κατάσταση (restitutio in integrum), αποζημίωση, ικανοποίηση, επανένταξη (θύματος) και διακοπή της διεθνώς παράνομης πράξης − εγγυήσεις μη επανάληψης αυτής, είτε ξεχωριστά, είτε όλα αυτά μαζί συνδυαστικά.

Αυτές οι μορφές των μέτρων αποκατάστασης συναντώνται στο δ.δίκαιο και συγκεκριμένα, στην απόφαση 60/147 (2005) της Γενικής Συνέλευσης (ΓΣ) με τίτλο: «Αρχές και κατευθυντήριες γραμμές για θεραπεία και αποκατάσταση των θυμάτων σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δ. ανθρωπιστικού δικαίου των ΗΕ» (παρ.19−23)5, στο Άρθρο 34 (καταρχάς) των Σχεδίων Άρθρων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου των ΗΕ, για τη Διεθνή Ευθύνη Κράτους για Διεθνώς Άδικες Πράξεις6, στο Γενικό Σχόλιο 31 της Επιτροπής Ανθρ.Δικ/των του Διεθνούς Συμφώνου Πολιτικών και Ατομικών Δικαιωμάτων (ΔΣΑΠΔ)7, στη νομολογία των διεθνών κι ευρωπαϊκών δικαστηρίων [ιδιαίτερα Διαμερικανικό, Ευρ.Δικαστήριο Δικ/των του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) Στρασβούργου] και σε πολλά διεθνή και περιφερειακά σύμφωνα ανθρωπίνων δικ/των8.

Αναλύοντας τις μορφές αποκατάστασης η πρώτη μορφή της επανόρθωσης – επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση (restitutio in integrum) αναφέρεται στην επαναφορά στο status quo ante, δηλαδή στην κατάσταση η οποίο θα υφίστατο, εάν η παραβίαση δεν είχε εμφανιστεί. Στη νομολογία του ΕΔΔΑ συναντάμε το «restitutio in integrum» ως το πρώτο μέσο αποκατάστασης, ως συνέπεια της νομικά δεσμευτικής φύσης των αποφάσεών του δικαστηρίου αυτού, ενώ όπου αυτό είναι αδύνατο να συμβεί τα κράτη είναι ελεύθερα να επιλέξουν τα μέσα με τα οποία θα συμμορφωθούν με τις αποφάσεις του. Οι Αρχές των ΗΕ για Αποκατάσταση (2005) στο πλαίσιο της Γ.Σ., αναλύουν το περιεχόμενο της επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση σε αποκατάσταση της ελευθερίας, της απόλαυσης των ανθρωπίνων δικ/των, της ταυτότητας, της οικογ.ζωής και της υπηκοότητας, στην επιστροφή στον τόπο διαμονής, σε αποκατάσταση της εργασίας και επιστροφή περιουσιών.

Εν συνεχεία, οι Αρχές των ΗΕ για Αποκατάσταση συμπυκνώνουν πρακτική και διεθνή νομολογία (από το ΕΔΔΑ, το Διαμερικανικό, την Αφρικανική Επιτροπή, την Επιτροπή του ΔΣΠΑΔ), αναφορικά με τη δεύτερη μορφή αποκατάστασης, την αποζημίωση. «Η αποζημίωση, λοιπόν, θα πρέπει να παρέχεται για κάθε ζημία οικονομικά εκτιμητέα, καταλλήλως και αναλογικά με τη βαρύτητα της παραβίασης και τις συνθήκες κάθε περίστασης που προκύπτει από σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπ.δικ/των, όπως α) φυσική ή πνευματική ζημία, β) χαμένες ευκαιρίες, συμπεριλαμβανομένης εργασίας, εκπαίδευσης και κοινωνικής πρόνοιας, γ) υλική ζημία και απώλεια αποκτημάτων ή εν δυνάμει απώλεια αυτών, δ) ηθική ζημία..».

Η σημαντικότητα του δικαιώματος σε αποζημίωση φαίνεται και από το ότι οι επιτροπές των δ.συμφώνων των ΗΕ έχουν αναγνωρίσει το δικαίωμα σε αποζημίωση, ακόμη κι αν αυτό δεν αναφέρεται ρητά στα εκάστοτε δ.σύμφωνα9.

Για το ΔΔΔΔ, (υπόθεση Chorzów) η αποζημίωση συνιστά υποκατάστατο στην περίπτωση που η επαναφορά στην προτέρα κατάσταση είναι ανέφικτη, κατά τον ίδιο τρόπο και η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου στα Προσχέδια Άρθρων για τη Δ.Ευθύνη αναφέρει στο άρθρο 35 την αποζημίωση ως εξαίρεση στον κανόνα της επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση (όπου αυτό είναι αδύνατο), ενώ επίσης υπάρχει πρόβλεψη αποζημίωσης και για υλική και μη υλική βλάβη (από το 1923 με την υπόθεση διαιτησίας Lusitania). Η μη υλική βλάβη στην αποζημίωση προσδιορίζεται με βάση την αρχή της ευθυδικίας, μέθοδος αναγνωρισμένη στο συγκριτικό δίκαιο, η οποία ακολουθείται και από το ΕΔΔΑ όταν δεν έχει επαρκή απόδειξη για υλική ζημία (πχ. σε περίπτωση απώλειας περιουσιακών στοιχείων). Το σημαντικό είναι να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος (casual link) μεταξύ της παραβίασης και της ζημίας που επήλθε.

Σχετικά με το δικαίωμα σε ικανοποίηση, αυτή συνιστά μια μορφή αποκατάστασης μη χρηματική, για ηθική ζημία ή ζημία στην αξιοπρέπεια ή τη φήμη. Το Διεθνές Δικαστήριο με την υπόθεση του Στενού της Κέρκυρας (1949) αναφέρει ότι η δήλωσή του συνιστά «δίκαιη ικανοποίηση» για το θιγόμενο μέρος10. Το ίδιο, ότι δηλαδή μια καταδικαστική απόφαση αρκεί, έχει υποστηρίξει και το ΕΔΔΑ σε κάποιες αποφάσεις του. Ωστόσο, το Διαμερικανικό Δικαστήριο σε περιπτώσεις σοβαρών παραβιάσεων ανθρ.δικ/των θεωρεί ότι η ικανοποίηση δεν αρκεί και χρειάζεται αποζημίωση. Οι Αρχές των ΗΕ για αποκατάσταση περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων α) αποτελεσματικά μέτρα που στοχεύουν στη διακοπή των συνεχιζόμενων παραβιάσεων, β) εξακρίβωση των γεγονότων και πλήρη και δημόσια αποκάλυψη της αλήθειας, γ) επίσημες δηλώσεις ή δικαστικές αποφάσεις που αποκαθιστούν την αξιοπρέπεια, τη φήμη και τα δικαιώματα των θυμάτων, δ) δημόσια απολογία, ε) δικαστικές και διοικητικές κυρώσεις, στ) εκδηλώσεις μνήμης προς τα θύματα.

Επιπλέον, το Δ.Δ. στην υπόθεση LaGrand (2001) επεσήμανε, ότι μια σκέτη απολογία δεν αρκούσε κι έπρεπε να δοθούν εγγυήσεις μη επανάληψης της πράξης11. Ενώ η υποχρέωση διακοπής μιας παράνομης πράξης είναι αυταπόδεικτη και υπονοείται στο δ.δίκαιο, οι εγγυήσεις μη επανάληψης έχουν απαιτηθεί ευθέως μέσω των αποφάσεων τους, από τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Τα μέτρα που προτείνει η Γ.Σ. μέσω των Αρχών για Αποκατάσταση, σχετικά με τις εγγυήσεις μη επανάληψης συνοψίζονται σε α) διασφάλιση αποτελεσματικού ελέγχου από τις πολιτικές δυνάμεις ενός κράτους των στρατιωτικών δυνάμεων και σωμάτων ασφαλείας, β) ενίσχυση του δικαστικού συστήματος, γ) προστασία των υποστηρικτών ανθρωπ.δικ/των, δ) εκπαίδευση στα ανθρώπινα δικ/τα σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, ε) υιοθέτηση νομοθετικών μέτρων ή αναμόρφωση των ήδη υπαρχόντων για πρόληψη μελλοντικών παρόμοιων πράξεων. Η υιοθέτηση των κατάλληλων νομοθετικών μέτρων για εφαρμογή των αποφάσεών του, υποστηρίζεται και από το ΕΔΔΑ, έχοντας, μαζί την Επιτροπή Υπουργών η οποία πιέζει τα κράτη προς αυτή την κατεύθυνση.

===================

Ειδικότερα, τώρα, με την περίπτωση της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, θα αναλύσουμε τα μέτρα αυτά, που βάσει του δ.δικαίου, που αναπτύξαμε ανωτέρω, θα πρέπει να ληφθούν από πλευράς τουρκικής κυβέρνησης, για πραγματική αποκατάσταση των αδικιών που υπέστη και υφίσταται ακόμη η μειονότητα εξαιτίας των σοβαρών, συστηματικών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Καταρχάς, λοιπόν, με τα Σεπτεμβριανά του ΄55, την επέτειο των οποίων τιμούμε σήμερα, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο καθηγητής δ.δικαίου Alfred de Zayas12, αυτά ικανοποιούν τα κριτήρια, ώστε να εμπίπτουν στον ορισμό της «Γενοκτονίας» βάσει διεθνούς δικαίου, καθώς, η προϋπόθεση του Άρθρου 2 της Σύμβασης του 1948 για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας, «η πρόθεση για να καταστραφεί εξ ολοκλήρου ή εν μέρει» η ελληνική μειονότητα στην Κωνσταντινούπολη ήταν καταφανής, με την οργάνωση του πογκρόμ απ’ την ίδια την κυβέρνηση του Τούρκου Πρωθυπουργού Μεντερές. Ακόμη κι αν ο αριθμός των νεκρών της ελληνικής μειονότητας ήταν μικρός (37 άτομα), το αποτέλεσμα του πογκρόμ ήταν η φυγή και η εκδίωξη επί της ουσίας, με συνέπεια, τη μετανάστευση των Ελλήνων της μειονότητας και τη δραματική μείωση, πλέον, του αριθμού αυτής. Η μαζική καταστροφή περιουσιών, εκκλησιών, η απώλεια εργασιών, αποδεικνύει την πρόθεση της εκδίωξης μέσω της άσκησης τρομοκρατίας, των Ελλήνων της Πόλης απ’ το τουρκικό κράτος, πρακτική που εμπίπτει στο «έγκλημα της εθνικής εκκαθάρισης», το οποίο και η Γ.Σ. του ΟΗΕ και το ΔΠΔ για την πρώην Γιουγκοσλαβία έχουν ερμηνεύσει, ως συνιστούσα, μορφή γενοκτονίας. Μάλιστα, σύμφωνα με το σύγχρονο διεθνές εθιμικό δίκαιο13 δεν είναι δυνατόν, να υφίστανται καθεστωτικοί περιορισμοί, όπως παραγραφή εγκλημάτων, που διεπράχθησαν στο παρελθόν, για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο διεθνές δίκαιο, όπως είναι το έγκλημα της γενοκτονίας και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, οπότε η Τουρκία δεσμεύεται παρόλο που δεν είναι μέρος σχετικής σύμβασης για τη Μη εφαρμογή Περιορισμών σε Εγκλήματα Πολέμου και Κατά της Ανθρωπότητας του 1968· ενώ υπάρχει ξεκάθαρη υποχρέωση, για αποκατάσταση. Έτσι, για τα Σεπτεμβριανά, θα πρέπει να επέλθει αποκατάσταση μέσω των μορφών που αναπτύξαμε στο πρώτο μέρος, είτε με επιστροφή στον τόπο διαμονής όσων εξαναγκάσθηκαν σε φυγή μετά τα γεγονότα αυτά (restitutio in integrum), είτε με επιστροφή περιουσιών, ενώ όπου αυτό καθίσταται αδύνατο, με αποζημίωση. Ενώ στη μορφή της ικανοποίησης θα μπορούσε να περιλαμβάνεται η αναγνώριση εκ μέρους του τουρκικού κράτους, ότι επρόκειτο για γενοκτονία.

Οι καταστροφές του 1955 δεν οδήγησαν σε άμεση φυγή των Ελλήνων από την Πόλη. Απετέλεσαν, όμως, την έναρξη για την οριστική εκδίωξη της ομογένειας, ενώ ταυτοχρόνως ξεκίνησε ένα ρεύμα μεταναστεύσεως στην Ελλάδα. Το κρίσιμο γεγονός για την ομογένεια, όμως, που ουσιαστικά άλλαξε δραματικά τα δημογραφικά δεδομένα ήταν η απέλαση των Ελλήνων υπηκόων το 1964. Αναλύοντας, λοιπόν, ειδικότερα, την κάθε μορφή αποκατάστασης ξεχωριστά, και αναφορικά με αυτή που ονομάζουμε στο δ.δίκαιο «επαναφορά στην προτέρα κατάσταση (restitutio in integrum)», όπου αυτό είναι εφικτό, θα πρέπει, καταρχάς, να επιστραφεί η υπηκοότητα στα εξαναγκασθέντα μέλη της ελληνικής μειονότητας που υπάγονταν στο καθεστώς «établi» κατά τη Συνθήκη της Λωζάνης, να εγκαταλείψουν τον τόπο τους με τις απελάσεις του ’64. Αν και σήμερα προβλέπεται απ’ τη γενική νομοθεσία της Τουρκίας, οι ιδιαιτερότητες της περίπτωσης που εξετάζεται εδώ, οδηγούν στην ανάγκη έκδοσης ενός (όπως αναφέρεται και στις δηλώσεις από 15.12.2010 του κ.Εγκ.Μπαγίς) ειδικού νόμου στον οποίο πρέπει να προβλέπονται:

Η αναγνώριση ότι η αφαίρεση της ιθαγένειας έγινε κάτω από έκτακτες καταστάσεις και όχι όπως συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις π.χ. απουσία στο εξωτερικό με οικεία θέληση για ανεύρεση καλύτερων συνθηκών ζωής. Θα πρέπει ο ειδικός αυτός νόμος να καλύπτει τόσο αυτούς που είχαν αναγκαστεί να αιτηθούν την διαγραφή τους όσο και αυτούς πού διεγράφησαν χωρίς να το ζητήσουν.

Η δυνατότητα να αποκτήσουν την ιθαγένεια και οι κατιόντες σε περίπτωση που δεν είναι εν ζωή οι εξαναγκασθέντες να εγκαταλείψουν την χώρα.

Η δυνατότητα οι Έλληνες υπήκοοι με καθεστώς «établi» και οι απόγονοι τους να επανακτήσουν τα δικαιώματα τους όπως προβλεπόταν από την Συνθήκη της Λωζάννης ως μη υπαγόμενοι στην ανταλλαγή των πληθυσμών.

Διαμόρφωση και υλοποίηση ενός κρατικά υποστηριζόμενου προγράμματος για επανεγκατάσταση με κάλυψη εξόδων μετακόμισης, μεταφοράς οικοσκευών, εύρεσης εργασίας, δημιουργίας εταιρειών, δημιουργίας ερευνητικών και αναπτυξιακών ιδρυμάτων, επιμόρφωσης για προσαρμογή κατά την επανεγκατάσταση.

Σε κάθε περίπτωση η επανάκτηση της ιθαγένειας θα γίνεται μόνο εφόσον υπάρξει ιδία βούληση από τους ενδιαφερόμενους.

Επιστροφή της ιθαγένειας, όπως με τους Κων/πολίτες, θα πρέπει να γίνει και στην περίπτωση Ιμβρίων και Τενεδίων, όπως αναφέρει και η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του ΣτΕ στην απόφασή της 1625/200814, που την έχασαν εξαιτίας των διωγμών και των προγραμματισμένων μέτρων εθνικής εκκαθάρισης, απ’ την τουρκική κυβέρνηση.

Επιπλέον, θα πρέπει, όπου αυτό δεν έχει γίνει ακόμα, να επιστραφούν τα κατασχεθέντα περιουσιακά στοιχεία της μειονότητας, βάσει και του νόμου για τα ιδρύματα υπ’αρ.5737/27.2.2008, αλλά και του νέου πολύ πρόσφατου κανονισμού, με ισχύ νόμου, της 28ης Αυγούστου 2011, που τροποποιεί και συμπληρώνει το νόμο του 2008 για τα ευαγή ιδρύματα και έτσι να επέλθει αποκατάσταση. Συγκεκριμένα, βάσει του νέου κανονισμού, κατόπιν υποβολής αιτήσεων ενώπιον των αρχών εντός 12μήνου, πρέπει σύμφωνα με το νέο «Προσωρινό Άρθρο 11», να επιστραφούν τα κατασχεμένα ακίνητα που είχαν καταγραφεί το 1936 στα ευαγή μειονοτ.ιδρύματα: α) οι ακίνητες περιουσίες για τις οποίες δεν αναφέρεται ο κάτοχος του τίτλου ιδιοκτησίας κατά την καταγραφή τους στο παρελθόν στο κτηματολόγιο, β) τα ακίνητα που έχουν περιέλθει στο τουρκικό Θησαυροφυλάκιο, στη Γενική Διεύθυνση Βακουφίων, στους δήμους και στις νομαρχίες με τρόπους πέραν της απαλλοτρίωσης, της πώλησης και της ανταλλαγής και γ) τα νεκροταφεία και οι διάφορες πηγές, η διαχείριση των οποίων έχει περιέλθει στους δήμους.

Δυστυχώς, όμως, δεν επιλύεται, ούτε τώρα, το ζήτημα της επιστροφής κατασχεθέντων περιουσιών ιδρυμάτων, που αγοράστηκαν ή αποκτήθηκαν μέσω κληρονομίας, δωρεάς, διαθήκης ή ανταμοιβής μετά το 1936 (mazbut – κατειλημμένα βακούφια)15.

Την επιστροφή των κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων σημειώνει και ο Επίτροπος του ΣτΕ, Th.Hammamberg, στην πρόσφατη, του 2009, έκθεσή του για την Τουρκία16, αλλά και το ίδιο το Αμερικανικό Κογκρέσο με την Απόφασή του, (Ιούνιος 2011) για τη διατήρηση της χριστιανικής κληρονομιάς και την επιστροφή των κατεσχεμένων εκκλησιαστικών περιουσιών17 καθώς και η Ευρ.Επιτροπή στην Έκθεση του 2008 για την Τουρκία, που επισημαίνει ότι «η εφαρμογή του νόμου είναι καίριας σημασίας»18. Την οδό προς αυτή την κατεύθυνση της επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση, έδειξε και το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Οικουμενικό Πατριαρχείο κ. Τουρκίας. Σ’ αυτή την περίπτωση, η Τουρκία επέστρεψε τον ίδιο τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου, Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου στο νόμιμο κάτοχό του, δηλαδή το Οικουμενικό Πατριαρχείο19.

Restitutio in integrum, θα πρέπει να γίνει και με το άνοιγμα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, με το αδικαιολόγητο κλείσιμο της οποίας, το 1971, το Πατριαρχείο αποστερήθηκε της δυνατότητας να εκπαιδεύει τον κλήρο με αποτέλεσμα, μαζί με την προϋπόθεση οι κληρικοί να κατέχουν τουρκική ιθαγένεια, να υφίσταται μακροπρόθεσμα απειλή επιβίωσης του θεσμού αυτού. Για «redress» μιλάει και η Επιτροπή Εξάλειψης των φυλετικών διακρίσεων του ΟΗΕ (CERD) για το άνοιγμα της Θ.Σ. της Χάλκης στις Καταληκτικές Παρατηρήσεις της, του 200920 ενώ ο Ειδικός Εισηγητής της −τότε− Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, Abdelfattah Amor (2000) αναφέρει ότι το άνοιγμα της Θ.Σ. της Χάλκης είναι σπουδαίας σημασίας για το μέλλον του ίδιου του Πατριαρχείου και της ελληνορθόδοξης κοινότητας21.

Η απαγόρευση της λειτουργίας της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης με την επίκληση μιας εντελώς άσχετης απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Τουρκίας αποτελεί μια παρατεταμένη παραβίαση βασικών θρησκευτικών ελευθεριών που πρέπει να αρθεί άμεσα με την επαναλειτουργία της Σχολής με το καθεστώς που ίσχυε μετά από το 1923 και ειδικότερα τον κανονισμό της Σχολής που είχε εγκρίνει το ίδιο το Τουρκικό Κράτος επίσημα.

Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει επίσης να επέλθει αποκατάσταση και όπως σημειώνει χαρακτηριστικά η Επιτροπή Βενετίας του ΣτΕ στη «Γνώμη της για το Νομικό Καθεστώς των Θρησκευτικών Μειονοτήτων στην Τουρκία και το δικ/μα του Ορθόδοξου Πατριαρχείου να χρησιμοποιεί το επίθετο «Οικουμενικό», του 2010 και για το δικαίωμα του Ορθόδοξου Πατριαρχείου να χρησιμοποιεί το επίθετο «Οικουμενικό», λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό αποτελεί μέρος του τίτλου του Πατριαρχείου και υφίσταται έτσι από τον 6ο αιώνα, δεν υπάρχει κανένας λόγος, πραγματικός ή νομικός που να οδηγεί τις αρχές στο να μην επιτρέπουν τη χρήση αυτού του ιστορικού και κοινώς αναγνωρισμένου τίτλου22. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Επίτροπος στην Έκθεσή του, του 2009 μιλάει για τιμητικό, ιστορικό τίτλο μεγάλης σημασίας στους ελληνορθόδοξους ανά τον κόσμο23. Και η τελευταία έκθεση προόδου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Τουρκία, όπως και οι προηγούμενες άλλωστε, σημειώνει μεταξύ άλλων κι αυτό το θέμα24.

Εν συνεχεία, θα πρέπει το τουρκικό κράτος να προβεί σε αποζημίωση, πράγμα το οποίο έχει δηλώσει και ο ίδιος ο Εγκ.Μπαγίς. Αποζημίωση, εξαιτίας της βλάβης, καταρχάς, που επήλθε απ’ τον εξαναγκασμό αποχώρησης απ’ τη γενέτειρα γη, με την πρόκληση ψυχικών και σωματικών ζημιών, ιδιαίτερα σε άτομα προχωρημένης ηλικίας. Επίσης, από την απώλεια των περιουσιών τους στη γενέτειρα γη, βασικά από τον εξαναγκασμό αποχώρησης απ’ αυτήν αλλά και από την εφαρμογή του Μυστικού Διατάγματος 6/3801 του 1964 για το «πάγωμα των περιουσιακών στοιχείων» για τα άτομα που είχαν το καθεστώς «établi». Έτσι, θα πρέπει να υπολογιστεί η απώλεια εσόδων για το διάστημα διάρκειας του μυστικού διατάγματος 1964-1987. Ενώ, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το κόστος της επανεγκατάστασης και προσαρμογής σε άλλες χώρες κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες κυρίως στις δεκαετίες 1960-70.

Αναφορικά με τις κατειλημμένες περιουσίες που έχουν κατασχεθεί, όπως αναφέρει και η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του ΣτΕ με την Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων & Ανθρ.Δικ/των (2009), αυτές θα «πρέπει να επιστρέψουν στους κατόχους τους…ή εκεί που η επιστροφή των περιουσιακών στοιχείων είναι αδύνατη, να παράσχει (η Τουρκία) δίκαιη αποζημίωση»25. Αποζημίωση επιδίκασε το ΕΔΔΑ για παραβίαση άρθρου 1 Πρωτ.1 ΕΣΔΑ από την Τουρκία, για κατάσχεση απ’ τη ΓΔΒ περιουσιακών στοιχείων ευαγών ιδρυμάτων της μειονότητας με την απαγόρευση απόκτησης περαιτέρω περιουσίας στο όνομά τους, αναφορικά με το ακίνητο της Μεγάλης του Γένους Σχολής, απόφαση του 200726 και με την ορθόδοξη εκκλησία της Τενέδου, Κοίμηση της Θεοτόκου, απόφαση του 200927. Επιπλέον, το ίδιο Δικαστήριο επιδίκασε αποζημίωση και σε ατομικές περιπτώσεις για παραβίαση των περιουσιακών τους δικαιωμάτων υπό το άρθρο 1 Πρωτ.1 ΕΣΔΑ από την Τουρκία, η οποία δε δέχεται Έλληνες υπήκοοι να κληρονομούν ακίνητη περιουσία στην Τουρκία (υπόθεση Αποστολίδη κ.άλλοι κ.Τουρκίας, 2007, Nacaryan και Deryan κ. Τουρκίας, 2008 και Αγνίδη κ.Τουρκίας, 2011)28.

Ενώ, το θέμα που δεν επιλύει ο νόμος του 2008 για τα βακούφια και αναφέρεται στις εκθέσεις των διεθνών κι ευρωπαϊκών οργάνων ως θέμα προς θεραπεία φαίνεται, ότι επιλύεται με το νέο πρόσφατο κανονισμό του 2011, δηλαδή, προβλέπεται αποζημίωση σε περίπτωση περιουσιών ιδρυμάτων που απαλλοτριώθηκαν και πουλήθηκαν σε τρίτους από το κράτος.

Αποζημίωση πρέπει να υπάρξει και για τις απαλλοτριώσεις στις νήσους Ίμβρο, Τένεδο, που έγιναν όλα αυτά τα χρόνια πράγμα το οποίο επισημαίνει και ο Επίτροπος του ΣτΕ ως «παροχή αποκατάστασης σύμφωνα», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά «με τις γενικές αρχές του δ.δικαίου»29, ενώ στο ίδιο μήκος κύματος είναι και οι προτάσεις (recommendations) που περιλαμβάνονται στην Απόφαση 1625 (2008) της Κοινοβ.Συνέλευσης του ΣτΕ. Αποζημίωση σε περίπτωση, που δεν μπορεί να υπάρξει επαναφορά στην προτέρα κατάσταση με επιστροφή περιουσιών30.

Επόμενη μορφή αποκατάστασης που πρέπει να επέλθει είναι η ικανοποίηση. Όπως είδαμε ανωτέρω, πρώτη βασική προϋπόθεση για ικανοποίηση, βάσει των αρχών των ΗΕ για αποκατάσταση, συνιστούν τα αποτελεσματικά μέτρα που στοχεύουν στη διακοπή (για πάντα) των συνεχιζόμενων παραβιάσεων. Σαν πρώτη πράξη η εγκύκλιος του Πρωθυπουργού κ.Ρ.Τ.Ερντογάν της 13/5/2010 είναι στην κατεύθυνση αυτή, αλλ’ όμως απαιτούνται πρόσθετα μέτρα για τον τερματισμό των διακρίσεων που ακόμα υφίστανται: Τέτοια είναι:

α) επίλυση των ζητημάτων παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αφορούν σε:

1ον: αυστηρή απαγόρευση μεθόδων έκδοσης Μυστικών Διαταγμάτων με τα οποία στο παρελθόν εφαρμόστηκαν αντιμειονοτικά μέτρα,

2ον :απαγόρευση διορισμού σε δημόσιες θέσεις μελών της μειονότητας. Όπως επισημαίνει και η ECRI στην τελευταία έκθεσή της, 2011, «ιδιαίτερες δυσκολίες στην επικοινωνία συναντώνται σε περιοχές, όπου μειονοτικές ομάδες συνιστούν την πλειοψηφία του τοπικού πληθυσμού, αλλά υπο−εκπροσωπούνται σημαντικά, μεταξύ των δημόσιων υπαλλήλων»31.

3ον: επίλυση περιοριστικών μέτρων κατά των σχολείων της μειονότητας.

Συγκεκριμένα, παιδιά Ελληνικών οικογενειών ή ακόμα οποιασδήποτε υπηκοότητας που διαμένουν στην Πόλη και που δε διαθέτουν τούρκικη ιθαγένεια, δεν μπορούν να εγγραφούν σε ελληνικά μειονοτικά σχολεία, με αποτέλεσμα τον ολοένα και μειούμενο αριθμό μαθητών. Επίσης, υπάρχει υποχρέωση ο υποδιευθυντής του σχολείου που διαθέτει στην πράξη περισσότερες εξουσίες από του διευθυντή που ανήκει στην μειονότητα, να είναι Τούρκος υπήκοος. Παλιότερα υπήρχε και η υποχρέωση να είναι και «τουρκικής καταγωγής», στην πράξη όμως τίποτα δεν άλλαξε, όπως αναφέρεται και στην έκθεση της ECRI32. Η παροχή διδακτικών βιβλίων στα ελληνικά για τους μαθητές των μειονοτικών σχολείων διέπεται από την ελληνοτουρκική συμφωνία συνεργασίας στον τομέα παιδείας και πολιτισμού, που για τα σημερινά δεδομένα είναι αναχρονιστική και οδηγεί σε πολλές καθυστερήσεις.

4ον:επιστροφή στην πράξη, όπως είδαμε και ανωτέρω στη μορφή της επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση, των κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων των ευαγών ιδρυμάτων της μειονότητας (περίπτωση Οικουμενικού Πατριαρχείου−Ορφανοτρ.Πριγκήπου) αλλά και μέσω της αποζημίωσης για τις περιουσίες που πωλήθηκαν/παραχωρήθηκαν σε τρίτους βάσει και του νέου κανονισμού.

Όμως, το ουσιαστικό πρόβλημα που πρέπει να τονισθεί ως χρήζον λήψης περαιτέρω μέτρων, καθώς φαίνεται ότι υπάρχουν κενά στο νέο νόμο για τα ιδρύματα, όπως σημειώνει και η ECRI, είναι, ότι οι θρησκευτικές κοινότητες (όπως το Οικουμενικό Πατριαρχείο) δεν έχουν νομική προσωπικότητα στον τουρκικό νόμο και επομένως δεν μπορούν οι ίδιες να αποκτήσουν περιουσία, παρά μόνον μέσω της εγκαθίδρυσης ενός ιδρύματος33. Τα ιδρύματα, όμως, πρέπει στο εξής, να εγκαθιδρύονται σύμφωνα με το άρθρο 101(4) του Τουρκικού Αστικού Κώδικα, το οποίο απαγορεύει την εγκαθίδρυση ιδρυμάτων, ο σκοπός των οποίων είναι η υποστήριξη ατόμων συγκεκριμένης καταγωγής ή μελών μιας κοινότητας. Αυτή η διάταξη είναι ευρέως, λοιπόν, αντιληπτή, ως περιορίζουσα την ίδρυση νέων θρησκευτικών ιδρυμάτων. H Επιτροπή της Βενετίας στη «Γνώμη της για το Νομικό Καθεστώς των Θρησκευτικών Μειονοτήτων στην Τουρκία και το δικ/μα του Ορθόδοξου Πατριαρχείου να χρησιμοποιεί το επίθετο “Οικουμενικό”» αναφέρει ότι αυτό το πρόβλημα «πρέπει να θεραπευθεί − αποκατασταθεί» (should be remedied)34 ενώ συμπληρώνει, ότι παρόλο που η περιουσία ανήκει στο ίδρυμα και όχι στην ίδια τη θρησκευτική κοινότητα, στην πράξη από αρχαιοτάτων χρόνων, είναι ξεκάθαρο, ότι η περιουσία ανήκει στην κοινότητα. Το πρόβλημα ανακύπτει, στην περίπτωση που το ίδρυμα παύει να υφίσταται νομικά, δηλαδή σε περίπτωση που τα μέλη πεθαίνουν και οι προϋποθέσεις ύπαρξης του ιδρύματος δεν πληρούνται πλέον. Η Επιτροπή Βενετίας συστήνει στις τουρκικές αρχές να παράσχουν εκείνο το νομικό πλαίσιο που θα δώσει τη δυνατότητα στις κοινότητες να διατηρούν οι ίδιες περιουσιακά στοιχεία και πρόσβαση στα δικαστήρια (με άλλα λόγια να έχουν νομική προσωπικότητα)35. Το πολύ ουσιώδες ζήτημα της νομικής προσωπικότητας θίγουν και οι εκθέσεις προόδου της Ευρ. Επιτροπής για την Τουρκία και τα Ψηφίσματα του Ευρ.Κοινοβ. (βλ. τελευταίο Ψήφισμα από 9.3.2011 σχετικά με Έκθεση προόδου 2010 Τουρκίας από Ευρ.Επιτροπή)36 καθώς και οι εκθέσεις των τελευταίων χρόνων, της Κυβερνητικής Επιτροπής των Η.Π.Α. για τις Θρησκευτικές Ελευθερίες37.

Επίσης, ένα έτερο πρόβλημα είναι ότι ο Νόμος 5737 του 2008, το οποίο δε θεραπεύει ούτε ο νέος πρόσφατος κανονισμός είναι, ότι δε βάζει ένα τέλος στην πρακτική των «κατειλημμένων βακουφίων», όπως είπαμε και ανωτέρω, αλλά αντιθέτως νομιμοποιεί αυτή την παράνομη πρακτική προβλέποντας για πρώτη φορά μια νομική βάση με το άρθρο 7(2) το οποίο προβλέπει, ότι «Τα ιδρύματα τα οποία έχουν περιληφθεί μεταξύ των κατειλημμένων, πριν τη θέση σε ισχύ του νόμου και τα ιδρύματα τα οποία δύνανται να συμπεριληφθούν μεταξύ των κατειλημμένων ιδρυμάτων σύμφωνα με αυτό το νόμο δε θα μπορούν πλέον να εκλέγουν και να διορίζουν διαχειριστές».

5ον επίλυση του θέματος άδικης κατάσχεσης ιδιωτικών περιουσιών και περιορισμού σχετικών δικαιωμάτων.

Όπως είδαμε και ανωτέρω υπάρχουν και ιδιωτικές περιουσίες ατόμων οι οποίες έχουν κατασχεθεί απ’ το τουρκικό κράτος, ιδίως σε περιπτώσεις κληρονομίας. Η ECRI σημειώνει, εδώ, ότι η αποζημίωση ναι μεν έχει επιδικαστεί απ’ το ΕΔΔΑ στους δικαιούχους, για παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας, όμως, δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο, τι γενικά μέτρα έχουν ληφθεί απ’ την Τουρκία για την πρόληψη τέτοιων παραβιάσεων στο μέλλον38.

(β) Επιβεβαίωση του τρόπου που σχεδιάστηκαν και εφαρμόστηκαν τα αντιμειονοτικά μέτρα, της γενικότερης ζημιάς που προκάλεσαν στην χώρα και σε όλους τους πολίτες και ειδικότερα στις Ρωμέικες Κοινότητες, τους λόγους που το κράτος νόμου και δικαίου δεν μπόρεσε να σταματήσει τις διακρίσεις αλλά αντίθετα εφάρμοσε τα μέτρα αυτά.

(γ) Θα πρέπει να προβληθούν και να τιμηθούν από το Κράτος οι κρατικοί λειτουργοί και απλοί πολίτες που υποστήριξαν κάτω από δύσκολες περιστάσεις τα δικαιώματα του ανθρώπου των μελών της Ελληνικής Μειονότητας.

(δ) Τα επίσημα κρατικά όργανα της Πολιτείας να ζητήσουν δημόσια συγγνώμη με την αποδοχή ευθυνών για τα άδικα μέτρα κατά της Ρωμεϊκης Κοινότητας.

(ε) Απάλειψη αντιμειονοτικών αναφορών στα βιβλία διδασκαλίας στα σχολεία, που δυστυχώς ακόμα υφίστανται, παρουσίαση με αντικειμενικό τρόπο της συμβολής των Ρωμέικων Κοινοτήτων στην ανάπτυξη της χώρας σε διάφορους τομείς.

Τέλος, οι εγγυήσεις από τα θεσμοθετημένα όργανα της Πολιτείας για τη μη επανάληψη των ανωτέρω αδικιών στο μέλλον συνίστανται στα εξής:

(α) Απρόσκοπτη λειτουργία του κράτους δικαίου με συνταγματικές εγγυήσεις.

(β) Εξασφάλιση ότι όλες οι αρχές θα ενεργούν με βάση τα διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων με αμεροληψία και δικαιοσύνη.

Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει η Τουρκία να υπογράψει και επικυρώσει διεθνείς συνθήκες που περιλαμβάνουν προοδευτικές διατάξεις για δικ/τα μειονοτήτων, όπως τη Σύμβαση Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων του ΣτΕ, τη Σύμβαση της UNESCO κατά της Διάκρισης στην Εκπαίδευση, τον Ευρωπ.Χάρτη για τις Περιφερειακές και Μειονοτικές Γλώσσες, να επικυρώσει το Πρωτόκολλο 12 της ΕΣΔΑ, που αναφέρεται στη γενική απαγόρευση διακρίσεων, να κάνει τη δήλωση του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου Εξάλειψης κάθε μορφής φυλετικής διάκρισης του ΟΗΕ για να μπορεί η αντίστοιχη Επιτροπή του ΟΗΕ (CERD) να δέχεται ατομικές προσφυγές. Επίσης, θα πρέπει να αναθεωρήσει τις επιφυλάξεις που έχει κάνει αναφορικά με το Άρθρο 27, του ΔΣΑΠΔ που αφορά στην προστασία των μειονοτήτων και με το Άρθρο 13 του ΔΣΟΚΠΔ σχετικά με την ελευθερία επιλογής θρησκευτικής και ηθικής εκπαίδευσης, αναλόγως πεποιθήσεων, που θα παρέχουν στα παιδιά τους.

(γ) Ενίσχυση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης.

(δ) Προστασία των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

(ε) Ενίσχυση της θεματολογίας στα θέματα σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης με βάση τα πρότυπα αρμόδιων διεθνών οργανισμών.

(στ) Προώθηση του ελέγχου της εφαρμογής των νόμων, χωρίς διακρίσεις με βάση τα διεθνή πρότυπα, από τους δημόσιους λειτουργούς, δυνάμεις ασφάλειας, δικαιοσύνη, μέσα μαζικής ενημέρωσης και λοιπούς κρατικούς λειτουργούς.

(ζ) Επιπλέον, θα ήταν χρήσιμη και αναγκαία, όπως επισημαίνει και η έκθεση της ECRI, η δημιουργία ενός Ombudsman ή ισοδύναμου θεσμού (συνηγόρου του πολίτη) ειδικευμένος στο να αντιμετωπίζει καταστάσεις φυλετικών και μειονοτικών διακρίσεων και παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Τελικά, η αποκατάσταση και η θεραπεία των αδικιών του παρελθόντος αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την εξέλιξη μιας κοινωνίας που έχει ιστορικά τραύματα, όπως συμβαίνει με την ελληνική μειονότητα στην Κων/πολη. Όσο οι πληγές του παρελθόντος παραμένουν ανοιχτές, «ο ασθενής» (η μειονότητα εν προκειμένω) δε θεραπεύεται. Το διεθνές δίκαιο προσφέρει το πλαίσιο, θεσμικό, συμβατικό, διακηρυκτικό, νομολογιακό το οποίο μπορεί να βοηθήσει, να οδηγήσει στη θεραπεία και την αποκατάσταση. Σημαντικό βήμα, η εγκύκλιος του ίδιου του Πρωθ. κ. Ερντογάν της 13ης Μαΐου 2010, αλλά και ο νέος κανονισμός για τα βακούφια, του Αυγούστου 2011. Μένει, λοιπόν, να αποδειχτεί στην πράξη, η πραγματική βούληση, εκ μέρους των τουρκικών αρχών προς αυτή την κατεύθυνση.

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΤΩΝ
Πρακτικά Ημερίδας
της 56ης επετείου των Σεπτεμβριανών «Χωρίς Αποκατάσταση και Δικαίωση τα Ανθρώπινα Δικαιώματα είναι Γράμματα Κενά Λόγου»
Σάββατο 10/9/2011
Αίθουσα Εκδηλώσεων του Ενοριακού Ι. Ναού Παναγίας Φανερωμένης του Δημοτικού Διαμερίσματος Βουλιαγμένης- Αττικής

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here