Τ’ Άη-Γιωργιού το τραγούδι από τα Παλάτια του Μαρμαρά (Προποντίδα Μικράς Ασίας)

0
2490

 

marmaras propontida

Στη μνήμη της Μαριορίτσας Κολιμάτση, της Μαριορίτσας Ηλιάδη, της Ασημένιας Χατζηβαρσαμή, της Αφρούλας Μέξη, της Κασσιανής Χάτζου, της Θηρεσίας Γιασεμάκη, της Διαμάντως Γουλιανίδη και της Βαγγελίτσας Ανδριά, γιατί με τα τραγούδια τους με σεργιάνισαν στην Πατρίδα τους και μ’ έμαθαν ν’ αγαπώ τα Παλάτια και το Μαρμαρά της καρδιάς τους.

 

Ο λαός μας θεωρεί τον Άη-Γιώργη ως έναν τολμηρό βοηθό και γενναίο συμπαραστάτη του, που προστατεύει τους κατατρεγμένους και τους ανήμπορους και συντρέχει κάθε αναξιοπαθούντα ή όποιον κινδυνεύει. Είναι ο κορυφαίος άγιος των Ελλήνων, μαζί με τον Άη-Δημήτρη, και τιμάται όσο λίγοι άγιοι της Ορθοδοξίας. Λεβέντης μαχητής, γενναίο παλικάρι, αγωνιστής και στρατιώτης του Χριστού, με ιδανικά και μορφή αρχαίου ήρωα, κυριαρχεί στην ψυχή του λαού. Τα συναξάρια του αναμίχθηκαν με αρχαίους μύθους κι ο Άγιος συνδυάστηκε με θεούς και ήρωες των προχριστιανικών χρόνων, έγινε θρυλικός σαν τον Περσέα, φωτεινός σαν τον Απόλλωνα και το Μίθρα, άφοβος κι άτρωτος σαν τον Αχιλλέα.

Τ’ Άη-Γιωργιού είναι μια από τις μέγιστες γιορτές όχι μόνο των Ελλήνων, μα και των γύρω Ορθοδόξων λαών, η οποία λαμπρύνεται ακόμη περισσότερο λόγω του Πάσχα, επειδή εορτάζεται πάντοτε μετά την Ανάσταση, είτε στις 23 Απριλίου είτε τη Λαμπροδευτέρα. Οι σλαβικοί λαοί (Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρώσοι, Ουκρανοί, Σλαβομακεδόνες), οι Ρουμάνοι, οι Αρμένιοι, οι Ορθόδοξοι Άραβες πολύ τιμούν τον Άγιο, και σημαντικά έθιμα, χοροί και τραγούδια συνδέονται με τη λατρεία του. Ακόμη και οι Τούρκοι και οι Μουσουλμάνοι των Βαλκανίων (Αλβανοί, Βόσνιοι, Πομάκοι, Τσιγγάνοι κλπ.) τον σέβονται και τον τιμούν ιδιαιτέρως, αναχωρώντας στις εξοχές, στα βουνά και στα λειβάδια την 6η Μαΐου (23 Απριλίου με το παλιό ημερολόγιο), όπου ψήνουν αρνιά, τραγουδούν, χορεύουν και στήνουν κούνιες στη χάρη του. Είναι η λεγόμενη λαϊκή γιορτή του Χιντίρ Ελέζ ή Χιντρελές ή Εντερλέζι, πίσω από την οποία κρύβεται επιμελώς το προϊσλαμικό, χριστιανικό υπόβαθρο των λαών αυτών.

 

Ειδικά στις περιοχές της Θράκης, εσωτερικής και παραλιακής, της Προποντίδας και της Βορειοδυτικής Μικρασίας (Βιθυνία, Μυσία, Τρωάδα) ο Άη-Γιώργης επικάλυψε κι αντικατέστησε την τοπική λατρεία ενός αρχαιότατου λαϊκού ιππέα ήρωα, με θεϊκές διαστάσεις, που καλείται συμβατικά «Θραξ Ιππεύς», ο οποίος αγαπήθηκε πάρα πολύ από τους αρχαίους λαούς εκείνων των περιοχών, ακόμη κι όταν εξελληνίστηκαν πλήρως, καθώς μαρτυρούν τα χιλιάδες ανάγλυφα που τον απεικονίζουν καβαλάρη, νέο και λεβέντη, ακριβώς όπως ο Χριστιανός Άγιος. Η λατρεία του Θρακός Ιππέως ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη στην καρδιά του λαού, ώστε κατά τα πρώτα βυζαντινά χρόνια αναζητήθηκε κάποιο αντίστοιχο πρόσωπο από το χριστιανικό αγιολόγιο, ένας νέος κι όμορφος καβαλάρης «αρματωμένος με σπαθί και με χρυσό κοντάρι», μα και με χίλιες θαυματουργικές ιδιότητες στο όνομα του Χριστού, για να παταχθεί η ειδωλολατρία και να θριαμβεύσει ο Χριστιανισμός.

Στα παράλια της Προποντίδας και στα νησιά του Μαρμαρά (Καλόλιμνος, Κούταλη, Αφυσιά, Αλώνη ή Πασαλιμάνι και Μαρμαράς ή Προκόννησος), ο Άη-Γιώργης είναι ο κατ’ εξοχήν αγαπημένος Άγιος και η λατρεία του, από άποψη σπουδαιότητας, έρχεται τρίτη μετά από εκείνην του Ιησού και της Παναγίας. Δεν υπήρχε πόλη ή χωριό στην Προποντίδα που να μην τιμά με ναό, κεντρικό ή ενοριακό ή ξωκλήσι, τον Άη-Γιώργη, μια και σ’ αυτά τα μέρη εθεωρείτο, πέραν των άλλων ιδιοτήτων του, και ως προστάτης των ναυτικών, περισσότερο κι απ’ αυτόν τον Άη-Νικόλα. Εικόνισμά του υπήρχε πάντα στα μαρμαρινά καράβια και τις μέρες της γιορτής του κινούσαν οι Μαρμαρονησιώτες γκεμιτζήδες για ταξίδια μακρινά, πέραν της Προποντίδας. Ενδεικτικό της γενικευμένης λατρείας του Αγίου και της επιζητούμενης προστασίας του στα πλεούμενα είναι και το πασίγνωστο μαρμαρινό δίστιχο:

Στης σαντάλας μας ντη γκάγκα

Άη-Γιώργης με ντη χάρμπα.

 

Γκεμιτζήδες: θαλασσινοί, ναυτικοί (τουρκ.). Σαντάλα: αλιευτικό σκαρί της Θάλασσας του Μαρμαρά με εφτά σειρές κουπιών. Γκάγκα: η μύτη, η πλώρη (τουρκ.), Χάρμπα: σπάθα, χατζάρα (τουρκ.).

 

Το έξοχο αφηγηματικό τραγούδι του Άη-Γιωργιού απαντάται σε όλα σχεδόν τα ελληνικά μέρη, από την Κέρκυρα ως το Καστελόριζο και την Κύπρο κι από τη Θράκη, την Καππαδοκία και τον Πόντο μέχρι την Κρήτη και το Μοριά. Ανήκει στην κατηγορία των παραλογών, δηλαδή στα πολύστιχα αφηγηματικά τραγούδια του ελληνικού λαού με δραματικό περιεχόμενο κι επικολυρικό χαρακτήρα, που μοιάζουν με έμμετρα παραμύθια κι οι ρίζες τους χάνονται μέσα στη βαθειά αρχαιότητα. Δεν έχει χριστιανικό θέμα, όπως θα νόμιζαν πολλοί, αλλά είναι γεμάτο παραμυθιακά, εξωλογικά και μυθολογικά στοιχεία, αρχαίας προελεύσεως φυσικά, αριστοτεχνικά συνδυασμένα με την θαυματουργική επέμβαση ενός από τους πιο δημοφιλείς αγίους των Ελλήνων. Σχετίζεται με παλαιότατους ειδωλολατρικούς θρύλους και δοξασίες περί δράκου που τρώει ανθρώπους (ανθρωποθυσία), ως αντάλλαγμα για την αποστολή νερού σε κάποιο τόπο και την αποφυγή της παντελούς λειψυδρίας (του δράκου το νεροκράτημα). Τα υποψήφια θύματα επιλέγονται με κλήρο, που κάποτε πέφτει στην κόρη του βασιλιά. Εδώ εμφανίζεται ο λυτρωτής Άγιος, σκοτώνει το θεριό και λευτερώνει θριαμβευτικά βασιλοπούλα και νερό, χωρίς αντάλλαγμα. Το μόνο χάρισμα που απαιτεί είναι η κτίση μιας εκκλησιάς αφιερωμένης στη χάρη του.

Ο μύθος θυμίζει έντονα αντίστοιχους αρχαίους, κυρίως με θέμα τη διάσωση της Ανδρομέδας από τον Περσέα, αλλά και τον Πυθοκτόνο Απόλλωνα ή τον Ηρακλή με τη Λερναία Ύδρα, που εξοντώνουν οφιόμορφα τέρατα, τα οποία ενεδρεύουν σε πηγές νερού. Και στο ακριτικό έπος υπάρχει μια παρόμοια ιστορία, όπου ο Διγενής σκοτώνει το δράκο και σώζει την καλή του. Πάντως το θέμα αυτό της δρακοντοκτονίας και της σωτηρίας μιας γυναίκας θεωρείται παγκόσμιο, γιατί υπάρχει σε πολλούς λαούς της γης, πρωτόγονους και πολιτισμένους.

Στα συναξάρια του Αγίου Γεωργίου, η δρακοντοκτονία αναφέρεται ήδη από το 12ο αι., ενώ λίγο αργότερα εμφανίζεται και στην αγιογραφία. Όμως σε παλαιότερες εποχές, ο Άγιος εικονιζόταν πάντοτε ως πεζός οπλίτης –ποτέ έφιππος– και δεν αναφέρεται πουθενά η δρακοντοκτονία. Σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο σώζονται τέτοιες θαυμάσιες εικόνες από εκείνες τις περιόδους, φορητές ή ψηφιδωτές ή νωπογραφίες, με τον Άγιο πεζό κι οπλισμένο.

Τα συναξάρια του 12ου-18ου αι. παρουσιάζουν πάμπολλες ομοιότητες με τα τραγούδια της δρακοντοκτονίας. Σε αμέτρητες, λαϊκές κυρίως, εικόνες ο Άγιος έχει στα καπούλια του αλόγου του μια τόσηδα βασιλοπούλα, παράξενα δυσανάλογη με το σώμα του Αγίου, ενώ στα πόδια του σφαδάζει ο δορύπληκτος δράκος. Πίσω, στα μπεντένια κάποιου κάστρου, ένας βασιλιάς παρακολουθεί με ανακούφιση τη σκηνή. Όμως δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν ο λαϊκός ποιητής είχε υπόψη του τα συναξάρια εκείνα κι έφτιαξε το τραγούδι ή αν οι αγιογράφοι επηρεάστηκαν από το τραγούδι και ζωγράφισαν τον Άγιο έφιππο πλέον να σώζει τη βασιλοπούλα και να λυτρώνει τον τόπο της από το μαρτύριο της δίψας.

Στα τραγούδια, ο λαϊκός ποιητής φαντάζεται τον Άγιο, όπως παριστάνεται στις εικόνες και στους ύστερους βυζαντινούς μύθους: καβαλάρης στρατιώτης με σπαθί και κοντάρι, που συνήθως σκοτώνει λιοντάρι (θεριό) κι όχι πάντα δράκο. Επίσης παρουσιάζουν το θέμα με μεγάλη ποιητική ελευθερία, μακριά από τη θρησκευτική παράδοση των συναξαριών, κατά την οποία όλα γίνονται για να εκχριστιανιστούν και να πιστέψουν οι άπιστοι ή ολιγόπιστοι κάτοικοι της «χώρας εκείνης».

….Εξ άλλου, οι παλιές βιογραφίες του Αγίου Γεωργίου (πριν από τον 10ο αι.) δεν παρέχουν καμιάν απολύτως πληροφορία για δρακοντοκτονία. Φαίνεται πως κάποιος καλόγερος γύρω στον 11ο – 12ο αι. χρησιμοποίησε τους παλιούς, τους αρχαίους μύθους και τους έντυσε με χριστιανικό φόρεμα. Ως πατρίδα αυτού τραγουδιού η περισσότεροι μελετητές θεωρούν την Καππαδοκία, με την οποία συνδέεται στενά ο Άγιος λόγω καταγωγής.

Τελικά είναι ολοφάνερη η σχέση των τραγουδιών τ’ Άη-Γιωργιού με τις πολύ παλιότερες δοξασίες και τους πανάρχαιους μύθους. Ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης, ο οποίος στα 1912 είχε καταγράψει 27 παραλλαγές του άσματος από διάφορες ελληνικές τότε περιοχές, με εκτενέστερη την κυπριακή (155 στίχοι), σημειώνει σχετικά (Λαογραφικά Σύμμεικτα Δ’, σελ. 211-249): «…το περί του αγίου Γεωργίου δημοτικόν άσμα παρέλαβε την υπόθεσίν του εκ δημωδών ελληνικών παραδόσεων, αφού εν ταύταις μόνον ευρίσκονται τα κύρια συστατικά αυτής, άτινα παρέλιπεν η θρησκευτική διήγησις… Πιθανώτατον ότι και το άσμα και η διήγησις εκ κοινής απέρρευσαν πηγής… Εις τον ανώνυμον ή άλλως ωνομασμένον ήρωα είχεν επιτεθή το όνομα του αγίου Γεωργίου.»

 

Στο νησί του Μαρμαρά διαπιστώσαμε μέχρι σήμερα (2016) τέσσερις παραλλαγές του τραγουδιού από τα Παλάτια (η πληρέστερη), το Πραστειό, την Αφθόνη και τη Γαλλιμή. Άλλη μια έχει καταγραφεί από το κοντινό Πασαλιμάνι κι αναμφίβολα δεκάδες είναι οι παραλλαγές που έχουν καταγραφεί από τα χίλια δυο ελληνικά μέρη των ακτών της Προποντίδας, θρακικών και μικρασιατικών, όπου λατρεύτηκε ο Άγιος Γεώργιος με ιδιαίτερες τιμές.

Στην μακροσκελή παραλλαγή (93 ή 99 στίχοι) από τα Παλάτια του Μαρμαρά γίνεται συμφυρμός τριών διαφορετικών δημοτικών τραγουδιών. Το πρώτο άσμα αναφέρεται στη βασιλοπούλα και το γιο του ρήγα, μια παραλογή γνωστή σε πάμπολλα νησιωτικά ελληνικά μέρη από τον καιρό της Φραγκοκρατίας. Η κοπέλα (βασιλοπούλα ή σουλτάνα) αρματώνει ένα εξαιρετικά καλοφτιαγμένο καράβι, το εξοπλίζει με διαλεχτούς ναύτες και βγαίνει να σιργιανίσει τη θάλασσα. Όμως ένα βασιλόπουλο (του ρήγα ο γιος) την κυνηγά ερωτικώς με τον πολυτελή στόλο του και για να πάρει ένα φιλί της, χαρίζει την καλύτερη φρεγάδα του. Η κόρη αρνείται με ύφος ηρωικό κι εκείνος προτείνει να βγουν «έξω στη στεριά κι όποιος νικήσ’, ας πάρει.» Έτσι, σύμφωνα με μια παραλλαγή της Ακαδημίας Αθηνών (Λ. Α. 189) από την Κύζικο της Προποντίδας, περιοχή γειτονική της Προκοννήσου,

…Έδωκε ο Θιος και νίκησε και σκλάβο τον επήρε,

στραβό κουπί τον έδωκε, στη χάμλα τόνε βάνει.

– Τράβα, ξαθέ, τράβα, σγουρέ, τράβα καμπανοφρύδη,

τράβα της χάμλας το κουπί, όσο π’ να βγει η ψυχή σου!

 

Στην παλατιανή παραλλαγή συνταιριάζονται πολύ φυσικά η μια παραλογή με την άλλη. Στην πρόταση του ρηγόπουλου να παλέψουν στη στεριά, η σουλτάνα απαντά ότι στον τόπο υπάρχει ένα φοβερό ανθρωποφάγο θεριό κι έτσι αρχίζει το δεύτερο άσμα, που είναι το κατ’ εξοχήν τραγούδι τ’ Άη-Γιωργιού, αυτό που αναφέρεται λεπτομερώς στη δρακοντοκτονία, επίσης πασίγνωστο στον ελληνικό λαό.

Το τρίτο μέρος προστέθηκε «για να μακρύνει ο χορός», σύμφωνα με τις μαρτυρίες πολλών γυναικών γεννημένων στα Παλάτια γύρω στο 1900-1910, αφού μπίτισε το κυρίως τραγούδι τ’ Άη-Γιωργιού. Τούτο το τελευταίο τμήμα, γεμάτο λαϊκή ποιητική δύναμη και χάρη, αναφέρεται στις ικανότητες της καλύτερης τραγουδίστριας, που «θα κάψει» τους πάντες με τη γλυκιά φωνή και τ’ όμορφο τραγούδι της. Το τραγούδι τελειώνει οριστικά πλέον με εγκώμια, ευχές και παρακλήσεις προς τον πολυαγαπημένο Άγιο της Προποντίδας και της Θράκης, να δώσει υγεία, αφθονία και πλούτο σε άντρες και γυναίκες:

 Άγιε μου Γιώργη, αφέντη μου κι έμορφε καβαλάρη,

αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι,

ούλων υγειά μας και χαρά και φέτο και ντου χρόνου!

Δώσε τσι γριπαροί κολιοί και τα ναυτάκια κιάρι,

σε μας τσι καλορίζικες οκάδες το μετάξι!

 

Οι Ε. Βαλσαμής και Ν. Λαμπαδαρίδης, στο φυλλάδιο «Ο Άγιος Γεώργιος εν Προκοννήσω» (1939), γράφουν ότι «το τραγούδι του Αγίου Γεωργίου ελέγετο το απόγευμα, κατά την ημέραν της εορτής, άπαξ του έτους και μίαν έως δύο ώρας προ της δύσεως του ηλίου και υπό γυναικών. Είναι άσμα παλαιότατον, κληρονομηθέν εις ημάς άγνωστον από πού και πότε. Την ώραν του χορού ήτο ευκαιρία να γνωριστούν και να ζευγαρώσουν οι νέοι και αι νέαι.». Στα παλιά Παλάτια ο χορός γινόταν στη μεγάλη πλατεία κάτω από τον τεράστιο πλάτανο της παραλίας, με πάνδημη συμμετοχή όσων γυναικών δεν πενθούσαν. Ο χορός τελείται και στην Ελλάδα, με την εγκατάσταση των Παλατιανών προσφύγων στα Νέα Παλάτια Ωρωπού, στην πλατεία της εκκλησίας του Άη-Γιώργη, και έχει σχετικά πάνδημο χαρακτήρα.

Το τραγούδι το τραγουδούν πάντοτε χωρίς όργανα και παλιότερα το έλεγαν διπλό. Δηλαδή το άρχιζαν λίγες καλλίφωνες γυναίκες που ήξεραν πολύ καλά τα λόγια και το χαβά (το σκοπό), πιασμένες στον κάβο και στην ουρά (στην αρχή και στο τέλος) του χορού. Κατόπιν το παίρνανε καταπόδι (επαναλάμβαναν τον ίδιο στίχο) όλες οι συμμετέχουσες στον κύκλο του χορού, καθώς χόρευαν. Η διάρκειά του αγγίζει περίπου τη μια ώρα και, κατά τη γνώμη μας, μάλλον είναι το μακροσκελέστερο ελληνικό τραγούδι που άδεται ζωντανά σχεδόν ως τις μέρες μας! Σήμερα όμως (2016) τραγουδιέται μονό κι όχι διπλό, χάριν συντομίας, ηχογραφημένο κι όχι διά ζώσης, και διαρκεί περίπου 20-25 λεπτά.

Το απόγευμα της γιορτής τ’ Άη-Γιωργιού, στο μέσο της πλατείας, τοποθετούν σε καταστόλιστο εικονοστάσι την εικόνα του Αγίου, που είναι φερμένη από την ομώνυμη εκκλησιά των Παλατιών της Προκοννήσου, και ολόγυρα αρχίζουν να χορεύουν όλοι το τραγούδι τ’ Άη-Γιωργιού. Παλιότερα το χορό έσερναν οι γέροι, οι τζορμπατζήδες (προεστοί) και, καμιά φορά, κι οι παπάδες του χωριού. «Μπρουστά πάγαιναν νοικοκεροί» που συνήθως άλλαζαν κάθε λίγο. Κάθε Παλατιανός, άντρας ή γυναίκα, νέος, γέρος ή παιδί, χόρευε έστω και λίγα βήματα του χορού, «για το καλό» και «για τ’ Αγιού την ευλογία». Ο χορός χορεύεται «περπατητά, καταποδιαστά», είναι αργός, βαρύς συρτός, ιεροτελεστικός θα λέγαμε, του τύπου «στα τρία», δηλαδή με τέσσερα βήματα προς τα δεξιά και δύο προς τα αριστερά, χωρίς ιδιαίτερα τσακίσματα του ποδιού ή του σώματος. Οι χορευτές κρατιούνται κανονικά, με τα χέρια στο ύψος του στήθους, και πάντοτε κρατούν μαντήλι μεταξύ τους, δεν πιάνονται από τις παλάμες. Παρόμοιοι είναι πολλοί συρτοί χοροί των Ελλήνων της Προποντίδας, που τα τραγούδια τους έχουν θέμα παλιό, όπως παραλογές, ακριτικά κλπ.

Μόλις τελειώσει το άσμα τ’ Άη-Γιωργιού, οι χορευτές συνεχίζουν το χορό με διάφορα άλλα τραγούδια και χορούς από το τοπικό ρεπερτόριο των Παλατιών, κυρίως συρτά και χασάπικα.

 

Το τραγούδι κατέγραψα για πρώτη φορά το 1992 από τη Μαριορίτσα Καγιάρμα – Κολιμάτση, γεννημένη στα Παλάτια του Μαρμαρά το 1909. Η γυναίκα είχε εξαιρετική φωνή, δυνατή και μελωδική, παρά την προχωρημένη ηλικία της, και διέθετε εντυπωσιακό μνημονικό, με έντονη την παρουσία των παλιών Παλατιών στον καθημερινό της βίο. Ήξερε, εκτός των άλλων, και αμέτρητα τραγούδια του χωριού της, σχεδόν όλο το τοπικό ρεπερτόριο. Ήταν πραγματικά ένας θησαυρός για την παλατιανή λαογραφία. Την ίδια εποχή μού το τραγούδησαν ή μου το απάγγειλαν, αποσπασματικά ή ολόκληρο, κι άλλες πολλές Παλατιανές, κάθε ηλικίας, αφού το τραγούδι είναι πασίγνωστο σε κάθε κάτοικο των Νέων Παλατιών.

Το Νοέμβρη του 1992, για λογαριασμό του Λυκείου των Ελληνίδων της Αθήνας, το τραγούδι τ’ Άη-Γιωργιού ηχογραφήθηκε ολόκληρο σε στούντιο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, μαζί με άλλα επτά σημαντικά παλατιανά τραγούδια. Τραγουδούσε ως κορυφαία η Κασσιανούλα Χάτζου (1950-2003), συνοδευμένη από μια ομάδα έντεκα Παλατιανών γυναικών. Τα τραγούδια αυτά δεν έχουν κυκλοφορήσει ακόμη σε δίσκο.

Ευτυχώς, δύο τμήματα από τ’ Άη-Γιωργιού το τραγούδι συμπεριλήφθηκαν στον διπλό ψηφιακό δίσκο Παραλογές της Δόμνας Σαμίου, που κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 2008. Στην ηχογράφηση, που έγινε από τη Δόμνα στα Νέα Παλάτια το 1980, τραγουδούν Παλατιανές με προεξάρχουσα την Καγιαρμούλα, τη Μαριορίτσα Καγιάρμα – Κολιμάτση, και τη χαρακτηριστική φωνή της.

 

Το τραγούδι τ’ Άη-Γιωργιού

Τ’ Άη-Γιωργιού ντη βραδινή, τ’ Άη-Γιωργιού το βράδυ,

βασιλοπούλα αρμάτωνε ολόχρυση φεργάδα.*

Βάζει πανιά μεταξωτά και ξάρτια μπιρσιμένια,*

βάζει τιμόνι μάλαμα και τα κουπιά ασημένια,

                     βάζει και τα ναυτόπουλα κι εκείνα διαλεγμένα                    5

(και γκεμιτζάκια* διαλεχτά απ’ το σκολειό βγαλμένα.)

 

Του ρήγα* ο γιος σαν το ‘μαθε, φεργάδες αρματώνει

και μέσα στ’ αρτζιπέλαγο πάγει, ντην κοντοσώνει.

– Σουλτάνα, μάινα τα πανιά, σουλτάνα, ρίχ’ τα κάτου,

                          σουλτάνα, δώσ’ μου ένα φιλί και πάρε μια φεργάδα.                    10

Θέλεις ντη χρυσοπράσινη, θέλεις ντην ξογαλάζια,*

θέλεις ντην ξοκινίκατη* που ‘μ’ απατός μου* μέσα;

– Φρόνιμο σ’ είχα, ρήγα γιε, μ’ άσκημα συντυχαίνεις*

και μέσα στ’ αρτζιπέλαγο σαν τι φιλί γυρεύεις;

                     – Ας έπεφτα στη θάλασσα κι ας έπλεχα στο κύμα                    15

κι ας έπαιρνα ένα φιλί κι ας είχα ‘γώ το κρίμα!

– Εγώ δεν είμαι Κιώτισσα* να δώσω το φιλί μου,

για μια παλιοφεργάδα σου να χάσω ντην τιμή μου!

– Ας έβγουμ’ έξω στη στεριά κι όποιος νικήσ’, ας πάρει.

 

                      – Θεριό ‘χουμε στον τόπο μας σ’ ένα βαθύ πηγάδι                    20

κι ανθρώπους το ταΐζουνε κάθε πρωί και βράδυ.

Μια μέρ’ αν δεν το δώσουνε άνθρωπο να δειπνήσει,

σταλιά νερό δεν άφηνε η χώρα να δροσίσει.

 

Ας ρίξουμε τα μπουλετιά*, να διούμ’ σε ποιον θα πέσει,

                           να στείλει το παιδάκι του στου λιονταριού πεσκέσι*.                    25

Τα μπουλετιά επέσανε σε μια βασιλοπούλα,

όπου ντην είχε ο βασιλιάς μονάχη ωραιοπούλα.

Ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε, αυτόν ντον λόγο είπε:

– Ούλο το βιος μου πάρτε το, μα το παιδί μου αφήστε!

                         Πολύς λαός συνάχτηκε, πάγει στο βασιλέα.                    30

– Γιά* δώσ’ μας το παιδάκι σου γιά παίρνουμε και σένα!

– Πάρτε το και στολίστε το μ’ ατίμητα πετράδια,

μ’ ατίμητα, μ’ ολόχρυσα και με μαργαριτάρια.

Αλλάχτε το παιδάκι μου και κάντε το σα νύφη

                         και στείλτε το στο λιονταρή πεσκέσι να δειπνήσει.                    35

 

Πολύς λαός συνάχτηκε και ντήνε πάει στη βρύση,

δεν το ‘λπιζε η βαριόμοιρη πως θα ξαναγυρίσει.

Πήγαν και ντην αφήσανε κοντά εις το πηγάδι,

όντες* θα έβγει το θεριό, να κάτσει να ντην φάγει.

 

                           Άη-Γιωργής, σαν τ’ άκουσε, τρέχει να ντη γλυτώσει                    40

κι απ’ ντον κακό της θάνατο να ντήνε λευτερώσει.

Εκεί όπου καθούντανε μονάχη, μοναχούλα,

ίδρος την περεχιούντανε σα σιγανή βροχούλα.

Γυρίζει, βλέπει πίσω της, θωρεί έναν καβαλάρη,

                        αρματωμένο με σπαθί και μ’ αργυρό κοντάρι.                    45

(Απέ μακράν ντόνε θωρεί και κάθεται και κλαίει.)

– Φύγε, ξενάκι μ’, απ’ εδώ να μη σε φάει και σένα

αυτό το άγριο θεριόν, όπου θα φάει και μένα!

– Λιγάκι θε’ να κοιμηθώ εδώ κοντά στη βρύση

                          κι όντες θα έβγει το θεριό, ευθύς να με ξυπνήσεις.                    50

– Αυτά τα λες, ξενάκι μου, να με παρηγορήσεις

κι όντες θα έβγει το θεριό, θα φύγεις να μ’ αφήσεις!

 

Ντην ώρα που κοιμούντανε, βλέπ’ ένα περιστέρι

και βάσταε τίμιο σταυρό εις το δεξί του χέρι

                           κι απάνου έγραφ’ ο σταυρός «Βέβαιος Άη-Γιώργης.»                    55

 

Όντες έβγαινε το θεριό, τα όρη συχνοτρέμαν

κι η κόρη απέ ντο φόβο της φώναξε «Άη-Γιώργη,

σήκω και σκότω’ το θεριό, που μ’ είπες ‘’μη φοβάσαι!’’»

(Ο Άγιος σαν τ’ άκουσε, πολύ ντον βαρυοφάνη.)

                    – Κόρη μ’, πού το βρες τ’ όνομα και πού το αμφιβάλλεις;*              60

– Ντην ώρα που κοιμούσουνα, ήρτ’ ένα περιστέρι

και βάσταε τίμιο σταυρό εις το δεξί του χέρι

κι απάνου έγραφ’ ο σταυρός «Βέβαιος Άη-Γιώργης.»

 

Σηκώνετ’ ανατολικά και κάνει ντο σταυρό του,

                         μια κονταριά το έδωσε κι έκοψε ντο λαιμό του.                    65

Χρυσή κορδέλα έκοψε και τα μαλλιά της δένει.

Να δεις χαρά που έγινε στη γη, ντην οικουμένη!

Τρεις μέρες εχυνούντανε το αίμα με ντην γκίνη*,

χαρά μεγάλη έγινε μέσα στη χώρα εκείνη!

 

                            Ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε, στέλνει, ντόνε φωνάζει.                    70

– Χαίρου σε, νέε, χαίρου σε, χαίρου σε το παιδί μου,

χαίρου και ντην κορώνα μου που έχ’ η κεφαλή μου.

– Χαίρου σε, βασιλέα μου, χαίρου σε το παιδί σου,

χαίρου και ντην κορώνα σου που έχ’ η κεφαλή σου.

                     – Για πες με το, στρατιώτη μου, πώς λένε τ’ όνομά σου,                    75

να σε χαρίσω χάρισμα και να ‘ναι τσ’ αφεντιάς σου.

– Γιώργης στρατιώτης λέγουμαι απ’ ντην Καππαδοκία.

Θέλεις να κάνεις χάρισμα, κάνε μιαν εκκλησία

και βάλε και ζουγράφισε Χριστό και Παναγία.

                         Αριστερά της εκκλησιάς κάν’ έναν καβαλάρη,                    80

αρματωμένο με σπαθί και με χρυσό κοντάρι.

 

Και το τραγούδι μπίτισε* και διείτε νά ‘βρετ’ άλλο.

Γιά* πείτε το γιά θα το πω γι’ αρχεύω και το λέω

κι ανίσ’ κι αρχέψω να το πω, πολλές καρδιές θα κάψω.

                          Θα κάψω νιους, θα κάψω νιες, θα κάψω παλικάρια,                    85

θα κάψω ναύτες στο κουπί, ραφτάδες στο βελόνι,

θα κάψω και ντους μαραγκούς που φτιάχνουν τα καράβια,

που ξενιτεύουν τα παιδιά, τα ‘μορφα παλικάρια.

Θα κάψω και ντους μαραγκούς που φτιάχνουν τα καΐκια,

                         που ταξιδεύουν τα παιδιά και κλαίγουν τα κορίτσια.                    90

Θα κάψω και ντους χρυσοχούς που κάνουν τα βραχιόλια,

που τα φορούν οι κοπελιές στα χέρια τους τα χιόνια.

 

Άγιε μου Γιώργη, αφέντη μου κι όμορφε καβαλάρη,

αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι,

                          ούλων υγειά μας και χαρά και φέτο και ντου χρόνου!                    95

Δώσε τσι γριπαροί κολιοί και τα ναυτάκια κιάρι*,

σε μας τσι καλορίζικες οκάδες το μετάξι!

 

(Άγιε μου Γιώργη, πόβγαλες το ρόδο απέ τ’ αγκάθι,

εσύ ντήνε πρωτόβγαλες στον κόσμο ντην αγάπη!)

 

Φεργάδα: φρεγάτα, ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο (ιταλ.). Μπιρσιμένιος: φτιαγμένος από μπιρσίμι, στριμμένο μεταξωτό κορδόνι (τουρκ.). Γκεμιτζάκι, γεμιτζάκι: ναυτάκι (τουρκ.). Ρήγας: βασιλιάς (λατιν. rex). Ξογαλάζια: χρυσογάλανη. Ξοκινίκατη: χρυσοκόκκινη. Απατός μου: εγώ ο ίδιος, ο εαυτός μου. Συντυχαίνω: απαντώ, συνομιλώ, κουβεντιάζω. Κιώτισσα ή Χιώτισσα: γυναίκα από την Κίο της Προποντίδας ή την Χίο. Οι Χιώτισσες, μεταξύ 16ου αι. και 1822, φημίζονταν για την ελευθεριότητά τους, τη μοντέρνα εμφάνιση, το ευρωπαϊκό στυλ τους και θεωρούνταν οι πιο εξελιγμένες Ρωμιές της εποχής εκείνης, «εύκολες» γενικώς. Οι γειτονοπούλες των Μαρμαρινών, οι Κιώτισσες, μάλλον από συμφυρμό με τις Χιώτισσες αναφέρονται εδώ. Μπουλετί, μπουλετής: κλήρος, λαχνός (λατιν.). Πεσκέσι: δώρο, προσφορά, χάρισμα (τουρκ.). Γιά: διαζευκτικό ή (τουρκ.). Όντες: όταν. Αμφιβάλλω: βάζω στο νου, συλλογίζομαι, αναφέρω, μνημονεύω (συμφυρμός, αντί του σωστού ανθιβάλλω, αναθιβάλλω, αθιβάλλω, βυζ.). Γκίνη, κίνη: υδρορρόη, γούρνα βρύσης (τουρκ.;;;). Μπιτίζω: τελειώνω, σώνομαι (τουρκ.). Ανίσ’: αν ίσως, αν τυχόν. Γριπαροί: ναύτες του γρίπου, ψαράδες. Κιάρι: κέρδος, έσοδα, εισόδημα (τουρκ.).

23 Απριλίου 2016

Θοδωρής Κοντάρας

φιλόλογος

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here