Οι Κιμμέριοι και τα τοπωνύμιά τους στη Μικρά Ασία. Η περίπτωση των Λύγδων στη Λυδία. Μέρος 2ο.

0
655

lygda2

του Κωνσταντίνου Ν. Θώδη, συγγραφέα – ιστορικού ερευνητή

… συνέχεια από το 1ο μέρος

Από τον Ησύχιο μαθαίνουμε,ότι ο Λύγδαμις έκαψε το ναό της Αρτέμιδας στην Έφεσο.Ενώ, από τον Εκαταίο το Μιλήσιο μαθαίνουμε, ότι η Μελία ήταν καρική πόλη. Ο Καλλίμαχος (310-235 π.Χ.) άφησε την ακόλουθη επιστολή σχετικά με την απειλή του βασιλιά Λύγδαμη να πυρπολύσει το ναό της Εφεσίας Αρτέμιδας :

“τῷ ῥα καὶ ἠλαίνων ἀλαπαξέμεν ἠπείλησε
Λύγδαμις ὑβριστής· ἐπὶ δὲ στρατὸν ἱππημολγῶν
ἤγαγε Κιμμερίων ψαμάθῳ ἴσον, οἵ ῥα παρ᾽ αὐτόν
κεκλιμένοι ναίουσι βοὸς πόρον Ἰναχιώνης.
ἆ δειλὸς βασιλέων, ὅσον ἤλιτεν· οὐ γὰρ ἔμελλεν
οὔτ᾽ αὐτὸς Σκυθίηνδε παλιμπετές, οὔτε τις ἄλλος

ὅσσων ἐν λειμῶνι Καϋστρίῳ ἔσταν ἅμαξαι,
νοστήσειν· Ἐφέσου γὰρ ἀεὶ τεὰ τόξα πρόκειται.
πότνια, Μουνιχίη, λιμενοσκόπε, χαῖρε Φεραίη.
μή τις ἀτιμήσῃ τὴν Ἄρτεμιν —οὐδὲ γὰρ Οἰνεῖ
βωμὸν ἀτιμάσσαντι καλοὶ πόλιν ἦλθον ἀγῶνες—
μηδ᾽ ἐλαφηβολίην μηδ᾽ εὐστοχίην ἐριδαίνειν
—οὐδὲ γὰρ Ἀτρεΐδης ὀλίγῳ ἔπι κόμπασε μισθῷ—
μηδέ τινα μνᾶσθαι τὴν παρθένον —οὐδὲ γὰρ Ὦτος
οὐδὲ μὲν Ὠαρίων ἀγαθὸν γάμον ἐμνήστευσαν—
μηδὲ χορὸν φεύγειν ἐνιαύσιον — οὐδὲ γὰρ Ἱππώ
ἀκλαυτὶ περὶ βωμὸν ἀπείπατο κυκλώσασθαι.
χαῖρε μέγα κρείουσα καὶ εὐάντησον ἀοιδῇ”.

H Έφεσος τότε ανήκε στη Λυδία,στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας.Ο Λύγδαμις πέρασε απ’όλη τη μικρασιατική χερσόνησο.Το όνομα Λύγδαμις αναφέρεται και στον Πλούταρχο,ο οποίος τον αποκαλεί πιο μαχητικό εκ των ηγετών των Κιμμέριων:

«…Ἄλλοι δέ φασι Κιμμερίων τὸ μὲν πρῶτον ὑφ’ Ἑλλήνων τῶν πάλαι γνωσθὲν(των) οὐ μέγα γενέσθαι τοῦ παντὸς μόριον, ἀλλὰ φυγὴν ἢ στάσιν τινὰ βιασθεῖσαν ὑπὸ Σκυθῶν εἰς Ἀσίαν ἀπὸ τῆς Μαιώτιδος διαπερᾶσαι Λυγδάμιος ἡγουμένου·τὸ δὲ πλεῖστον αὐτῶν καὶ μαχιμώτατον ἐπ’ ἐσχάτοις οἰκοῦν παρὰ τὴν ἔξω θάλασσαν, γῆν μὲν νέμεσθαι σύσκιον καὶ ὑλώδη καὶ δυσήλιον πάντῃ διὰ βάθος καὶ πυκνότητα δρυμῶν..»

Iδιαίτερη προσοχή,αξίζει να δοθεί και στην παράδοση των Ηρακλειδών για τους Κιμμέριους. Εδώ,πρώτα απ’όλα,θα πρέπει να αναφέρουμε, μια μάλλον παράξενη, από πρώτης άποψης,διήγηση στο έργο του Αρριανού «Βιθυνιακά» :

«Αρριανός δέ ούτω γράφει περί των τοιούτων έπέκεινα Σαγγαρίου όμοροι Παφλαγόνων Μαριανδυνοί,ένθα πόλις Ηράκλεια πεπόλισται, όπου Κιμμέριοι πόαν φαγόντες άκόνιτον έδυστύχησαν ήν γάρ αύτοίς πάτριον τό ποηφαγεΐν».

Πράγματι,εκεί ήταν χτισμένη η πόλη της Ηράκλειας,όπου οι Κιμμέριοι έφαγαν το χόρτο ακόνιτο, το οποίο προκάλεσε το θάνατο.Κυριολεκτικά,είχαν άτυχη μοίρα,επειδή συνήθιζαν να τρέφονται με χόρτα.

Οι Κιμμέριοι εισέβαλαν στη Μικρά Ασία από τη Μαιώτιδα (περιοχή των παραλίων της Αζοφικής θάλασσας) κάτω από την πίεση των Σκυθών,από τους οποίους,σύμφωνα με τον Ηρόδοτο,εκδιώχθησαν.

Αναφορά για τους Κιμμέριους,υπάρχει και στα έπη του Ομήρου (8ος αι.π.Χ.) :

“ἡ δ᾿ ἐς πείραθ᾿ ἵκανε βαθυρρόου Ὠκεανοῖο.
ἔνθα δὲ Κιμμερίων ἀνδρῶν δῆμός τε πόλις τε,

ἠέρι καὶ νεφέλῃ κεκαλυμμένοι: οὐδέ ποτ᾿ αὐτοὺς
ἠέλιος φαέθων καταδέρκεται ἀκτίνεσσιν,

οὔθ᾿ ὁπότ᾿ ἂν στείχῃσι πρὸς οὐρανὸν ἀστερόεντα,
οὔθ᾿ ὅτ᾿ ἂν ἂψ ἐπὶ γαῖαν ἀπ᾿ οὐρανόθεν προτράπηται,
ἀλλ᾿ ἐπὶ νὺξ ὀλοὴ τέταται δειλοῖσι βροτοῖσι.”

Οι στίχοι του Καλλίνου, που αναφέρονται στους Κιμμέριους,προσέλκυσαν στην αρχαιότητα την προσοχή των σχολιαστών,από άποψη χρονολογικού ενδιαφέροντος. Ο Στράβων μιλά για αυτούς, εκτός των αναφερομένων από τον ίδιο και σε άλλους, όπου αναφέρει και την πηγή:

«Φησί δέ Καλλισθένης άλώναι τάς Σάρδεις υπό Κιμμερίων πρώτον, εἶθ υπό Τρηρών και Λυκίων,όπερ καί Καλλινον δηλοΰν, τον τής έλεγείας ποιητήν, ύστατα δέ τήν έπι Κύρου και Κροίσου γενέσθαι άλωσιν. λέγοντος δέ τού Καλλίνου τήν έφοδον τών Κιμμερίων έπί τούς Ήσιονήας γεγονέναι,καθ ‘ήν αί Σάρδεις έάλωσαν, είκάζουσιν οί περί τον Σκήψιον ίαστί λέγεσθαι Ήσιονεΐς τούς Ασιονεΐς • τάχα γάρ ή Μηονία, φησίν, Ασία έλεγετο».

 Πράγματι, ίσως, Μηονία ονομαζόταν η Ασία. Επίσης,η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Στέφανος Βυζάντιος,προφανώς,προέρχεται από το ίδιο το κείμενο του Στράβωνα:«Ήσιονία· ή Σάρδεων χώρα, ή καί Ασία. τό έθνικόν Ήσιονεύς». Προφανώς, μια άλλη έκδοση του ίδιου στίχου του Καλλίνου,αντικατοπτρίζει ο Ησύχιος: «Ήσιονεΐς· οί τήν Ασίαν οίκούντες Έλληνες».Ο Αρίσταρχος,όπως αναφέραμε στην εισαγωγή, τους αποκαλεί «Κέρβερους».Για την εξαφάνιση των Κιμμέριων,αναφορά υπάρχει μόνο στην αρχαία παράδοση. Προφανές είναι,ότι από τη δεκαετία του ’70 ως και τη δεκαετία του ’40 του 7ου αι.π.Χ.,οι Κιμμέριοι δραστηριοποιούνται στα δυτικά σύνορα του ασσυριακού κράτους,στα όρια των οποίων μεταξύ άλλων χωρών,ήταν η Συρία,η χώρα των Φιλισταίων και η Φοινίκη.Πρόκειται για μια παραδοσιακή περιοχή δραστηριότητας των βόρειων λαών,από την εποχή ακόμη των Χουρριτών και των Χετταίων (2100 π.Χ.),για να μην αναφερθούμε παλαιότερα στην εποχή της κυριαρχίας των Σκυθών στην Ευρώπη και την Ασία,από το 3553 π.Χ.

Το όνομα Λύγδαμις,στη σπουδή του οποίου είναι αφιερωμένη η εργασία του S.R.Tohtasev, καθιερώθηκε αργότερα ως δυναστικό και στους άρχοντες της Αλικαρνασσού και παράλληλα δημοφιλές  μεταξύ των αυτόχθονων της Καρίας καθώς και των μεταναστών της σε άλλες περιοχές. Λύγδαμις, ονομαζόταν ο κυβερνήτης της Αλικαρνασσού τον 5ο αι.π.Χ.,εγγονός της περίφημης Αρτεμισίας.Αυτή έστειλε στολίσκο προς ενίσχυση του Πέρση βασιλιά,Ξέρξη.Αργότερα,την Αλικαρνασσό κυβέρνησε ο βασιλόπαις Πισινδέλης και μετά ο εγγονός,Λύγδαμις.Ο Λύγδαμις δολοφόνησε το περίφημο ποιητή Πανύαση,εξάδελφο του Ηροδότου.Το γεγονός,ότι ο Ηρόδοτος εγκατέλειψε την Αλικαρνασσό,οφείλεται στο Λύγδαμη,ενώ η επιστροφή του,αργότερα,συνδέεται με την ανατροπή του βάναυσου ηγεμόνα.

Τα ίχνη της παρουσίας των Σκυθών στην Αθήνα,σαφώς,τοποθετούνται χρονικά στην εποχή, που βασιλιάς των Κιμμέριων ήταν ο Λύγδαμις. Αυτή η πληροφορία,αντανακλάται σε μια σειρά από αττικά ερυθρόμορφα αγγεία της εποχής αυτής.Ένα από τα μοτίβα ζωγραφικής είναι η εικόνα ενός Σκύθη τοξότη.Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα είναι ο μελανόμορφος κρατήρας του François,έργο του Εργοτίμου και του Κλειτία (περ. 580-570 π.Χ.),διακοσμημένος με σειρές εικόνων από θέματα μύθων,όπως σχετικά με το βασιλιά Αχιλλέα των Σκυθών και το Θησέα,πολέμιο των Αμαζόνων.Στην ανώτερη ζώνη,απεικονίζεται η σκηνή του κυνηγιού του Καλυδώνιου κάπρου και μαζί με άλλους μαχητές απεικονίζονται 3 τοξότες με τα χαρακτηριστικά σκουφιά των Σκυθών,που τους αποδίδονται τα ονόματα,ΕΥΘΥΜΑΧΟΣ, ΚΙΜΕΡΙΟΣ και ΤΟΧΣΑΜΙΣ,από τα οποία το πρώτο είναι ελληνικό και τα υπόλοιπα δύο βαρβαρικά,σκυθο-κιμμερικής προέλευσης.Ενδιαφέρον είναι και το έργο Αθηναίου αγγειογράφου,δασκάλου της ζωγραφικής,σε ερυθρόμορφο αγγείο (περ. 520-505 π.Χ.),ο οποίος υπογράφει ως «Σκύθης».Το όνομα ή το ψευδώνυμο καθώς και η γραπτή παράδοση,επιβεβαιώνουν την ύπαρξη στην κλασική Αθήνα δούλων-Σκυθών,οι οποίοι ενεργούσαν ως κρατικοί υπάλληλοι..Επί τυράννου Πεισιστράτου,ο Μιλτιάδης o Πρεσβύτερος,ο οποίος συμπαθούσε τους Σκύθες και καταγόταν από το αριστοκρατικό γένος των Φιλαϊδών,ίδρυσε το δικό του βασίλειο στη Θρακική Χερσόνησο.Αυτός συγκέντρωσε 500 μισθοφόρους,που ήταν κυρίως Θράκες – Δόλογγοι ,αλλά και μέρος αυτών,Σκύθες. Ας προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε την εθνικότητα του τρίτου τοξότη, ντυμένου με τον ίδιο ανατολικό σκούφο, όπως και οι Κιμέριος και Τόχσαμις. Αυτός είναι προικισμένος με ένα αμιγώς ελληνικό όνομα: Ευθύμαχος(=αγωνιζόμενος σε ανοιχτό πεδίο). Ίσως να είναι η ελληνική μετάφραση του ονόματος «βάρβαρος». Κατά τη διάρκεια του 7ου και του 6ου αι.π.Χ.οι ιωνικές πόλεις ήταν σε συνεχή επαφή με τη Λυδία. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, στα χρόνια του Κροίσου στην Ασία δεν υπήρχαν πιο θαρραλέοι και ισχυροί ανθρώποι από τους Λυδούς.Στην πρωτεύουσά τους,τις Σάρδεις ζούσαν πολλοί Έλληνες οι οποίοι ήταν εξοικειωμένοι με τη γλώσσα και τη λαογραφία των Λυδών. Ως εκ τούτου, είναι πιθανό ότι το όνομα του βάρβαρου ήρωα να είχε βρει το αντίστοιχό του στην ελληνική γλώσσα. Ωστόσο, με μια ορισμένη πιθανότητα μπορούμε να υποθέσουμε, ότι ο Ευθύμαχος ανήκε στους λαϊκούς ήρωες των Μήδων ή των Περσών,άλλων ανατολικών γειτόνων των Ελλήνων.Ο Αθηναίος Κλειτίας,αγγειογράφος, και δημιουργός, μαζί με τον αγγειοπλάστη Εργότιμο, του περίφημου κρατήρα Francois (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Φλωρεντίας),δεν μπορούσε να δει τους Κιμμέριους ζώντες, καθώς και τους Σκύθες, τους οποίους απεικόνιζε μόνο στα έργα τέχνης που φιλοτεχνούσε. Ως συνέπεια τούτου, οι τρεις μη Έλληνες ήρωες στο αγγείο. Ο Ευστάθιος,επίσης, ισχυριζόταν, ότι οι Ίωνες, προσβεβλημένοι ως προς το θρησκευτικό τους συναίσθημα μετά τη λεηλασία του ιερού των θεών, είχαν για τους Κιμμέριους μεγάλη εχθρότητα.

Για πρώτη φορά οι Έλληνες έρχονται αντιμέτωποι άμεσα με νομάδες της Ευρασίας κατά τη διάρκεια των εκστρατειών των τελευταίων στη Μικρά Ασία. Αυτοί οι νομάδες εμφανίζονται για πρώτη φορά στο Νότιο Καύκασο,ενώ άρχισαν να κινούνται γρήγορα προς τα δυτικά, ερχόμενοι σε σύγκρουση με τα ανατολικά κράτη – Ουράρτη, Ασσυρίας και Φρυγίας – όπως αναφέραμε,ήδη,στην εισαγωγή.Σύντομα,τα στρατεύματά τους έφτασαν στη Λυδία και αναπόφευκτα ήρθαν αντιμέτωποι με τους Έλληνες των πόλεων της Ιωνίας, όπου οι Έλληνες για πρώτη φορά συναντήθηκαν μαζί τους. Χάρη στις μαρτυρίες των Ακκαδικών πηγών, το γεγονός αυτό μπορούσε να χρονολογηθεί με μεγάλη ακρίβεια. Ως ημερομηνία πρώτης εισβολής των ευρασιατικών νομάδων στη  Λυδία θεωρείται το διάστημα των τελών της δεκαετίας του ’70 και των αρχών της δεκαετίας του ’60 του 7ου  αι. π.Χ.. Όπως προκύπτει από τις ίδιες πηγές, εκείνη η ευρασιατική ομάδα των νομάδων, η οποία συνάντησε για πρώτη φορά τους Έλληνες,ήταν οι Κιμμέριοι.Εκτός από τις μυθικές εικόνες του Ομήρου περί κατοίκησης των Κιμμέριων στην είσοδο του Άδη,καθώς και για τις λίγες και μάλλον περιστασιακές αναφορές για τους νομάδες της στέπας που συναντάμε στην πρώϊμη λυρική ποίηση,πληροφορίες για τις επιδρομές τους διατηρούνται, προφανώς,κυρίως στην προφορική αφήγηση και μαρτυρία. Αυτή η παράδοση είχε το χαρακτήρα στερεότυπου μέχρι τα τέλη του 6ου αι.π.Χ., όταν κάνει την εμφάνισή της η ιωνική πεζογραφία και πιθανόν ακόμη και αργότερα κατά τη διάρκεια του 5ου αι.π.Χ. Έτσι,τουλάχιστον για εκατό από τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής της, το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας παράδοσης που συνδέεται με τις πρώτες επαφές των Ελλήνων με τους νομάδες της Ευρασίας, μεταδίδονταν από στόμα σε στόμα και, ως εκ τούτου, υπόκεινται σε όλες τις λειτουργίες και ιδιαιτερότητες της λαογραφίας. Προφανώς, εδώ η έμφαση πρέπει να δοθεί κυρίως στις «προφορικά μυθιστορήματα» ένα είδος ειδικής αστικής φόρμας , ευρέως διαδεδομένης μεταξύ των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας και χρησιμοποιούμενης από Ίωνες λογογράφους, συμπεριλαμβανομένου και του Ηροδότου, ως κύριας πηγής πληροφοριών. Η λογογραφία θεωρείτο ως πρόδρομος της ιστοριογραφίας. Οι διασωθείσες στην τοπική παράδοση πληροφορίες σχετικά με τις εισβολές των νομάδων,προφανώς, θα μπορούσαν να είναι αρκετά ακριβείς. Έτσι, σε αυτή την παράδοση αναφέρεται ο Στράβων για τις εκστρατείες του Κιμμέριου βασιλιά Λύγδαμη,η οποία παράδοση ενέχει το στοιχείο, που επιβεβαιώνουν οι ακκαδικές  επιγραφές, δηλαδή το θάνατό του στην Κιλικία. Πιθανώς, αυτή η παράδοση δεν ήταν γνωστή μόνο σχετικά με τον τόπο του θανάτου του Λύγδαμη, αλλά και για τις περιστάσεις του θανάτου. Όπως δείχνουν οι αναφορές του Καλλίμαχου, ο θάνατος του Λύγδαμη αποδόθηκε στην εκδίκηση της Εφεσίας Αρτέμιδος, αναφορές οι οποίες αντιστοιχούν περισσότερο σε θανάτο από ξαφνική ασθένεια, παρά στο θάνατο στη μάχη.Στη νεότερη έκδοση των «Χρονικών» του Ασουρμπανιμπάλ, η οποία χρονολογείται λίγο μετά το  θάνατο του Λύγδαμη,δείχνει ότι πραγματικά πέθανε από ασθένεια και πολύ  χαρακτηριστικά περιγράφει τα συμπτώματα: «Η τρέλα τον έκανε να δαγκώνει τα δάχτυλά του. Το μισό του σώμα ήταν χτυπημένο, οξύς πόνος έκαιγε τα σωθικά του,κυριολεκτικά: «αγκάθι γεννήθηκε μέσα του, η γλώσσα του βασανιζόταν…οι εκκρίσεις του έπαψαν,παρέδωσε το πνεύμα». Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη Μικρά Ασία, οι Κιμμέριοι εγκαταστάθηκαν σε μέρος της Φρυγίας, ανατολικά της Αβύδου. Ένα λαϊκό μυθιστόρημα που διασώθηκε από το λεξικογράφο Στέφανο Βυζάντιο στα «Εθνικά» του  (σχετικά με την κώμη Συασσό) αναφέρει  για  την  διαμονή των Κιμμερίων στη Φρυγία:

«Συασσός  κώμη  Φρυγίας, έν ταύτη τη κώμη φασι  Κιμμερίους  εύρεΐν

 έν  σιροΐς  τεθησαυρισμένας  μυριάδας πυρών, αφ ‘ών  αύτού  επί  πολύν  χρόνον  διατραφήναι».

Είναι πιθανό, ότι στο επίκεντρο αυτής της νουβέλας, βρίσκονται πραγματικά γεγονότα, που συνδέονται με τους Κιμμέριους και τη διαμονή τους στην πόλη Συασσό. Η ονομασία της Συασσού,προέρχεται από την ελληνική λέξη «σύαξ»,ένα είδος φασολιών.

Σε κάθε περίπτωση, η διαμονή των Κιμμέριων στη Φρυγία και πολύ πιθανόν στη Λυδία,πλησίον των Σάρδεων, αποτελεί σημαντικό ιστορικό γεγονός. Αποκαλύπτει, από τη μία πλευρά, την αρχαία παράδοση,σύμφωνα με την οποία, ο βασιλιάς Μίδας αυτοκτόνησε κατά τη διάρκεια της εισβολής των Κιμμέριων και από την άλλη, τα δεδομένα των κειμένων της σφηνοειδούς γραφής. Η εμφάνιση των Κιμμερίων στη Φρυγία και αμέσως μετά στη Λυδία καθώς και η μετέπειτα κοινή δράση  με τους Φρύγες, χρονολογούνται περίπου στη δεκαετία του ’70 του 7ου αι.π.Χ. Με βάση την ανάμειξη των ονομάτων «Τριήρες» και «Κιμμέριοι» από τον Στράβωνα και τις αναφορές του Καλλισθένη προήλθε η ιστορία των δύο λεηλασιών των Σάρδεων.Η συνδεόμενη με το θάνατο του Μίδα αρχαία παράδοση και οι πληροφορίες των ακκαδικών κειμένων,που αναφέρθηκαν παραπάνω,μας οδηγούν στην ανάλυση και άλλων παραδόσεων που συνδέονται με την παρουσία των Ευρασιατών νομάδων στη Μικρά Ασία. Όπως,ήδη,αναφέρθηκε στην εισαγωγή,οι Κιμμέριοι,σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο,για έναν αιώνα περίπου διοικούσαν την πόλη Άντανδρο,την οποία ονόμαζαν Κιμμερίδα.  Επίσης,σε ένα από τα αποσπάσματα του Αριστοτέλη, βρίσκουμε την παράδοση για την αποίκηση των Κιμμέριων στην πόλη Άντανδρο της Τρωάδας στα όρια της Μυσίας στον κόλπο του Αδραμυτίου.

Υπάρχουν πολλά τοπωνύμια στη Μικρά Ασία,τα οποία δεν έχουν μέχρι σήμερα ταυτοποιηθεί και εντοπισθεί.. Ένα από αυτά τα τοπωνύμια – το Lygdamum στη  Μυσία περιλαμβάνεται στην έρευνα των Foss C., S. Mitchell και G. Reger (χάρτης 56 Pergamum).

Η λατινική γραμματική κατάληξη (-um) για τα ουδέτερα ουσιαστικά στην ονομαστική πτώση του ενικού αριθμού, αντιστοιχεί στη νέα ελληνική γραμματική κατάληξη –o, ή την αρχαία ελληνική –ον. Με αυτή τη μορφολογική αντιστοίχιση  το τοπωνύμιο Lygdam-um αντιστοιχεί στο νέο ελληνικό «Λύγδαμ-ο» ή το αρχαίο ελληνικό «Λύγδαμ-ον» που σημαίνει πόλη αφιερωμένη στον Λύγδαμη.

Σχετικά με την κατοχή των Κιμμέριων στη Βιθυνία – ανάμεσα στην Παφλαγονία και τη Μυσία – αναφέρει ο Αρριανός. Είναι επιστημονικά αποδεκτό,ότι ο Κιμμέριος βασιλιάς Δύγδαμις (Λύγδαμις) έλαμψε στον πολιτικό ορίζοντα τον 7ο αι.π.Χ.,αλλά άφησε πίσω του μακροχρόνια μνήμη.Τη Μικρά Ασία και ιδιαίτερα τη Λυδία,αποίκισαν οι Αχαιμενίδες.Το Υρκάνιον πεδίον,πριν τους Πέρσες, κατοικήθηκε από αυτόχθονες του Βορειοανατολικού Ιράν. Οι ονομασίες των πόλεων Ύρκανις και Δαρείου Κώμη (κώμη=δήμος,κατοικία) παραπέμπουν σε ιρανικές αποικίες. Μερικοί από τους αποίκους ήταν στρατιώτες της φρουράς, και αξιωματούχοι. Ο Ξενοφών διηγείται την ιστορία μιας αποτυχημένης επιδρομής σε ένα οχυρωμένο κάστρο στην κοιλάδα του ποταμού Κάϊκου,του Πέρση Ασιδάτη,ο οποίος ηγείτο του επιτιθέμενου αποσπάσματος. Οι υπερασπιστές του κάστρου άναψαν φωτιές ως σήμα και η βοήθεια έφτασε. Μεταξύ των στρατιωτών που ήρθαν προς βοήθεια,ήταν Ιρανοί,που ζούσαν κοντά στην περιοχή.

«αὕτη δ᾽ αὐτῷ φράζει ὅτι Ἀσιδάτης ἐστὶν ἐν τῷ πεδίῳ ἀνὴρ Πέρσης· τοῦτον ἔφη αὐτόν, εἰ ἔλθοι τῆς νυκτὸς σὺν τριακοσίοις ἀνδράσι, λαβεῖν ἂν καὶ αὐτὸν καὶ γυναῖκα καὶ παῖδας καὶ τὰ χρήματα· εἶναι δὲ πολλά. ταῦτα δὲ καθηγησομένους ἔπεμψε τόν τε αὑτῆς ἀνεψιὸν καὶ Δαφναγόραν, ὃν περὶ πλείστου ἐποιεῖτο».

Στη θρησκευτική ζωή των Ιρανών αποίκων διατηρούνται οι θρησκευτικές παραδόσεις τους.Αυτό φαίνεται από σωζόμενους κατά την Ελληνιστική περίοδο στη Μικρά Ασία ναούς ιρανικών θεοτήτων, για παράδειγμα, στα Ύπαιπα.Τα κύρια κέντρα της λατρείας της θεάς Αναχίτης ήταν η Φιλαδέλφεια, η Ιεροκαισάρεια και τα Ύπαιπα.

Πολλά τοπωνύμια της Μικράς Ασίας, προφανώς προερχόμενα από την αρχαιότητα, μετονομάστηκαν ήδη από τα αλεξανδρινά χρόνια,μετέπειτα στα ρωμαϊκά και τελικά εξ ολοκλήρου στα βυζαντινά χρόνια. Ωστόσο, αρκετά από αυτά, διασώθηκαν με διαφορετικά ονόματα και διατήρησαν τη ζωτικότητά τους, ακόμη και εν μέσω  διαστρεβλωμένων απόψεων,μέχρι την εποχή μας. Αναφέρουμε μερικά παραδείγματα από το βιβλίο του Karl Buresch: “Μαγνησία=Manissa,Δίγδα (Δίγδης εκ του Λίγδης) διορθώνει ο Buresch, από το έγγραφο του έτους 1342 Acta et Diplomata. I, p. 230 =Adigede (σελ.188)”.

Ο ποταμός Κάϋστρος διασχίζει τη νότια Λυδία μεταξύ του Τμώλου (σήμ.Bozdag) και της Μεσωγίδος (σήμ.Aydın Dağları).Στην αρχαιότητα,τα κύρια πολιτικά κέντρα της περιοχής ήταν τα Ύπαιπα (σήμ.Günlüce),το Διός Ιερόν (σήμ.Birgi) και οι τρεις οικισμοί:Νίκαια (σήμ.Türkönü/πρώην Ayazurat),Κολοές (σήμ.Kiraz/πρώην Keles) και Παλαιόπολη (σήμ. Beydag/πρώην Balyambolu).Η περιοχή αρχικά ανήκε στην ομάδα των πληθυσμών της Λυδίας,ενώ στη συνέχεια δέχεται Έλληνες, Πέρσες και Ρωμαίους αποίκους.Κατά τη διάρκεια της περιόδου των Ατταλιδών (μετά το 188 π.Χ.) η περιοχή ανήκε στην Λυδία, όπως πληροφορούμαστε από δύο επιγραφές. Άλλοι αστικοί και μη αστικοί οικισμοί, κυρίως γνωστοί από τη νομισματική,που χρονολογούνται από τη ρωμαϊκή περίοδο, είναι εκτός των παραπάνω και βόρεια του ποταμού, τα Θείρα (σήμ.Tire),τα Οιμοίροτα (σήμ.Suludere/πρώην Yagas) και τα Δίγδα (σήμ.Ovakent/πρώην Adagide).

Όπως αναφέραμε στην εισαγωγή,η ετυμολογία του ονόματος του βασιλιά Δύγδαμη/Λύγδαμη με βάση την ερμηνεία των ιρανικών γλωσσικών δεδομένων,παραπέμπει σε “ιδιοκτήτες προβάτων γαλακτοπαραγωγής”.

Εδώ,μπορούμε με μεγάλη πιθανότητα να δεχθούμε, ότι οι Κιμμέριοι ήταν εγκατεστημένοι μετά την κατάκτηση των Σάρδεων σε παρακείμενη περιοχή της Λυδίας και συγκεκριμένα στην εύφορη περιοχή μεταξύ των ποταμών Έρμου,Κάϋστρου και Κάϊκου, όπου ασχολούνταν με την κτηνοτροφία – εκτροφή προβάτων και βοοειδών- ενασχόληση γνωστή και προσφιλής σε αυτούς.

«Το έδαφος της κοιλάδας του Κάϋστρου,δεν έχει μεγάλη έκταση,αλλά είναι ευφορότατο. Η πεδιάδα του Κάϋστρου είναι πιο στενή από τις άλλες, αλλά περιβάλλεται από ψηλά όρη. Η κτηνοτροφία είναι μια από τις μεγάλες πηγές του αγροτικού εισοδήματος, αρχικά, διότι τα κοπάδια δεν απαιτούν κάποιες ιδιαίτερες φροντίδες.Στην επαρχία που εξετάζουμε, τρέφουνβόδια, βουβάλια, άλογα, καμήλες, γαϊδούρια, μουλάρια πρόβατα και κατσίκες…». Οι Σάρδεις βρισκόταν στους βόρειους πρόποδες του Τμώλου κοντά στον χρυσοφόρο ποταμό Πακτωλό. Όλη η περιοχή ήταν καλυμμένη με πλούσια καρποφόρα χωράφια, ιδιαίτερα η κοιλάδα του Κάϋστρου που απέδιδε καλής ποιότητας κρασί, άλογα εξαιρετικής ράτσας,ψευδάργυρο,ελαφρά μέταλλα, κυρίως χρυσό εξορρυγμένο στα μεταλλωρυχεία του Τμώλου και τις αμμώδεις παραλίες του Πακτωλού. Ο συγγραφέας και ιστορικός Χάρης Σαπουντζάκης αναφέρει: «Δυο μεγάλα χωριά της περιοχής (Οδεμησίου) ήταν το Πυργί και η Λίγδα (τα Λίγδα)».

Μεγάλο ενδιαφέρον για τους ιστορικούς ερευνητές σχετικά με την ιστορική γεωγραφία της ευρύτερης περιοχής της Σμύρνης εισάγουν τα βιβλία του  καθηγητή Georg Weber. Σε ένα από αυτά τα βιβλία ο δήμος των Λύγδων εμφανίζεται στο χάρτη ως «Adigante». Σε άλλους χάρτες των ευρωπαίων ταξιδευτών και περιηγητών στη Μικρά Ασία του 19ου αιώνα,   τα Λύγδα χαρτογραφούνται ως «Adigeder». Ωστόσο, ο μοναδικός χάρτης και αυτό αποτελεί ένα σημαντικό ιστορικό έγγραφο, όπου το τοπωνύμιο  των  Λύγδων είναι χαρτογραφημένο με την ελληνική του  ονομασία  (Lygda/»Λύγδα») βρίσκεται στο βιβλίο του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργου Σωτηριάδη (1918). Σύμφωνα με προσωπικές μαρτυρίες των ελλήνων προσφύγων μετά τη μικρασιατική Καταστροφή του 1922: “Oι πρώτοι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στα Λύγδα γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα. Μετανάστευσαν εκεί από τη Ρόδο και τη Μάκρη (σημερινή Fethiye) και ήταν στο επάγγελμα ναυτικοί, ψαράδες, τεχνίτες και   καλλιεργητές. Οι Τούρκοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία – εκτροφή προβάτων και βοοειδών. Οι Έλληνες ονόμαζαν την κωμόπολή τους ως Λύγδα, ενώ οι Τούρκοι την ονόμαζαν ως Adigede”.

Επίλογος   

Τα ευρήματα και τα συμπεράσματα της έρευνας

1.Όπως έχει ήδη αναφερθεί στο κύριο μέρος της έρευνας, η ετυμολογία του ονόματος του Κιμμέριου βασιλιά Δύγδαμη/Λύγδαμη (βλ. τη φράση:»duγδa-maiši»), με βάση την ερμηνεία των ανατολικών ιρανικών γλωσσών, μας παραπέμπει στους “ιδιοκτήτες των προβάτων για την παραγωγή γάλακτος”. Εδώ μπορούμε να θεωρήσουμε, ότι οι Κιμμέριοι εγκαταστάθηκαν στη Λυδία, μετά την κατάληψη των Σάρδεων, και ιδιαίτερα στην εύφορη περιοχή μεταξύ των ποταμών Έρμου (σήμερα Gediz), Kάϋστρου και Κάϊκου όπου ασχολούνταν με την εκτροφή προβάτων και βοοειδών, ασχολία με την οποία ήταν ήδη εξοικειωμένοι από τις πατρογονικές τους εστίες.

2.Από τα παραπάνω αναφερόμενα συνάγεται η πληροφορία, ότι το ουσιαστικό του τοπωνυμίου «Δύγδης» ή «Δίγδης» (γεν.πτώση) προέρχεται από το ουσιαστικό του τοπωνυμίου «Λύγδης» ή «Λίγδης» (γεν.πτώση) και αντίστροφα. Ο δεύτερος μορφολογικός τύπος του τοπωνυμίου («Δίγδης») που προέρχεται από τον τύπο «Λίγδης» και σύμφωνα με τον Karl Buresch στηρίζεται στις Βυζαντινές πηγές είναι προγενέστερος του πρώτου. Υπάρχουν πολλά τοπωνύμια της Μικράς Ασίας, προφανώς προερχόμενα από την αρχαιότητα, τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα, μετονομάστηκαν ήδη από τα αλεξανδρινά χρόνια,μετέπειτα στα ρωμαϊκά και τελικά εξ ολοκλήρου στα βυζαντινά χρόνια. Ωστόσο, αρκετά από αυτά, διασώθηκαν με διαφορετικά ονόματα και διατήρησαν τη ζωτικότητά τους, ακόμη και εν μέσω  διαστρεβλωμένων απόψεων, μέχρι την εποχή μας. Είναι επίσης γεγονός, ότι πολλά τοπωνύμια της  Μικράς Ασίας προερχόμενα από την αρχαιότητα μεταφέρθηκαν μέσω των κλασικών συγγραφέων στους Βυζαντινούς λεξικογράφους και έτσι έγιναν γνωστά σε μας. Το τοπωνύμιο «Λύγδα/Λίγδα ή Δύγδα/Δίγδα» μετονομάστηκε αργότερα, προφανώς μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) σε Adigede (σήμερα Ovakent).

3.Η ετυμολογική προέλευση του τοπωνυμίου “Λύγδα/Δύγδα” από τη γένεσή του μας παραπέμπει στη φύση και τη λειτουργία της ομάδας των ανατολικών Ιρανικών γλωσσών, από τις οποίες, σύμφωνα με ιστορικούς ερευνητές και γλωσσολόγους,προήλθαν  τα ονόματα των Κιμμέριων βασιλέων. Ένας από αυτούς,ίσως ο πιο γνωστός στις ιστορικές πηγές και πλέον ισχυρός ήταν ο βασιλιάς Δύγδαμις/Λύγδαμις, ο οποίος έφερε τον τίτλο «βασιλιάς του σύμπαντος».Πράγματι, οι Κιμμέριοι άφησαν έντονα το «αποτύπωμα» τους στη μικρά Ασία για πολλά χρόνια και ιδιαίτερα μεταξύ των Ελλήνων της Λυδίας, της Ιωνίας (βλ. Έφεσος, Μαγνησία,Σμύρνη), της Καρίας (βλ.Αλικαρνασσός),της  Τρωάδας (βλ. Άντανδρος), της Φρυγίας (βλ. Συασσός) και της Μυσίας (βλ. Lygdamum).

4.Τα ίχνη της παρουσίας των Κιμμέριων στην Αθήνα χρονολογούνται από την περίοδο της βασιλείας του βασιλιά Λύγδαμη. Ο ερυθρόμορφος κρατήρας, του Φρανσουά, με τα τρία ονόματα των ηρώων αναδεικνύει τις σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων και ως εκ τούτου, είναι πιθανό ότι το όνομα του βάρβαρου ήρωα είχε βρει ένα αντίστοιχό του όνομα στην ελληνική γλώσσα.

5.Σημαντικά κέντρα λατρείας για τους Ιρανούς αποίκους στην περιοχή της Λυδίας,ήταν Φιλαδέλφεια, η Ιεροκαισάρεια και τα  Ύπαιπα, κοντά στην περιοχή των Λύγδων. Το όνομα του Κιμμέριου  βασιλιά Λύγδαμη/Δύγδαμη καθιερώθηκε αργότερα ως ένα δυναστικό όνομα για την αριστοκρατία της Αλικαρνασσού και ήταν δημοφιλής ανάμεσα στους ιθαγενείς της Καρίας και των μεταναστών της  σε άλλες περιοχές.

6.Σημαντικό είναι το γεγονός της ύπαρξης ενός μεγάλου μέρους της αρχαίας παράδοσης που είναι συνδεδεμένη με την πρώτη  επαφή μεταξύ των Ελλήνων και των νομάδων της Ευρασίας που βασιζόταν σε προφορικές μαρτυρίες, τις οποίες μέσω της  αφήγησης ιστοριών αξιοποίησαν και ανέπτυξαν οι Ίωνες λογογράφοι και τελικά μεταφέρθηκαν στους Βυζαντινούς λεξικογράφους και ιστορικούς. Η εγκατάσταση μιας πληθυσμιακής ομάδας των Κιμμέριων στη Συασσό της Φρυγίας , οι διασωθείσες πληροφορίες σχετικά με τις δύο εισβολές στις Σάρδεις, οι επιστολές του Καλλίμαχου και η αναφορά από τον Ησύχιο σχετικά με το κάψιμο του ναού της Εφεσίας Αρτέμιδας είναι γεγονότα ενδεικτικά της έντονης παρουσίας των Κιμμέριων στη δυτική Μικρά Ασία και ιδιαίτερα στην Ιωνία,την Τρωάδα,την Καρία και την Φρυγία. Η περιοχή της Λυδίας τους 8ο και 7ο αι. π. Χ. είχε περάσει υπό την κηδεμονία και διοίκηση του Φρυγικού κράτους και μόνο μετά την κατάρρευσή του τον 7ο αι. π.Χ. το  Λυδικό βασίλειο άρχισε να αναπτύσσεται με γρήγορο ρυθμό.

7.Σύμφωνα με τα αρχεία του έτους 1530 μ.Χ. του βιβλίου «Hakani» που ανήκει στην εταιρεία «Λίβα» της πόλης του Αϊδινίου, στο νομό Μπιρτζί αναφέρεται ο δήμος των Λύγδων ως Adagide. Οι έλληνες κάτοικοι του δήμου, προφανώς για όσο καιρό ζούσαν εκεί και μέχρι την Καταστροφή της Μικράς Ασίας (1922), διατηρούσαν την ονομασία «Λύγδα»/»Δύγδα», ονομασία η οποία, όπως ήδη αναφέραμε, προέρχεται από το όνομα του βασιλιά των Κιμμέριων με προέλευση τις ανατολικές ιρανικές γλώσσες. Με βάση τα ιστορικά γεγονότα της περιοχής της δυτικής Μικράς Ασίας, όπως έχει αναφερθεί, όχι μόνο από τους συγγραφείς από τη Μικρά Ασία [βλ.Ηρόδοτος («Λύγδαμι(ο)ς/Δύγδαμις»), Στράβων κλπ.], αλλά και από τους Βυζαντινούς  λογογράφους  (βλ.Στέφανος Βυζάντιος,Ησύχιος), οι Κιμμέριοι κυρίως υπό την καθοδήγηση του βασιλιά Λύγδαμη άφησαν έντονα τη “ βιολογική σφραγίδα” τους στη δυτική Μικρά Ασία. Είναι προφανές, επομένως, ότι για πρώτη φορά το όνομα εμφανίζεται στη Βυζαντινή εποχή με το όνομα «Δίγδη» (Δύγδα) , που προέρχεται από το «Λίγδη» (Λύγδα). Μέχρι την Πτώση της Βασιλεύουσας κρατά το ελληνικό του όνομα, ενώ καθ ‘ όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας καλείται από τους Οθωμανούς  Adigede/Adagide.

8.Μετά την απελευθέρωση και κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν το ελληνικό στοιχείο στη Μικρά Ασία ήταν πληθυσμιακά έντονο και οικονομικά ισχυρό, οι Έλληνες της κωμόπολης επανέφεραν και απεκατέστησαν την ονομασία από τα Βυζαντινά χρόνια,που στην πραγματικότητα εκεί είχε φτάσει από την αρχαιότητα, ενώ οι Τούρκοι κάτοικοί της, που αποτελούσαν στα τέλη του 19ου αι. σχεδόν τον μισό πληθυσμό της, την αποκαλούσαν ως Adigede. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών και την εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού από την περιοχή, οι Τούρκοι σε διάστημα περίπου οκτώ ετών,όπως προκύπτει από τα επίσημα αρχεία του τουρκικού κράτους του 1928, επανέφεραν επίσημα την τουρκική  ονομασία Adigede την οποία πάλι  άλλαξαν σε «Ovakent», όπως καταγράφεται σήμερα και είναι γνωστή.

9.Μια σημαντική ιστορική μαρτυρία για την ονομασία του τοπωνυμίου των Λύγδων αποτελεί ο χάρτης του καθηγητή Γ. Σωτηριάδη,που παρατίθεται στο βιβλίο του, το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1918 με τον τίτλο «Εθνολογικός Χάρτης που απεικονίζει τον Ελληνισμό στη Βαλκανική και τη Μικρά Ασία», ενώ τα στατιστικά στοιχεία χρονολογούνται από το 1915, χωρίς άλλες πληροφορίες.

10.Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η προέλευση του τοπωνυμίου της ευημερούσας ελληνικής κοινότητας των Λύγδων στη Λυδία,η οποία ιδρύθηκε στα τέλη του 19ου αι. από Έλληνες μετανάστες κυρίως από τη Ρόδο, σχετίζεται με τη μορφολογία και τη φωνολογία των ανατολικών Ιρανικών γλωσσών. Αυτό το τοπωνύμιο προέρχεται, είτε απευθείας από το βασιλιά των Κιμμερίων, Λύγδα-μη/Δύγδα-μη τον αποκαλούμενο και ως “βασιλιά του σύμπαντος”,ο οποίος μαζί με το λαό του, άφησε τη βιολογική «σφραγίδα» του για πολλά χρόνια σε αυτή την περιοχή, είτε από τους πλούσιους γαιοκτήμονες και ιδιοκτήτες προβάτων γαλακτοπαραγωγής οι οποίοι ζούσαν στην περιοχή των Λύγδων, οι οποίοι ήταν, είτε μέρος του στρατού των Κιμμέριων του Λύγδαμη κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής παρουσίας τους εκεί μετά την κατάληψη των Σάρδεων ή Ιρανοί άποικοι, που ζούσαν  εκεί πριν και μετά την παρουσία των Κιμμέριων, κυρίως στην περιοχή των Ύπαιπων, πολύ κοντά στα Λύγδα, οι οποίοι προσέδωσαν στο τοπωνύμιο αυτή την ονομασία.

Σήμερα στο Ovakent (πρώην Adigede/Adagide) υπάρχουν 2.014 σπίτια, 142 καταστήματα και 263 αποθήκες.Ο πληθυσμός, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2011, ήταν 2900 κάτοικοι,ενώ την περίοδο της ύπαρξης του ελληνικού στοιχείου πριν τη Μικρασιατική καταστροφή,ο πληθυσμός ήταν 4.000 κάτοικοι,οι μισοί εκ των οποίων Έλληνες, και οι υπόλοιποι Τούρκοι νομάδες και αγρότες.Σήμερα,οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.Υπάρχουν πολλά παραδοσιακά σπίτια,πολλά από τα οποία σήμερα δεν κατοικούνται,κυρίως αρχοντικά Ελλήνων,ενώ χαρακτηριστική είναι η εγκατάλειψη της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Εκτός από τις κατοικίες και τα καταστήματα,υπάρχουν εγκατελειμένα και δύο εργοστάσια επεξεργασίας καπνού.Σημαντική καταγραφή και ανάδειξη της αρχιτεκτονικής των Λύγδων, έκανε το 2012, η καθηγήτρια της αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου της Σμύρνης και του Πανεπιστημίου Κεντ της Αγγλίας κ.Εμινέ-Μπέρια Βαγιζιτλίογλου.

Περισσότερα για τη μελέτη-έρευνα στις κάτωθι διευθύνσεις :

https://www.academia.edu/31603215/The_Cimmerians_and_their_toponyms_in_Asia_Minor_Crimea_and_Northern_Caucasus._The_case_of_Lygda_in_Lydia

http://co2b.ru/docs/enj.2017.01.01.pdf

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here