Οι φορεσιές του Mελιού Ερυθραίας Μικράς Ασίας

0
870

 Οι φορεσιές που φορούσαν ως τη Μικρασιατική Καταστροφή οι κάτοικοι του αμιγούς ελληνικού χωριού Μελί  στην  Χερσόνησο Ερυθραίας  της  Μικράς Ασίας  κατατάσσονται στις ενδυμασίες του ευρύτερου ερυθραιώτικου χώρου που κι αυτές, με τη σειρά τους, ανήκουν στο γενικό τύπο των νεότερων φορεσιών του Αιγαίου.

  Οι μαρτυρίες,  οι γραπτές και προφορικές πληροφορίες και οι  φωτογραφικές πηγές που υπάρχουν για τις φορεσιές αυτές αναφέρονται στα τέλη του περασμένου και κυρίως στις αρχές του αιώνα μας (1880-1922).

Οικογένεια Πλατουνάρη με παραδοσιακή φορεσιά
Οικογένεια Πλατουνάρη με παραδοσιακή φορεσιά

Η αντρική φορεσιά του Μελιού

Η αντρική φορεσιά του Μελιού φορέθηκε από όλους σχεδόν τους κατο-ίκους του χωριού και ονομάζεται γενικά βράκες ή σαλβάρια.  Τα στοιχεία που την αποτελούν είναι τα εσώρουχα, η βράκα, το ποκάμισο, το γελέκι ή γιανελί, το τζωνάρι, η σταυρωτή ή η σαρταμάκα κι άλλα πανωφόρια, τα τσαρντίνια, οι κάρτσες, τα παπούτσια και το κεφαλοκάλυμμα. Ο άντρας που φορούσε τις βράκες αποκαλείται βρακάς ή σαλβαράς και φρόντιζε πάντα να είναι τυποδεμένος (καλοντυμένος) για το ζαριφλίκι, την άψογη εμφάνιση.

    Τις βράκες τις έραβαν οι ίδιες οι γυναίκες με υφάσματα της κρεβατής (αλατζάδες, δίμιτα του αργαλειού) ή με φτηνά αγοραστά υφάσματα (χα-σέδες, καραμάντουλες). Μόνο ορισμένα βασικά εξαρτήματα (τσαρντίνια, γιανελί, σαρταμάκα, πατατούκα, γούνα) τα έραβαν οι ρωμιοράφτες ή αμπατζήδες ή απλώς ραφτάδες, που έραβαν και την επίσημη φορεσιά, τα τσοχένια σαρβάρια, στις πόλεις της Ερυθραίας (Βουρλά, Τσεσμέ κι Αλά-τσατα) ή στη Σμύρνη. Κάθε παλικάρι στα 18-20 χρόνια του, «αξεσκού-φωτο ή στην αρρεβώνα ντου ήπρεπε να ράψει μιαν αλλαξιά σαρβάρια», δηλαδή μια πλήρη καλή φορεσιά, που θα τη φορούσε για μια ολόκληρη ζωή.

Ποκάμισο

   Τα καθημερινά ποκάμισα ή ποκαμίσες, χρωματιστά κατά κύριο λόγο, γίνονταν από αλατζάδες και άλλα βαμβακερά τσατμαλίδικα (καρό) ή αραδωτά (ριγωτά) ή μονόχρωμα σκούρα υφάσματα. Τα σκολιανά ποκάμισα είναι πάντοτε λευκά, ραμμένα με υφάσματα ανάλογα με την οικο-νομική κατάσταση του φέροντος (χασεδένια, λινά, λινοβάμβακα, λινομέταξα, βαμβακομέταξα), ενώ τα πιο πολυτελή γαμπρίκια ποκάμισα είναι τα μαγναδένια ή κουκουλάρια, από λεπτό υπόλευκο μετάξι, που το παρή-γαν και το επεξεργάζονταν στο χωριό.

   Τα ποκάμισα έχουν παπαδίστικο όρτιο γιακά, φαρδύ ως δυο δάχτυλα. Το ίδιο συνέβαινε και στις μανσέτες. Τα μανίκια ήταν φουσκωτά στους ώμους και πολύ στενά στον καρπό, με μπλετάκια (πιέτες) στη μανσέτα. Σε ορισμένα σκολιανά άσπρα ποκάμισα, κεντούσαν ψηλά στην πατιλέτα του στήθους και στο γιακά λουλουδάκια με κόκκινες ή γαλάζιες κλωστές.

.

Βράκα ή σαρβάρι

  Η εξωτερική βράκα ή σαρβάρι δίνει το όνομά της στην όλη φορεσιά. Γίνεται με 5 ή 6 φύλλα υφάσματος και είναι πάντοτε μαύρη ή γερανιά (μπλε σκούρα). Η καθημερινή ράβεται με ύφασμα του αργαλειού ή ένα αγοραστό κρουστό βαμβακερό ύφασμα που λεγόταν καραμάντουλας, ενώ η καλή βράκα είναι πάντα τσοχένια. Τότε ονομάζεται μπρουσουβάνικη ή μπουρσεβάνικη, προφανώς λόγω της προέλευσής της, από τις περίφημες τσόχες που κατασκευάζονταν στην Προύσα της Βιθυνίας.

  Είναι μέτρια σε μήκος, πιο μακριά από την κρητική και πιο κοντή από ορισμένες νησιώτικες ή άλλες μικρασιάτικες βράκες. Όμως σε παλαι-ότερες εποχές η βράκα ήταν πολύ μακρύτερη, γιατί οι ηλικιωμένοι νοι-κοκυραίοι και οι προύχοντες των αρχών του 20ού αιώνα φορούσαν βράκα με σέλα σχεδόν ως τον αστράγαλο. Εξάλλου, μέχρι το 1922, οι βράκες των γερόντων σε πολλά μέρη της Ερυθραίας ήταν μακρύτερες από τις νεανικές. Τα βρακοπόδια φτάνουν έως κάτω από το γόνατο και η σέλα, η κουργκιούκα ή η φουφούλα τση βράκας, πέφτει ακριβώς ανάμεσα στα γόνατα ως τις γάμπες. Τα δύο ανοίγματα, απ’ όπου περνά το πόδι, λέγονται  μπατζακλίκια.

  Οι Μελιώτες βοσκοί, όπως και οι υπόλοιποι Καραμπουρνιώτες συνά-δελφοί τους, φορούσαν μάλλινες βράκες, τα βοσκοβράκια ή τσομπα-νοβράκια ή ρασοβράκια, ή και πουτούργκια, ένα είδος ‘’βρακοπαντέ-λονου’’ από χοντρό ύφασμα.

 

Γιανελί και γελέκι

  Το τσόχινο γελέκι και το βελουδένιο (σκλαβούνικο) γιανελί είναι αμάνι-κα κοντά ως τη μέση σακάκια που φοριούνταν πάνω από το ποκάμισο. Ίδια σε κοπή, κουμπώνουν σταυρωτά και σπάνια φοριούνται ξεκού-μπωτα. Τα τζόβενα (παλικαράκια) και οι νιόπαντροι έβαζαν γιανελάκι ραμμένο με γερανιό, βυσσινί, γαλάζιο, καφετί, λαδί ή κανελί βλαντί (σιφόν βελούδο). Το τσόχινο γερανιό ή μαύρο γελέκι το φορούσαν οι παντρεμένοι κι οι πιο μεγάλοι άντρες.

  Τα καθημερινά γελέκια είχαν λίγα μάλλινα στολίδια, ενώ τα καλά ήταν στολισμένα με πλούσια χάρτζια, διακόσμηση με μαύρα μεταξωτά μπιρσί-μια και τριχίλια. Οι καραβόλοι, που στόλιζαν τις κουμπότρυπες και την περιφέρεια, και το ψαθί, που διακοσμούσε το σβέρκο και τα πέτα στο στήθος. Τα γελέκια και τα γιανελιά φέρουν αριστερά και δεξιά στο στήθος λοξή σειρά από πολλά στρογγυλά κουμπιά, ντυμένα με μαύρο μπιρσίμι, που στην άκρη καταλήγουν σε φουντίτσα. Τα κουμπιά (12 έως 20) ξεκινούσαν από τη μασχάλη κι έφταναν λοξά ως τη μέση.  Στα πλάγια πίσω, λίγο πιο πάνω από τη μέση, τα γελέκια και τα γιανελιά είχαν δυο  μπουζούδες (μικρές τσέπες), όπου συνήθως έκρυβαν το ρολόι ή το τσακουμάκι (αναπτήρας). Στις μπουζούδες κεντούσαν καμιά φορά και τα αρχικά του φέροντος ή χρονολογία.

 Κέλλης Αθανάσιος και Καλλιόπη με Μελιώτικες φορεσιές

Κέλλης Αθανάσιος και Καλλιόπη με Μελιώτικες φορεσιές

 

Σταυρωτή ή καζακί και σαρταμάκα

   Πάνω από το γιανελί ή το γελέκι, έβαζαν τη σταυρωτή ή καζακί ή την παλαιότερη σαρταμάκα, κυρίως κατά το χειμώνα και τις επίσημες μέρες. Το καζακί ή σταυρωτή είναι ένα είδος κοντού ως τη μέση σακακιού, από τσόχα ή βελούδο, που κλείνει σταυρωτά εμπρός. Οι πολυτελείς σταυρω-τές ήταν καπλαντισμένες, δηλαδή έφεραν εσωτερική επένδυση με γούνα. 

   Η σαρταμάκα είναι σακάκι ανοιχτό και ίσιο στο στήθος, άνετο και με μανίκια φαρδύτερα από της σταυρωτής, χωρίς μυτερή απόληξη. Καθώς είναι μακρύτερη από το γελέκι, καλύπτει το ζωνάρι. Ράβεται με χοντρό μάλλινο ύφασμα (αμπά) ή με τσόχα και συχνά φέρει καπλάντισμα από γούνα.

 

Πανωφόρια

Όταν ο καιρός ήταν πολύ κρύος, χρησιμοποιούσαν διαφόρων ειδών πανωφόρια. Η γούνα ήταν ένα μακρύ (ως τον αστράγαλο παλαιότερα) τσοχένιο πανωφόρι, στολισμένο στο λαιμό και στο κατακόρυφο μπροστινό άνοιγμα με γούνα αλεπούς, συχνά καπλαντισμένο και στο εσωτερικό με προβιά. Τη φορούσαν οι καραβοκυραίοι, καθώς επίσης και οι μουχτάρηδες (προεστοί) κι οι τσελεμπήδες (άρχοντες). Οι γούνες, δείγμα κύρους, μεγαλείου και επιβολής, ήταν πανάκριβες. Οι τσομπάνηδες φορούσαν το κιουπενέκι ή την κιουπενέκα και οι θαλασσινοί τη ρετσινάδα, χοντρά μάλλινα αδιάβροχα πανωφόρια του αργαλειού, παρόμοια με κάπες. Τα πιο κοινά πανωφόρια ήταν η πατατούκα, από χοντρή μαύρη ή γερανιά τσόχα ή άλλο μάλλινο ύφασμα, κι ο αμπάς, ένα χοντρό σαγιακένιο σακάκι, μακρύ έως τα γόνατα.

 

Τζωνάρια

  Πάνω από το γελέκι και τη σταυρωτή, όταν είναι κουμπωμένα, η μέση ζώνεται με μακριά τζωνάρια διαφόρων τύπων, μάλλινα, βαμβακερά ή μεταξωτά, της κρεβατής ή μπλεχτά. Ήταν κατά βάση μονόχρωμα, συνή-θως άσπρα, μαύρα ή μπλε. Τα πιο λουσάτα είχαν αράδες διαφόρων χρωμάτων στις άκρες και πλούσια κρόσσια. Τα δίπλωναν στα δύο κι έπειτα περιέζωναν τη μέση.

  Οι νέοι και πιο εύποροι, οι τσελεμπήδες, με τα γιορτινά φορούσαν ολο-μέταξο φαντό ριγωτό ή μαύρο μπλεχτό τζωνάρι, που ήταν πανάκριβα και πολυτελή. Οι γέροι φορούσαν πάντα σκούρα μάλλινα ή μεταξωτά ζωνά-ρια.

  Το επίσημο ζώσιμο του ζωναριού απαιτούσε επιδεξιότητα και προσέ-διδε ζαριφλίκι, δηλαδή κομψότητα και πολυτέλεια στον φέροντα. Πολύ σπάνια άφηναν ένα ελάχιστο τμήμα της άκρης με τα κρόσσια του ζωνα-ριού να κρέμεται στη μια πλευρά. Σαρβαράς χωρίς ζωνάρι δεν εμφανι-ζόταν ποτέ, γιατί ήταν ντροπή.

  Στις πτυχώσεις του ζωναριού έβαζαν το μαντίλι, το κομπολόι, την παρα-δοσακούλα, την καπνοσακούλα, την κάμα ή το τσακαδάκι (το μαχαίρι και το σουγιαδάκι).

   Στο Μελί, όπως και σε άλλα ερυθραιώτικα χωριά με αμιγή ελληνικό πληθυσμό (Λυθρί, Ντεμερτζιλιά, Γκιούλμπαξες), αλλά και σε μικτά (Σιβρισάρι), ακόμη και σε πόλεις (Βουρλά), οι σκιάδες (τα παλικάρια , οι λεβέντες) φορούσαν πάνω από το τζωνάρι το δερμάτινο σιναχλίκι, με θήκες για τις πιστόλες και τα μαχαίρια τους.

 

Υπόδηση

   Οι αντρικές κάρτσες, μαύρες, μπλε και σπανίως άσπρες, έφταναν ως το γόνατο.  Πάνω από τις κάρτσες, οι κεσπέρηδες φορούσαν τα τσαρντίνια, περικνημίδες από τσόχα ή αμπά που καλύπτουν όλο το πόδι από το γόνα-το και κάτω, καθώς και το πάνω μέρος του παπουτσιού, με μια προεξοχή σαν γλώσσα, και κλείνουν πίσω με κοπτσέδες.

  Τα καλά τσαρντίνια είναι ολοστόλιστα με πλούσια χάρτζια, ανάλογα με εκείνα του γιανελιού, ενώ τα καθημερινά έχουν απλή διακόσμηση στις ραφές με μάλλινα γαϊτάνια. Έχουν το ίδιο χρώμα με την τσόχα του σαρ-βαριού (γερανιό ή μαύρο), αλλά υπάρχουν και ανοιχτόχρωμα,   μολυβί ή μπεζ μουσταρδί χρώμα. Τα μελιώτικα νεανικά τσαρντίνια έχουν στο μέσο της κνήμης, από την εξωτερική πλευρά, το αφτί, μια μπιρσιμένια φούντα που εξέχει οριζόντια, την οποία συναντάμε και στα τουζλούκια όλων των υπόλοιπων ερυθραιώτικων πληθυσμών. Οι ναυτικοί κι οι καραβοκύρηδες δεν φορούσαν τσαρντίνια, παρά μόνο κάρτσες.

   Στο ύψος του γόνατου δένονταν οι καρτσοδέτες, στενές ταινίες μαύρες, μπλε ή χρωματιστές, με διάφορα ενυφασμένα σχέδια και φουντίτσες στις άκρες. Μ’ αυτές περιέσφιγγαν το πάνω άκρο του τσαρντινιού, που συγκρατούσε και την κάρτσα.

 

Κεφαλοκαλύμματα

  Τα κεφαλοκαλύμματα είναι λογιώ λογιώ, ανάλογα με την περίσταση, την κοινωνική ή την οικονομική θέση του καθενός. Το πιο επίσημο κάλυμμα των Μελιωτών είναι ο κούκος ή σκούφος ή αϊβαλιώτικο ή μυτιληνιό, ένα είδος μαύρου γούνινου αστρακαδένιου ή βελούδινου καπέλου.

   Καθημερινό προσφιλές και πολύ χαρακτηριστικό κεφαλόδεμα των αγροτών και των βοσκών ήταν το κεσπέρικο ή καμπανί ή μαντίλα, ένα μεγάλο τετράγωνο βαμβακερό μαντίλι άσπρο ή με μεγάλα καρό σε χρώμα μαύρο, κολοκυθί, γερανιό ή καφετί. Το καμπανί των κτηνο-τρόφων ήταν χρωματιστό με σταμπωμένα ή κεντημένα φυτικά μοτίβα.

   Το καμπανί, για να φορεθεί, θέλει σαρίκωμα. Διπλώνεται  τριγωνικά και από τη μακρύτερη πλευρά ξαναδιπλώνεται σαν ταινία μια-δυο φορές. Τοποθετείται στο κεφάλι και η μια γωνία του καλύπτει το σβέρκο, ενώ οι άλλες σταυρώνουν πίσω στον τσούνικα (σβέρκο) και δένονται μπροστά, στο πλάι ή στο μέτωπο ή χώνονται στην αναδιπλωμένη ταινία, σχημα-τίζοντας ένα είδος μπουμπαριού ολόγυρα από το κεφάλι. Πολλοί τσομπάνηδες ήταν σαρικωμένοι με τρόπο που έκαμε το καμπανί πιο φουσκωτό και πιο στητό στο κέντρο του κεφαλιού, σαν σκουφί. Τότε το καμπανί λεγόταν σαρίκα.

Μελιώτες του Πολιτιστικού Συλλόγου Αγιος Ιωάννης ο Θεολόγος Νέου Μελιού Μεγάρων
Μελιώτες του Πολιτιστικού Συλλόγου Αγιος Ιωάννης ο Θεολόγος Νέου Μελιού Μεγάρων

Πάντως όσοι ηλικιωμένοι βρακάδες σώθηκαν και ήρθαν στην Ελλάδα τίμησαν τα πατροπαράδοτα ελληνοπρεπή ρούχα της πικρής τους πατρίδας, φορώντας τα ως το θάνατό τους. Στο  Μελί Μεγάρων οι τελευταίοι σαρβαράδες πέθαναν στη δεκαετία του ’60.

 

Κοσμήματα

    Κοσμήματα οι άντρες δεν φορούσαν. Τις σκολιανές μέρες έβαζαν το δαχτυλίδι, γαμήλιο δώρο της γυναίκας τους, και το χρυσό ή ασημένιο ρολόι, χωμένο στην μπουζού του γιανελιού, ενώ η αλυσίδα του κρέμονταν στο στήθος.    

   Η όλη εμφάνιση των αντρών συμπληρωνόταν με τα μουστάκια, ως απαραίτητη ένδειξη ανδροπρέπειας, τα περιποιημένα στον μπαρμπέρη μαλλιά και το ξυρισμένο πρόσωπο. Αξούριστοι κι άκουροι έμεναν μόνον οι πενθούντες.

   Εξαιτίας της προσφυγιάς και της ανέχειας στα προπολεμικά χρόνια, οι Μελιώτες, όπως τόσοι και τόσοι πάμπτωχοι και κατατρεγμένοι Μικρασιάτες, φόρεσαν ό,τι βρέθηκε. Έχομε φωτογραφίες, όπου οι βρακάδες φορούν τραγιάσκες, αντί του κούκου, ευρωπαϊκά σακάκια με τζωνάρι και βράκα κλπ. Πάντως όσοι ηλικιωμένοι βρακάδες σώθηκαν και ήρθαν στην Ελλάδα τίμησαν τα πατροπαράδοτα ελληνοπρεπή ρούχα της πικρής τους πατρίδας, φορώντας τα ως το θάνατό τους. Στο Νέο Μελί οι τελευταίοι σαρβαράδες πέθαναν στη δεκαετία του ’60.

 

Η γυναικεία φορεσιά του Μελιού

  Οι πληροφορίες μας για παλαιότερους τύπους της γυναικείας φορεσιάς στο Μελί είναι εντελώς αποσπασματικές και ελάχιστες. Στηρίζονται κατά κύριο λόγο στην προφορική παράδοση, μια και δεν έχουν σωθεί γραπτές αναφορές ούτε γκραβούρες ούτε σχέδια, όπως σε άλλα μέρη. Παλιότερα, έως τα μέσα του 19ου αι., υποθέτουμε ότι ίσως και οι Μελιωτίνες φορούσαν βράκες, παρόμοιες με εκείνες των Ελληνίδων της Λέσβου ή της Β.Δ. Μικρασίας. Αυτό συμπεραίνει κανείς από τις μαρτυρίες των προσφύγων κυρίως από τα ορεινά παλιά καραμπουρνιώτικα χωριά Τεπεπόζι, Χάσεκι, Σαζάκι, Σαρπιντζίκι, Μποϊνάκι, Κουτσούμπαξε, Αχιρλί, Μοναστήρι, Μουρντουβάνια κ.ά., όπου οι περισσότερες γυναίκες ήταν βρακούδες μέχρι την Καταστροφή. Σ’ εκείνη την απομονωμένη περιοχή των Καράμπουρνων διέμεναν οι αρχαιότεροι χριστιανικοί πληθυσμοί της Ερυθραίας. Εκεί, λοιπόν, η καθημερινή φορεσιά ήταν σαλβάρι με πορκάκι ή μπλούζα, αλλά στα νεότερα χρόνια, κατά τις επίσημες μέρες, συνδύαζαν το πολκάκι με μεταξωτή φούστα, κατόπιν αστικής επιρροής. Αλλά και στην υπόλοιπη Ερυθραία έχουμε ενδείξεις ότι παλαιότερα φορέθηκε η γυναικεία βράκα, που δεν έχει φυσικά καμιά σχέση με τις βράκες των μουσουλμανικών πληθυσμών της Ιωνίας. Οι πολύ ηλικιωμένοι διηγούνταν συχνά πως «τον καιρό τση νενές τως τση βρακούς ηγένηκε» το τάδε γεγονός. Μια άλλη ένδειξη είναι και το γεγονός ότι οι γυναίκες κεντούσαν βρακοζώνες, μακρόστενες λουρίδες με ωραία κεντήματα από μεταξοκλωστές, τερτίρια και χρυσά τέλια, που δεν τις φορούσαν βέβαια – εκτός από ελάχιστες ειδικές περιπτώσεις – αλλά στόλιζαν μ’ αυτές τα σινιά με τα γλυκά και τα προικιά στους γάμους ή διακοσμούσαν τα καντρέτα και τσι πολιτρέδες (τα κάδρα και τις φωτογραφίες). Αυτές οι βρακοζώνες φαίνεται πως χρησιμοποιούνταν σε παλαιότερου τύπου φορεσιές και, όταν αυτές καταργήθηκαν, πέρασαν σε διακοσμητική χρήση.

   Οι Μελιωτίνες, όπως όλες οι γυναίκες της Ερυθραίας, φορούσαν τα μισοφούστανα με το πορκάκι. Η γυναικεία φορεσιά καλείται γενικώς μισοφούστανα ή μεσοφούστανα, από το βασικό ένδυμα, τη φούστα, που είναι σαν μισό φουστάνι. Αυτός ο τύπος φορεσιάς εντοπίζεται μόνο στα χωριά και τις λαϊκότερες τάξεις των πόλεων της περιοχής, που, ως γνωστόν, είχαν πολύ έντονο αγροτικό χαρακτήρα. Θα πρέπει να εμφανίστηκε γύρω στα 1850-1870, όταν η Ερυθραία ξέφυγε από την απομόνωση, ανέπτυξε εμπορικές σχέσεις κατ’ ευθείαν με την Ευρώπη και δέχθηκε χιλιάδες εποίκους από πολλά νησιά του Αιγαίου. Αυτό το ανακάτεμα ντόπιων και παλιότερων ή νεότερων εποίκων έφερε αλλαγές και στη φορεσιά, κυρίως τη γυναικεία, αφού οι άντρες και στα νησιά και στην Ερυθραία ήταν βρακάδες. Τότε άρχισε να εγκαταλείπεται η παλιά ντόπια φορεσιά των γυναικών με βράκες ή και άλλες παλαιότερου τύπου, που δεν γνωρίζουμε. Οι γυναίκες φόρεσαν ευρωπαϊκού ύφους ρούχα, θέλοντας να μιμηθούν τις αστές της Σμύρνης και της Χίου. Όμως το αστικό ρούχο προσαρμόστηκε στην τοπική αισθητική και στα ντόπια υλικά και το συνδύασαν με στοιχεία παλιότερα, όπως το μαντίλι, το φέσι, η ποδιά και ορισμένα κεντήματα και κοσμήματα.

 

Εσώρουχα

   Ως εσώρουχα χρησιμοποιούνται το μπουστάκι, το ισλίκι, το βρακί, η καμιτζόλα, η σαλαμπάρκα, το ασπροκέναρο και το μεσοφόρι.

Ο μπούστος ή μπουστάκι είναι ένα είδος κοντής αμάνικης μπλούζας, πολύ εφαρμοστής, που χρησιμεύει ως στηθόδεσμος. Φοριέται άλλοτε κατάσαρκα κι άλλοτε πάνω από το μέσα ποκάμισο (το ασπροκέναρο) και ράβεται με άσπρο βαμβακερό ύφασμα, συνήθως χασέ ή περκάλι. Στολίζεται με ταντέλες του κουσού (κοπανέλια), κοφτά, πιτσιλάκια της βελόνας, φεστονάκια, κεντήματα, φιλτιρέδες, κορδελάκια, αγοραστές δαντέλες, ανάλογα με τον προορισμό του (νυφικό, καλό, καθημερινό κλπ.), με το γούστο και τις ικανότητες της νοικοκυράς.

   Στα πολλά κρύα, οι γυναίκες φορούσαν πάνω από το μπούστο το ισλίκι, ένα καπιτονέ μπουστάκι, παραγεμισμένο με μπαμπάκι, για περισσότερη ζεστασιά.

   Το χασεδένιο ή αργαλίσιο βρακί είναι μακρύ ως το γόνατο, φαρδύ και ανοιχτό στα πλάγια της μέσης, όπου δένει με τη βρακοτζώνη. Τριγύρω στα γόνατα έχει κι αυτό διάφορα στολίδια, όπως το μπουστάκι, ή έχει φραμπαλάδες. Συχνά δένει γύρω από το γόνατο με ένα κορδονάκι. Πολλά καλά βρακιά ήταν στολισμένα στα μπατζάκια με πλατιές δαντέλες εξαιρετικής λεπτότητας και τέχνης και θεωρούνται ως σήμερα από τα ωραιότερα εργόχειρα των γυναικών του Μελιού.

   Η καμιτζόλα ή ασπροκέναρο ή σαλαμπράκα (σαλαμπάρκα) ή απλώς ποκαμίσα είναι ένα πουκάμισο μακρύ ως τη γάμπα ή και πιο κοντό, άλλοτε αμάνικο κι άλλοτε με μακριά ή κοντύτερα μανίκια. Τις χρησιμοποιούσαν και ως νυχτικές. Με τα καλά μισοφούστανα φορούσαν εσωτερικά τα ασπροκέναρα με τα φαρδιά μανίκια, ενώ με τα καθημερινά τις καμιτζόλες ή τις σαλαμπράκες. Οι πουκαμίσες αυτές είναι βαμβακερές, λινές, μεταξωτές, βαμβακομέταξες ή μαλλοβάμβακες, φαντές στον αργαλειό, κεναράτες ή σκέτες, στο φυσικό χρώμα των υλικών ύφανσης. Οι καμιτζόλες έχουν συνήθως μανίκι τύπου ζαπονέ κι οι σαλαμπράκες μανίκι μακρύ ή τρουακάρ. Οι πιο καλές πουκαμίσες είναι από ντόπιο μεταξωτό ή βαμβακερό ύφασμα της κρεβατής και λέγονται ασπροκέναρα. Θεωρούνται εξαίρετα δείγματα της ντόπιας υφαντικής, έργα των άξιων χεριών κάθε Μελιωτίνας. Έχουν ως σχέδιο λευκούς, κόκκινους, ρόδινους, γαλάζιους, πράσινους, κίτρινους ή μόρικους ολαμάδες (ρίγες στις ούγιες) ή ρίγες με διάφορες αποχρώσεις (σχέδιο που λεγόταν μπουλαντάνι). Φαρδαίνουν με λόξες από τους μηρούς ως τον ποδόγυρο κι έχουν στρογγυλή λαιμόκοψη ή βαθύ V στο στέρνο. Το άνοιγμα αυτό κάλυπτε η τραχηλιά. Οι νεότερες πουκαμίσες, όπως και τα άλλα εσώρουχα, ράβονταν από αγοραστά βαμβακερά διαφόρων ποιοτήτων, κατά βάση λευκά, αλλά και σε διάφορα απαλά χρώματα. Τριγύρω στο λαιμό, στα μανίκια και στον ποδόγυρο η πουκαμίσα στολίζεται με κεντήματα, πιτσίλια και φραμπαλάδες. Καμιά φορά στο στήθος ή στους ώμους κεντούσαν τη μάρκα, τα αρχικά της ιδιοκτήτριας.   

   Τα μπουστάκια, τα βρακιά, τα ασπροκέναρα κι οι σαλαμπράκες αποτελούσαν τακίμι (σετ), είχαν δηλαδή το ίδιο ύφασμα, το ίδιο χρώμα και την ίδια διακόσμηση και ήταν απαραίτητα κατά εξάδες ή ντουζίνες στα προικιά μιας κοπέλας.

Το μισοφόρι ή μεσοφόρι είναι μια άσπρη βαμβακερή σουρωτή φούστα, λίγο μακρύτερη και φαρδύτερη από το μισοφούστανο.  Φοριέται πάνω από το βρακί και το ασπροκέναρο, για να προσδίδει όγκο, ώστε να φουσκώνει και να στέκει καλύτερα το μισοφούστανο. Το μεσοφόρι έχει φραμπαλά ή σούφρα κάτω από το γόνατο και στολίζεται με φεστόνια και πιτσίλια, ταντέλες του κροσέ (με το βελονάκι), ατραντέδες και άλλα μοτίβα, που διακρίνονται λίγο κάτω από το μισοφούστανο. Η διακόσμηση στον φραμπαλά γίνεται συνήθως με άσπρη κλωστή (κοφτά, δαντέλες, πιτσίλια) και σπανιότερα με χρωματιστή (φεστονάκια ή κεντήματα). Πολλές δεν φορούσαν το νεότερο μισοφόρι, αλλά μόνο μακρύ ασπροκέναρο ή σαλαμπράκα.

 

Ποκάμισο, μπλούζα, ρουσικάκι

   Τα καθημερινά ποκαμισάκια, με τον όρτιο γιακά ή τη λαιμόκοψη που φοριούνταν πάνω από την καμιτζόλα, ράβονταν από φτηνό βαμβακερό ή άλλο ύφασμα του αργαλειού (αλατζά) κι έχουν ελάχιστες διακοσμήσεις (νερβίρ). Κούμπωναν μπροστά ή πίσω και συγκρατούνταν στη μέση με τη βρακοτζώνη του φαντού μισοφούστανου. Τα φορούσαν χωρίς πορκάκι, όταν ο καιρός ήταν καλός, στο σπίτι, στις δουλειές κλπ. Τα ονόμαζαν επίσης μπλούζες ή ρουσικάκια.

 

Μισοφούστανο

   Το μισοφούστανο ή μεσοφούστανο είναι μια φαρδιά φούστα που ράβεται με 5-6 κάτια (φύλλα) υφάσματος. Το καλό και το καθημερινό είναι ίδια την κοπή και στο ράψιμο, διαφέρουν μόνο στα υφάσματα και στις διακοσμήσεις. Ως προς το σχέδιο, υπάρχουν δυο τύποι. Ο πιο κοινός είναι η απλή σουρωτή φούστα που, όταν τεντωθεί, έχει σχήμα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο. Άλλου τύπου είναι το μισοφούστανο που έχει σταθερά ραμμένο ένα φύλλο υφάσματος μπροστά στην κοιλιά και το υπόλοιπο ύφασμα σουρώνει πίσω και στα πλάγια. Το μήκος φτάνει λίγο πιο πάνω από τον αστράγαλο.

   Τα φαντά καθημερινά μισοφούστανα ήταν από δίμιτο, αλατζά ή άλλο κρουστό ύφασμα του αργαλειού ή φτηνό αγοραστό, σκέτα, αραδωτά και προπαντός τσατμαλίδικα (καρό), σε αποχρώσεις κυρίως του μπλε, κόκκινου, καφέ, πράσινου και κίτρινου χρώματος. Οι Μελιωτίνες, εκτός όσων ύφαιναν οι ίδιες, αγόραζαν επίσης ωραία αργαστηριώτικα υφάσματα για μισοφούστανα από την Κάτω Παναγιά του Τσεσμέ, μεγαλοχώρι που φημιζόταν για τις υφάντρες του. Τα μισοφούστανα στον ποδόυρο καταλήγουν σε γλώσσες κεντημένες με φεστόνια ή είναι εντελώς ίσια ή έχουν φραμπαλά φάρδους 10 εκ. περίπου. Η ένωση του φραμπαλά με το υπόλοιπο μισοφούστανο γίνεται ή με μικρή οριζόντια μπλέτα 2-3 εκ. ή με ρέλι από το ίδιο ύφασμα. Με ρέλι ενισχύεται επίσης και το τελείωμα του φραμπαλά. Το φαντό μεσοφούστανο στολίζεται στον ποδόγυρο, άλλοτε στον φραμπαλά κι άλλοτε πάνω απ’ αυτόν, με υφαντά σχηματοποιημένα κεντήματα ή με πιο ελεύθερα φυτικά σχέδια, κεντημένα με βελόνι. Τα πλουμίδγκια αυτά, μονόχρωμα ή πολύχρωμα, γίνονταν στην κρεβατή ή τα κεντούσαν οι ίδιες οι γυναίκες με ριζοβελονιά, κομποβελονιά, σταυροβελονιά ή αλυσίδα και κλωστή άσπρη, μαύρη, κίτρινη, βυσσινιά, πράσινη, γαλάζια, ρόδινη κλπ. Συνήθη σχέδια ήταν η κουντούρα με το σταφύλι, η γλάστρα με τα πούλουδα, τα κυπαρισσάκια, τα λαλεδάκια κι οι λαλάδες, τα ρούδγκια, τα γαρίφαλα, τα σταυρουδάκια, τα τριαντάφυλλα, της μυγνταλιάς οι κλώνοι, τα μερσινάκια κλπ. Τα περισσότερα κεντήματα είναι μπορντούρες πλάτους λίγων εκατοστών στον ποδόγυρο του μισοφούστανου.

Τα καλά μισοφούστανα που ράβονταν με υφάσματα αγορασμένα στα μαλιφατουριέρικα και τους μεζάδες (υφασματοπωλεία) της Σμύρνης, του Τσεσμέ, των Βουρλών, της Χίου και των Αλατσάτων, είχαν απαλά ανοιχτά χρώματα (κρεμ, τσικουδί, ρουδί, τσαγαλί, κανελί, κοραλλί κ.ά.) για τις κοπέλες και σκούρα (βυσσινί, γερανιό, καφετί, κυπαρισσί, μόρικο κ.ά.) για τις πιο μεγάλες. Τη Λαμπρή οι λεύτερες φορούσαν απαραιτήτως λευκά ή υπόλευκα μισοφούστανα και φουστάνια, συνδυασμένα με τα πλουμιστά κανάργκια. Τα μισοφούστανα από αγοραστό ύφασμα, που συχνά σχημάτιζαν φυτικά σχέδια με διαφορετική ύφανση, ήταν πάντοτε φοδραρισμένα. Τα υφάσματα ήταν λεπτά μάλλινα, βελούδινα ή μεταξωτά με διάφορες ονομασίες, όπως στόφες, μιλιρέδες, τζανφέδες, ταφτάδες, σόφια, ντράδες, κρέπια, βελιά και βλαντιά. Άλλα ήταν μονόχρωμα με ενυφασμένα φυτικά μοτίβα, άλλα είχαν σταμπάτα (σχέδια εμπριμέ), άλλα είχαν ολαμάδες (ρίγες διαφορετικής ύφανσης και χρώματος κοντά στην ούγια ή στον κάμπο του υφάσματος). Ο ποδόγυρος στα πιο πολυτελή μισοφούστανα ήταν στολισμένος με χρυσούς ντοκμάδες ή τοκμέδες, δηλαδή πανάκριβα αγοραστά επίρραπτα κεντήματα με φυτικά σχέδια (φύλλα κι άνθη) ή με πλουμιά κεντημένα με χρυσοκλωστές κι ασημοκλωστές (τέλια).  

Ποδιά

   Σε καθημερινή βάση, οι νοικοκυρές κι οι αργατίνες έβαζαν ποδιά εργασίας, τη μπροστοποδιά με τσι δυο μπουζούδες, φτιαγμένη από υφάσματα κατώτερης ποιότητας. Στα χαιρέτια (ονομαστικές εορτές) και σε άλλες γιορτινές περιπτώσεις, οι νοικοκυρές φορούσαν μέσα στο σπίτι, πάνω από το καλό μεσοφούστανο, ποδιά μεταξωτή ή από λεπτό αγοραστό ύφασμα, στολισμένη με δαντέλες.

 

Σακάκι ή πορκάκι

   Το πορκάκι ή σακάκι είναι ένα είδος ζακέτου που κουμπώνει μπροστά. Ράβεται με διάφορα είδη υφασμάτων, μεταξωτά, βλαντένια ή βελένια, καλά βαμβακερά ή μάλλινα. Τα καθημερινά σακάκια ήταν βαμβακερά αργαλίσα (αλατζαδένια, αραδωτά, λεπτά τσατμαλίδικα) ή φελπάτα ή μάλλινα, σε σκούρα κυρίως χρώματα. Τ’ αχνάρια (πατρόν) του σακακιού έχουν αφάνταστη ποικιλία, ανάλογα με το σώμα, το γούστο και την ηλικία κάθε γυναίκας. «Κάθε μια ήραβγκε το πορκάκι στο καράρι της.» Τα καλά είναι μεταξωτά, βλαντένια ή σπανίως μάλλινα και το χρώμα τους συνδυάζεται με το μισοφούστανο, κυρίως γερανιό, βυσσινί, χρυσαφί, καφετί, μουσταρδί, μελιτζανί και πράσινο. Καμιά φορά πολκάκι και μισοφούστανο είναι τακίμι, δηλαδή ράβονται από το ίδιο ύφασμα. Όλα είναι εφαρμοστά και μεσάτα, με φουσκωτό μανίκι που στενεύει στις μανσέτες. Συχνά δεν κούμπωναν τις μανσέτες, για να φαίνονται οι δαντέλες και τα πιτσιλάκια του ασπροκέναρου. Στη μέση σχηματίζουν μπάσκα (σουρίτσες) που καλύπτει ψηλά τους γοφούς ή πέφτουν απλά. Τα νεανικά «μοντέρνα» πορκάκια είναι πολύ εφαρμοστά, ανοιχτόχρωμα και κοντά ως τη μέση, ενώ τα γεροντίστικα, που λέγονταν σάκοι, είναι πιο μπατάλικα (φαρδιά), σκούρα και μακριά ως τους γοφούς. Τα πολυτελέστερα πορκάκια είχαν πλούσια διακόσμηση ολόγυρα στην περιφέρεια, στα μανίκια και στο μπροστινό άνοιγμα τριγύρω από τα κουμπιά. Στα σημεία αυτά οι πλούσιες κυράδες έραβαν τους τοκμέδες, όπως και στα μισοφούστανα. Άλλες διακοσμήσεις, λιγότερο ακριβές και πιο συνηθισμένες, γίνονταν με μπιρσίμια, με ζέδες (επιμήκη μαύρα χαντράκια), με στενές δαντέλες, τρέσες ή τερτίρια σκούρου χρώματος. Σε πολλά σακάκια ο γιακάς και τα μανίκια έχουν διακόσμηση με βαλασιέδες και τορσόνια, είδη λεπτών δαντελών φτιαγμένων στο κουσί (κοπανέλι) ή με δαντέλες της βελόνας.

   Τα παλαιού τύπου πορκάκια έχουν βαθύ V στο στήθος, για να φαίνεται η καταστόλιστη τραχηλιά. Η ολόλευκη τραχηλιά, που φοριόταν πάνω από το ασπροκέναρο και μέσα από το σακάκι, αποτελούσε ένα από τα πολυτελέστερα κομμάτια της μελιώτικης φορεσιάς, γιατί έφερε πλουσιότατες διακοσμήσεις με φίνες δαντέλες «να χάσεις το νου σου!». Στα νεότερα σακάκια δεν υπάρχει το βαθύ άνοιγμα του στέρνου ούτε φοριέται μ’ αυτά τραχηλιά. Τότε, ο γιακάς είναι αλόρτος, διπλός ή ενισχυμένος με μπανέλες, για να στέκει, και το στήθος του σακακιού στολίζουν πολλά κάθετα ή οριζόντια λεπτά μπλετάκια και τρέσες.

  Οι γερόντισσες κι οι χαροκαμμένες φορούσαν μαύρα μισοφούστανα και σάκους από ένα γυαλιστερό ύφασμα, το σόφι, που έφταναν ως το μηρό.

   Μέσα στο σπίτι, στα νεότερα χρόνια, οι γυναίκες ντύνονταν πιο απλά με ρόμπες από τσίτι ή φέλπα, ή με αλατζάδες, δηλαδή πρόχειρα φορέματα ραμμένα από το ομώνυμο ντόπιο ύφασμα.

 

Πανωφόρια       

   Στα πολλά κρύα οι γυναίκες του Μελιού φορούσαν, όπως και οι άντρες, μακριά γούνα (οι πλούσιες) ή πιο κοντή, που έφτανε ως τους μηρούς και τα γόνατα, το λεγόμενο και κοντογούνι. Στην ουσία πρόκειται για ένα τσόχινο σάκο καπλαντισμένο εσωτερικά με γούνα. Άλλες, μέσα από τον κανονικό σάκο, φορούσαν το τζιπούνι, ένα πλεχτό μάλλινο γελέκι, ή τον (α)λιμπαντέ.

 

Κεφαλοκαλύμματα

   Μεγάλη ποικιλία, σχετική με την ελικία (ηλικία), την ώρα (χρονική στιγμή), το τζάκι (κοινωνική θέση), το πλούτος (οικονομική κατάσταση), την περίσταση και την οικογενειακή κατάσταση, χαρακτηρίζει τους μελιώτικους γυναικείους κεφαλόδεσμους.

   Με την καλή φορεσιά, οι νιόπαντρες μέχρι το 1922 φορούσαν χαμηλό κόκκινο φέσι, στολισμένο με κάνα δυο σειρές χρυσά φλουράκια που έπεφταν στον κούτικα (στο μέτωπο) κι από πάνω έμπαινε το ολοπλούμιστο σκολιανό μαντίλι. Το φέσι φαίνεται πως ήταν κατάλοιπο της παλαιότερης φορεσιάς με βράκα.

   Με τα σκολιανά μισοφούστανα, φοριέται η μαντιλωσιά ή τσεμπερωσιά. Από μέσα μπαίνει το τσεμπέρι ή φακιόλι, ένα σκούρο σταμπωτό μαντίλι που οι άκρες του συχνά πλέκονται μαζί με τις κοτσίδες και δένουν ψηλά στο κεφάλι. Το φακιόλι συμμαζεύει και διευθετεί τα μαλλιά. Από πάνω φοριέται το πλουμιστό μαντίλι, καμωμένο από φίνο βαμβακερό ύφασμα διαφόρων ανοιχτών χρωμάτων, κυρίως υπόλευκο. Είναι τετράγωνο, με πλευρά 80-90 εκ., κι έχει διακόσμηση από χρυσές ή ασημένιες πούλιες στον κάμπο και χάντρες σε όλο το γύρο του. Βέβαια, τα περισσότερα στολίδια κεντιούνται στη γωνιά του μαντιλιού που πέφτει στην πλάτη.

   Τα πιο καθημερινά μαντίλια, φακιόλια και τσεμπέρια, ήταν σταμπωτά, με ποικίλα φυτικά και άλλα σχέδια. Αυτά τα εισήγαγαν από αλλού, ίσως από τα πασματζίδικα (σταμπωτήρια) της Πόλης. Κέντρα πώλησης μαντιλιών ήταν ο Τσεσμές, τα Αλάτσατα, το Αχιρλί, ο Βουρλάς και φυσικά η Σμύρνη. Από εκεί τα αγόραζαν χοντρικά Ερυθραιωτίνες μαντιλούδες και τα μεταπουλούσαν σε όλα τα χωριά, σκέτα ή διακοσμημένα ολόγυρα τις πλευρές με χάντρες, πούλιες, κοχάκια ή ογιάδες, δηλαδή πολύ λεπτές μπιμπίλες της βελόνας, που σχηματίζουν κατά διαστήματα άνθινες συνθέσεις, λουλουδάκια, γλαστράκια, φύλλα κ.ά. Σπουδαιότατο κέντρο διακόσμησης και πώλησης μαντιλιών ήταν το αλατσατιανό μοναστήρι τ’ Άη Νικόλα, όπου οι εκατό και πλέον καλόγριες, εκτός από κοχάκια και πιτσίλια, κατασκεύαζαν περίφημους αλατζάδες, κιλίμια και είδη προικός.

Το φακιόλι ήταν απαραίτητο για τις γυναίκες κάθε ηλικίας στο νοικοκυριό και τη λάτρα του σπιτιού. Άλλοτε η μια άκρη του πέφτει στην πλάτη κι οι άλλες δυο, αφού σταυρωθούν πίσω, δένουν σφιχτά στην κορφή του κεφαλιού, όπου συχνά σχηματίζουν φιόγκο, κι άλλοτε η άκρη της πλάτης συμμαζεύεται με τα μαλλιά πίσω και δένεται σχηματίζοντας χαμηλό κότσο. Το πρόχειρο φακιόλι από αραιοϋφασμένο πανί ονομαζόταν επίσης τουλουπάνι ή ξαντό.

   Το χρώμα των φακιολιών ήταν κόκκινο σε πολλές αποχρώσεις, άσπρο ή υπόλευκο, κανελί, τσαγαλί, τσικουδί, κρομμυδί, κίτρινο, βερικοκί και γαλάζιο. Συχνά τα αγόραζαν άσπρα με τις πολύχρωμες στάμπες τους και τα έβαφαν οι ίδιες οι γυναίκες με φυτικές ουσίες, όπως π.χ. σπάρτα, μύγνταλα, τσίκουδα, αλιτζάρι, κρομμυδότσουφλα κ.ά. Οι πιο νέες φορούσαν μαντίλια με ανοιχτότερα χρώματα και οι μεσόκοπες σκούρα και λιγότερο διακοσμημένα.

   Το μαντίλι διπλώνεται τριγωνικά και τοποθετείται στο κεφάλι έτσι, ώστε η μια γωνία να πέφτει ελεύθερα στην πλάτη. Οι άλλες δυο τακτοποιούνται με τρεις τρόπους, όπως το θέλει η κάθε γυναίκα, ανάλογα με την περίσταση. Στις μαντιλωσιές των μεγάλων ή ηλικιωμένων, άλλοτε οι δυο μπροστινές άκρες του μαντιλιού πέφτουν ελεύθερα στο στήθος κι άλλοτε διασταυρώνονται και οι δυο στο λαιμό, δένοντας ανάρια στο σβέρκο, κάτω ή πάνω από την ουρά του μαντιλιού. Οι νέες γυναίκες όμως σταύρωναν στο σβέρκο τις δυο άκρες του καλού μαντιλιού κι έπειτα τις έδεναν ψηλά, πάνω από το μέτωπο, με ιδιαίτερη χάρη.

   Άλλο άσπρο καθημερινό μαντίλι για τις αγροτικές ή διάφορες βαριές δουλειές (μπουγάδα κλπ.) ήταν η μαντίλα ή μα(γ)ουλίκα. Φοριέται με διάφορους τρόπους και απλά δεσίματα. Συνήθως μπαίνει πάνω από το τσεμπέρι και σφιχτοδένεται πίσω, αφού διασταυρωθεί στο λαιμό, καλύπτοντας τα μάγουλα, το μέτωπο και το λαιμό, περίπου όπως στις καλόγριες. Ράβεται με κρουστό βαμβακερό πανί και έχει λιγοστά ή καθόλου στολίδια. Σκούρες μαντίλες φορούσαν επίσης οι γυναίκες περασμένης ηλικίας σε καθημερινή βάση.

   Οι χήρες φορούσαν υποχρεωτικά πάνω από το φακιόλι μαύρη μαντίλα, που σκέπαζε όλα τα μαλλιά και τις παρειές. Αυτή λεγόταν και κρέπι, επειδή γινόταν από το ομώνυμο ύφασμα.

Οι φαντίνες και τα κοπελούδγκια (κοπέλες, κορίτσια) με τα κάτασπρα λαμπριάτικα ρούχα τους φορούσαν το κανάρι ή καναράκι, φτιαγμένο από κρέπι ή από μπασμά (είδος βαμβακερού), σε διάφορα φανταχτερά νεανικά χρώματα. Το έβαζαν απαραιτήτως τις σκόλες από το Νιότριτο (Τρίτη του Πάσχα) ίσαμε τ’ Άη Δημητριού δεμένο ρεπαντί, δηλαδή ψηλά στο κεφάλι με την ουρά να κρέμεται πίσω και στόλιζαν τις πλεξούδες τους με άσπρες ή κόκκινες κορδέλες. Τα καλά κανάρια ήταν επίσης ολοκέντητα με πούλιες, τερτίρια και χρυσά πλουμιά κυρίως στη γωνιά που έπεφτε στην πλάτη.

 

Μποξάδες

   Οι Μελιωτίνες, χειμώνα καλοκαίρι, έριχναν στους ώμους ή στο κεφάλι μποξάδες ή μποξαδάκια, σάρπες και μπελερίνια. Όλα αυτά ήταν διαφόρων ειδών και ποιοτήτων, μάλλινα ή μεταξωτά, σκούρα, λευκά ή πολύχρωμα, πλεκτά ή αγοραστά, με δαντελένιες διακοσμήσεις, χρωματιστούς ολαμάδες και πλούσια κρόσσια.

   Οι μποξάδες ή μποξαδάκια ήταν πολύ μεγάλα τετράγωνα μεταξωτά ή μάλλινα υφάσματα που διπλώνονταν τριγωνικά και κάλυπταν όλη την πλάτη και τον κορμό, ενώ η άκρη τους πίσω έπεφτε μέχρι τα γόνατα. Καμιά φορά εμπουμπουλώνονταν κιόλας, δηλαδή σκέπαζαν μ’ αυτούς και το κεφάλι. Ήταν ανοιχτόχρωμοι, συνήθως άσπροι, για τις νέες και σκουρόχρωμοι ή μαύροι για τις ηλικιωμένες και τις πενθούσες. Οι καλοκαιρινοί μεταξωτοί μποξάδες ήταν τριγωνικοί, πλεγμένοι με διάφορα μοτίβα, ή είχαν φυτικά σχέδια κεντημένα με μεταξοκλωστές, με τη βελονιά αλυσίδα. Ορισμένοι αγοραστοί μποξάδες λέγονταν μαρχαμάδες ή μαχραμάδες και είχαν ολαμάδες, δηλαδή άλλου χρώματος ριγωτά σχέδια στις ούγιες. Άλλοι πάλι λέγονταν λαχούρια ή κουκουνάρες, με κρόσσια και πλούσια ενυφασμένα σχέδια. Πάντως οι πολυτιμότεροι μποξάδες ήταν από ύφασμα διμισκί (δαμασκηνό) και λίγες τους φορούσαν. Με καλούς μποξάδες έφτιαχναν τα μποξαλίκια, δώρα σε συγγενείς των νεονύμφων ή μπόγους για τη μεταφορά των προικιών. Γι’ αυτό, κάθε κοπέλα της παντρειάς είχε στην προίκα της τουλάχιστον μια ντουζίνα μεταξωτούς μποξάδες.

   Οι σάρπες ή σαρπάκια πλέκονταν με λεπτό μαλλί και είχαν πολλά τρυπητά σχέδια, χωρίς κρόσσια. Συχνά σαρπάκι και μποξαδάκι ονόμαζαν το ίδιο ρούχο. Επίσης οι γριές φορούσαν το χειμώνα μέσα στο σπίτι πλεχτά μπελερινάκια που έδεναν στο λαιμό και κάλυπταν το στήθος, την πλάτη και τα χέρια ως τον αγκώνα.

 

Υπόδηση

   Στα πόδια φορούσαν κάρτσες πλεγμένες με ειδικές καρτσοβελόνες. Πλέκονταν με λεπτό μαλλί, μετάξι ή βαμβάκι και μόνο οι πλούσιες έβαζαν λεπτότατες αγοραστές μεταξωτές κάρτσες. Ήταν πολύχρωμες, μονόχρωμες ή δίχρωμες με μεγάλη ποικιλία σχεδίων. Έφταναν στο γόνατο, όπου έδεναν με τις καρτσοδέτες, περίπου κάτω από τα μπατζάκια του βρακιού. Η καρτσοδέτα ήταν ένα λεπτό κορδονάκι με φουντάκια στην άκρη, φτιαγμένο από το ίδιο υλικό της κάρτσας, που περνούσε ολόγυρα μέσα από θηλίτσες στο πάνω άκρο της. Υπήρχαν και πρόχειρες χοντρές μάλλινες κάρτσες, κοντές ως τη μέση της γάμπας, που λέγονταν τσουράπια. Μέσα στο σπίτι, το χειμώνα, πάνω από τις κάρτσες φορούσαν τα τερλίκια ή διαφόρων ειδών πασούμια και παντόφλες. Οι καλές παντόφλες ήταν ατλαζένιες ή βελένιες, ολοκέντητες στο τελάρο με χρωματιστές μεταξοκλωστές.

   Παπούτσια φορούσαν πολλών ειδών. Μποτίνια, στιβανάκια, βιδέλα, γοβάκια και σκαρπινάκια για τις εξόδους, αγορασμένα κυρίως από τη Σμύρνη. Γυναίκα αξυπόλητη μέσα στο Μελί δεν κυκλοφορούσε ούτε και στο φτωχότερο σπίτι, γιατί ήταν προσβλητικό και ένδειξη έσχατης ένδειας.

 

Γάντια

   Στα χέρια φορούσαν τις χέρες, γάντια δύο τύπων: με όλα τα δάχτυλα καλυμμένα ή συνήθως με τις φάλαγγες ελεύθερες, για να φαίνονται τα δαχτυλίδια και να έχουν καλύτερη αφή. Οι χέρες ήταν μπλεχτές μιτένιες και σπανιότερα μεταξωτές. Το μήκος τους κυμαίνεται από τον καρπό έως τον αγκώνα. Χρωματιστές χέρες φορούσαν απαραιτήτως οι αργατίνες στο τρύγος, στο θέρος και σε άλλες αγροτικές δουλειές, για να μην πληγώνουν και να μη μαυρίζουν τα χέρια τους.

 

Κοσμήματα

   Τα κοσμήματα ήταν χρυσά ή επίχρυσα και σπάνια ασημένια ή γυάλινα. Τα καλύτερα κοσμήματα προέρχονταν από τη Σμύρνη, που διέθετε ολόκληρα μπεζεστένια με περίφημα κουμουτζίδικα (χρυσοχοεία), και σπανιότερα από την Πόλη. Άλλα όμως ήταν φερμένα από την Ευρώπη και την Αμερική. Κοσμήματα επίσης κατασκεύαζαν και επί τόπου στην Ερυθραία οι κιμιτζήδες των Βουρλών, των Αλατσάτων και του Τσεσμέ, αλλά αυτά θεωρούνταν δεύτερης ποιότητας. Πολλά κοσμήματα ήταν ασημώματα, δηλαδή δώρα συγγενών σε αρραβώνες και γάμους.

Οι Μελιωτίνες αρέσκονταν ιδιαιτέρως στα κοσμήματα, τα οποία λέγονταν γενικώς μαλάματα, χρουσά ή χρουσαφικά, τζόγιες, τζοβαΐρια. Ακόμη και στις δουλειές φορούσαν κοσμήματα μικρής αξίας, ασημένια, μαλαμοκαπνισμένα ή γυάλινα. Έβαζαν πολλών ειδών δαχτυλίδια, στολισμένα με πολύτιμα και ημιπολύτιμα πετράδια, ματάκια της θάλασσας, τυρκουάζ και μικρά χρυσά νομίσματα. Απαραίτητο δώρο για τη νύφη ήταν το χρυσό δαχτυλίδι, στολισμένο με απλά πετράδια για φτωχούς και διαμαντένιο για πλούσιους. Αυτό ονομαζόταν αρρεβώνα ή βεργκέτα. Βέρες του σημερινού τύπου άρχισαν να φοριούνται από τα τέλη του 19ου αι. κατ’ επίδραση της Σμύρνης και της Αμερικής, όπου είχαν μεταναστεύσει χιλιάδες Μελιώτες κι Ερυθραιώτες, λόγω της φυλλοξέρας των αμπελιών και της ανεργίας που την ακολούθησε. Στις επίσημες εμφανίσεις τα δάχτυλα συχνά ήταν κατάφορτα με δαχτυλίδια.

   Οι γυναίκες συνήθιζαν να φορούν σκουλαρίκια από τη βρεφική τους ηλικία. «Μόλις εσαράντιτζε το λουχούδι, θε’ να του τρυπήσουνε τ’ αφτιά, για να βάλει τα σκουλαριγκάκια του κιουρού ντου ή του παγιρή ντου». Τα σκουλαρίγκια ήταν κρεμαστά με ειδικές ονομασίες, ανάλογες με το σχέδιο, τον διάκοσμο ή το σχήμα, όπως καφασάκια, καλαθάκια, διαμαντάκια, λοϊτζάκια, βέργκες, χαρκάδες, πουλάκια κλπ. Πολλά διακοσμούνταν με χρυσά νομίσματα ή πολύτιμες πέτρες.

   Τα βραχόλια ήταν δυο τύπων, αλυσιδωτά και κρίκοι. Τα πολυτιμότερα βραχιόλια είχαν πολλές σειρές αλυσίδες, εξαρτημένες από δυο επιμήκεις πλάκες που κούμπωναν με περόνη. Όσο πιο πολλές αλυσίδες είχε το βραχιόλι, τόσο ακριβότερο θεωρούνταν. Ήταν ολόχρυσα και πήγαιναν μια τζυγή, δηλαδή ζευγάρι, ένα για κάθε καρπό. Ως απαραίτητο και πανάκριβο γαμήλιο δώρο, αποτελούσαν σοβαρή επένδυση για την οικογένεια. Υπήρχαν και ασημένια βραχιόλια τέτοιου είδους. Βραχόλια παρόμοια ήταν και οι (μ)πουρμάδες, που είχαν πολλές στριφτές αλυσίδες. Οι κρίκοι (χαρκάδες) δεν είχαν κούμπωμα, αλλά έμπαιναν από την παλάμη και έχουν διάφορες ονομασίες, όπως στριφτάργκια, φιδάκια ή βέργκες, ανάλογα με το σχέδιο. Άλλα βραχιόλια, τα σμυρναίικα, τα πολίτικα και τα μπιλετζίκια, άνοιγαν στη μέση με περίτεχνο κούμπωμα, συνήθως λουλούδι, σκέτο ή με πετράδι. Το πλάτος τους ποίκιλλε από λίγα χιλιοστά έως 5 εκ. και είχαν διάφορα σχέδια, εγχάρακτα, φιλιγκράν κλπ.

Στο λαιμό απαραίτητος ήταν ο χρυσός σταυρός, σκέτος ή στολισμένος με καφασάκια, ειδικές υποδοχές με πολύτιμα πετράδια. Οι μεγάλοι και βαρύτιμοι σταυροί ονομάζονταν αγκόρφια (εγκόλπια). Συνηθισμένο νεότερο κόσμημα του στήθους ήταν το κορδόνι, μια μακριά ως 2,5 μέτρα χοντρή χρυσή αλυσίδα που έφτανε στην κοιλιά. Το φορούσαν σε διπλή ή τριπλή σειρά, κάνοντάς του κι έναν κόμπο. Ανάλογα με τον τρόπο κατασκευής τους, τα κορδόνια ονομάζονται φακή, φιτίλι, μπλεχτό, στριφτό κ.ά. Στο κορδόνι συχνά κρεμούσαν κι ένα πεντόλιρο ή χρυσό ρολογάκι ή μανταλιό καπακιαστό (μενταγιόν που άνοιγε με καπάκι). Άλλου είδους περιδέραια ευρωπαϊκής προέλευσης ήταν τα μανταλιά με τα πετράδγκια, τα μαντατιά ή παντατιά (παντατίφ) κι οι μαργαριταρένιοι κολιέδες, που συνηθίζονταν από τις πλούσιες και πιο εξελιγμένες γυναίκες. Οι πιο πολλές όμως φορούσαν ολόγυρα στο στήθος χρυσές αλυσίδες, τις αρέστες ή αρμάθες, απ’ όπου κρεμούσαν τούρκικα πεντόλιρα κι άλλα χρυσά ή επίχρυσα νομίσματα διαφόρων εποχών και προελεύσεων (τόπλες, μαμουντιέδες, τρακοσάρες, μετζίτια, ναπολεόνια, λοΐτζια, ρουμπιέδες, ρούβλια, λίρες, δεκάτα, φλουργκιά, κωσταντινάτα, τάλιρα κλπ.) σε μία, δύο ή τρεις το πολύ σειρές, που φανέρωναν και την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Πάντως οι πληροφορητές μας αναφέρουν ακόμη και σήμερα με θαυμασμό ότι σε γάμους πλουσιοτάτων οικογενειών του Μελιού (π.χ. του Καλούδη), οι νύφες στολίστηκαν με αρέστες από τους ώμους ως τον αφαλό και ως τα πόδια! Οι αρέστες συνδυάζονταν και με τα κορδόνια. Από τις αρχές του αιώνα, αριστερά στο στήθος ή στο κέντρο της τραχηλιάς έβαζαν καμιά φορά και καρφίτσες λογιώ λογιώ. Οι γερόντισσες κι οι χήρες δεν έβαζαν κανένα κόσμημα.

   Απαραίτητο συμπλήρωμα της γυναικείας εμφάνισης ήταν το τσαντάκι, το ρεπίδι (βεντάλια) και σπανιότερα το παρασόλι (ομπρέλα). Τα τσαντάκια ήταν πολύχρωμα πλεχτά πουγκιά, λεπτοδουλεμένα με τη βελόνα ή το κροσεδάκι, αλλά τα καλύτερα ήταν αλυσιδωτά ασημένια ή χρυσοκέντητα βελούδινα.

   Τα κοριτσάκια φορούσαν σε καθημερινή βάση μόνο σκουλαρίγκια. Τις σκόλες έβαζαν το σταυρό του παγιρή τους, κανένα δαχτυλιδάκι ή φιδάκι. Συχνά οι γονείς τούς χάριζαν χαρχάλια, μεγάλα γυάλινα πολύχρωμα βραχιόλια και τσίλια ή ματοστάτες (γαλάζιες ματόχαντρες). Στα μωρά και στα παιδάκια απαραίτητο ήταν το χαμαγλί, το φυλαχτό.

 

Νυφικές φορεσιές

   Καθορισμένη νυφική φορεσιά, διαφορετική από τις άλλες, δεν υπήρχε στο Μελί. Οι νύφες φορούσαν την καλή τους φορεσιά, έτσι όπως διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια της ελληνικής ζωής στο χωριό (περίπου 1880-1922), ραμμένη με ακριβά υφάσματα. Έραβαν για νυφικό ένδυμα μεταξωτά ή βελούδινα μισοφούστανα και πορκάκια σε διάφορα ανοιχτά χρώματα. Οι νύφες φορούσαν το κόκκινο φέσι με τα χρυσά φλουράκια, που στόλιζαν στο μέτωπο, κι από πάνω έβαζαν το χρυσοκέντητο μαντίλι με τις πούλιες. Έπειτα στερέωναν στο μαντίλι άφθονες μπρίλες, λεπτότατα χρυσά ή ασημένια ελάσματα, τα οποία σκέπαζαν σαν πέπλο ολόγυρα το κεφάλι, το πρόσωπο, την πλάτη και το στήθος ως τη μέση, φτάνοντας συχνά και ως το γόνατο. Στόλιζαν και τους κροτάφους με βαρακωμένα πουλουδάκια. Επίσης αρματώνονταν με τα καλύτερα χρουσαφικά τους και φορούσαν απαραιτήτως το διαμαντένιο ή χρυσό δαχτυλίδι, δώρο του γαμπρού. Οι μπρίλες ήταν κοινότατο στολίδι γάμου όχι μόνο στην Ερυθραία, αλλά σε ολόκληρο σχεδόν το σαντζάκι της Σμύρνης. Οτράδες (ίνες) από μπρίλες κρεμούσαν στο πέτο τους ο γαμπρός και όλοι οι καλεσμένοι, ως ένδειξη χαράς. Τα στέφανα, που τα έλεγαν και κορόνες,  ήταν από κληματόβεργα μ’ εννιά κόμπους (μάτια), περιτυλιγμένη με άσπρες και πολύχρωμες κορδέλες.

   Μετά τη βλόγα, στον αντίγαμο (την Τρίτη μετά το γάμο), στις πρώτες επίσημες εμφανίσεις και σε γιορτές, οι νύφες φορούσαν τα δεύτερα, μια φορεσιά πάλι μεταξωτή, αλλά σε διάφορα έντονα χρώματα, πράσινο, κόκκινο, χρυσαφί, ανοιχτό μόρικο κλπ. Σε νεότερες εποχές, ιδίως μετά την παλιννόστηση του 1919, ως νυφικά φορέθηκαν διαφόρων τύπων και χρωμάτων μακριά φουστάνια αστικής μόδας, αγορασμένα από τη Σμύρνη ή ραμμένα στα μοδιστράδικα του Τσεσμέ και της Χίου.

 

Κόμμωση –  Καλλωπισμός

   Φιλόκαλες και λουσούδες σαν γνήσιες κόρες της Ιωνίας, οι γυναίκες του Μελιού έδειχναν ιδιαίτερη φροντίδα στην περιποίηση της κεφαλής και του σώματος, ιδίως του προσώπου. Πολύ συχνά πλένονταν, λούζονταν και άλειφαν το σώμα και το πρόσωπο με αυτοσχέδιες κρέμες. Το πλύσιμο γινόταν με αγνό σπιτικό σαπούνι. Το λούσιμο ήταν ολόκληρη ιεροτελεστία. Προτιμούσαν το βρόχινο νερό βρασμένο με βαγιόφυλλα και βαγιοκούκουτσα, με μερσινιές, λεβάντες και άλλα αρωματικά φυτά, που έδιναν στιλπνότητα και ευοσμία στο μαλλί. Συχνά προμηθεύονταν από τις πελεκανιές (λατομεία) του Τσεσμέ, της Κάτω Παναγιάς και της Αγιά-Παρασκευής (Κιόστε), τον πηλό, ένα λιπαρό κιτρινόχωμα, το οποίο καθάριζε εξαιρετικά τα μαλλιά κατά το λούσιμο και προσέδιδε λάμψη και ομορφιά. Πολλές γυναίκες έβαφαν τα μαλλιά με φρέσκες καρυδόφλουδες ή τα περνούσαν με αλισάχνη (κινά, χένα). Τα μαλλιά θεωρούνταν ένδειξη ομορφιάς, θηλυκότητας και τιμής, γι’ αυτό και δεν τα έκοβαν, γιατί «η κουρεμένη ήτονε γκεβεντισμένη, αξετσίπωτη, μπομπεμένη». Οι χτενισιές ήταν πολλών ειδών, σύμφωνα με τη μόδα της εποχής, την κοινωνική θέση και τον τύπο της γυναίκας. Τα κορίτσια και οι κοπέλες συνήθιζαν τις κοτσίδες, που οι χοντρές λέγονταν πουρμάδες και οι λεπτές βρουλίδες ή βρουλίδγκια. Όσες φαντινίτσες είχαν πλούσια μαλλιά έκαμαν πολλές μικρές πλεξουδίτσες που έφταναν τον – υπερβολικό ίσως – αριθμό των  σαράντα, γι’ αυτό και η λέξη σαρανταπλεξουδίτσα στα ιδιώματα της Ερυθραίας ήταν συνώνυμη της όμορφης κόρης. Άλλες πάλι άφηναν τσουλούφγκια στα πλάγια του μετώπου. Πολύ συνηθισμένες «μοντέρνες» κομμώσεις ήταν ο μπουλαντζές, ο φριτζές, η όργα (χτένισμα της βασίλισσας Όλγας) και κυρίως ο χαμηλός κότσος. Σε τέτοιου τύπου κομμώσεις, πρόσθεταν και μπουμπάργκια με ξένα μαλλιά για ενίσχυση. Οι περασμένης ηλικίας γυναίκες έκαμαν χαμηλούς κότσους ή πλεξουδίτσες που τις πλέκανε με το φακιόλι. Τα μάτια βάφονταν με σουρμέ (ένα είδος μαύρης μπογιάς), τα χείλη με βάμμα (αυτοσχέδιο κοκκινάδι) και τα νύχια με αλισάχνη. Το πρόσωπο το περιποιούνταν με διάργκυρο, με σουλ(ου)μά και τρεμεντίνα, καλλυντικά με βάση τον υδράργυρο και την τερεβινθίνη, τα οποία αποτρίχωναν και λεύκαιναν το δέρμα, καλύπτοντας τις ατέλειές του. Την τρεμεντίνα ή τραμουντίνα μάλιστα δεν την μεταχειρίζονταν μόνες τους οι γυναίκες, αλλά καλούσαν ειδικές ξουρίστρες που αποτρίχωναν μ’ αυτό το υλικό τα πρόσωπα των πελατισσών τους. Υπήρχαν και πολλά αυτοσχέδια καλλυντικά προσώπου, με βάση φυσικά υλικά, όπως αγγούρι, μέλι, γάλα, αβγό, κερί, λεμόνι, πρικαμύγνταλο, τσικουδόλαδο, ελαιόλαδο κ.ά. Οι συνταγές τους αποτελούσαν συνήθως οικογενειακό μυστικό και μεταβιβάζονταν από μάνα σε κόρη. Όσες γυναίκες ασχολούνταν πολύ με την περιποίηση του προσώπου και τον καλλωπισμό ονομάζονταν γενικώς σουρμαδούδες.

Παιδικές φορεσιές          

   Στο Μελί τα παιδιά δεν ντύνονταν όπως οι μεγάλοι. Μέχρι την εφηβική ηλικία, τα αγοράκια των ευπόρων οικογενειών φορούσαν απομιμήσεις στρατιωτικών στολών και κυρίως τα μαρνέρικα (ναυτικά), ή αστικά κουστουμάκια. Όμως συνηθίζονταν πολύ τα ντρίλινα παντελονάκια και τα αλατζαδένια ποκαμισάκια. Στο κεφάλι φορούσαν ψάθινα καπελάκια και πηλίκια, που ήταν πολύ της μόδας.

   Τα κοριτσάκια φορούσαν ρομπίτσες (ευρωπαϊκού τύπου φορεματάκια της εποχής) και κυρίως αλατζαδάκια, πολύχρωμα φουστανάκια από ντόπιο αλατζά. Καμιά φορά έβαζαν κι αυτά μαρνέρικα, με μπελαμάνα και φουστίτσα. Ως κόμμωση των κοριτσιών προτιμούσαν πολύ τις πλεξίδες με τους φιόγκους και τα κορδελάκια.

Θοδωρής Κοντάρας, ΚΕΜΜΕ

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ