Κοινά Λυκίων και Ροδίων

0
1162

Vellerofontis_Chimaira

Κωνσταντίνου Ν. Θώδη, συγγραφέα,ιστορικού ερευνητή –
Ελένης Χ. Μαδιά, απόφ. Τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας Πανεπ. Ιωαννίνων

 

«…φρούριον οχυρόν, επιτετειχισμένον τη χώρα προς Πισιδών, όθεν ορμώμενοι οι βάρβαροι

πολλά έβλαπτον των Φασηλιτών τους την γην εργαζομένους» Διόδ. Σικελ. XVII, 28.

«Ο δε Αλέξανδρος την παραθαλαττίαν πάσαν μέχρι Κιλικίας χειρωσάμενος πολλάς

πόλεις κατεκτήσατο και φρούρια καρτερά φιλοτιμότερον πολιορκήσας τη βία

κατεπόνησεν, εν οις ενός παραδόξως εκράτησε, περί ου δια την ιδιότητα

της περιπετείας ουκ άξιον παραλιπείν…» Διόδ. Σικελ. XVII, 27,7.

 

Εισαγωγή

Η αρχαία Λυκία κατέχει ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις περιοχές της Μικράς Ασίας με ενεργή ανάπτυξη στα πλαίσια του πολιτικού και πολιτιστικού διαλόγου μεταξύ των διαφόρων πόλων του ιστορικού, γεωγραφικού και πολιτισμικού χώρου.Το γεγονός αυτό είχε αποφασιστική επίδραση στην κοινωνικοπολιτική ανάπτυξη της Λυκίας και ανέδειξε τις ιδιαιτερότητες της κοινωνίας και του κράτους της.Παρά το γεγονός, ότι στη Λυκία σποραδικά περιελήφθησαν διάφορα πολιτικά σχήματα της Ύστερης εποχής του χαλκού και της Πρώϊμης εποχής του σιδήρου ~κράτος Χετταίων,αυτοκρατορία Αχαιμενιδών~ ο πληθυσμός της διατήρησε τα εθνοπολιτιστικά χαρακτηριστικά του,τους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς που οδήγησαν στη διαμόρφωση της ύπαρξής της από την αρχαϊκή μορφή με παραλλαγές της μοναρχίας και στη συνέχεια με το αστικό πολιτικό σύστημα.Αυτό το έθνος, ήταν ήδη γνωστό στον Όμηρο με τη συμμετοχή του στον Τρωϊκό πόλεμο στο πλευρό των υπερασπιστών της πόλης. Ήδη, η Λυκία είχε εμπλακεί σε διεθνείς συγκρούσεις από τον 5ο αι. π.Χ. Μετά τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου και τη δημιουργία των ελληνιστικών κρατών που ακολούθησαν το θάνατό του και τα οποία σταδιακά κατέρρευσαν, στη Λυκία διαμορφώθηκε η Λυκιακή Ένωση – «Κοινό των Λυκίων».Για να περιγράψει κανείς την ιστορία της Λυκίας, τους 5ο και 4ο αι. π.Χ.,μπορεί να στηριχθεί κυρίως σε ιστοριογραφικές, αρχαιολογικές, γλωσσικές, επιγραφικές και φιλολογικές πηγές.Μια εξίσου σημαντική πηγή πληροφοριών για τη μελέτη της ιστορίας της Λυκίας είναι και η νομισματική. Μέχρι σήμερα στην ελληνική και ξένη ιστοριογραφία δεν υπάρχει ειδική εργασία για την ιστορία της αρχαίας Λυκίας που να περιγράφει διεξοδικά την εξέλιξη της κοινωνίας της, τη δομή του κράτους, τους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς της, την εξουσία στη μοναρχική της διάσταση, τις κοινότητες αυτοδιοίκησης από την πλευρά της ιστορικής άποψης με συγκριτικές και ιστορικές μεθόδους καθώς και μια διεπιστημονική προσέγγιση.Η ιστορική μελέτη πηγής, η κριτική των διαφορετικών τύπων πηγών, η συγκριτική ανάλυσή τους συμπεριλαμβανόμενης και της τυπολογίας καθώς και οι μέθοδοι της σύγχρονης κριτικής είναι βασικά εργαλεία για μια εκ βάθους μελέτη της ιστορίας της αρχαίας Λυκίας.Για τη Λυκία υπάρχει αναφορά στα έργα των ιστορικών Ηροδότου, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα, Αρριανού, Παυσανία, Διόδωρου Σικελιώτη, Λίβιου, Θεόπομπου, Απολλόδωρου, Πλίνιου Πρεσβύτερου, Αππιανού, Πολύαινου κ.ά. καθώς και των γεωγράφων Στράβωνα,Πτολεμαίου,Ψευδοσκύλακα της Καρυάνδης κ.ά. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε τις πληροφορίες που κατατίθενται στα συγγράματα των Ελλήνων φιλοσόφων, όπως του Αριστοτέλη και των ρητόρων Ισοκράτη, Δημοσθένη, Κικέρωνα, Αθήναιου Ναυκράτιου, Ελιανού κ.ά.Ξεχωριστή θέση κατέχουν τα λογοτεχνικά και ιστορικά έργα Λυκίων συγγραφέων, όπως του Μενεκράτη Ξάνθιου, του Ώλαινου και του Θεόδεκτου, συμπεριλαμβανομένων και των αποσπασμάτων του Αλέξανδρου Πολυίστωρα που καταγράφονται στο έργο του Στέφανου Βυζάντιου.Εξίσου σημαντικές είναι και οι μαρτυρίες των αρχαίων Ελλήνων τραγικών και δραματουργών, κυρίως του Ευρυπίδη, αλλά και των ποιητών Ομήρου, Ησιόδου, Πινδάρου, Βακχυλίδη, Αλκμένη, Καλλιμάχου κ.ά.Σχετικά με τη Λυκία έγραψαν πάνω από 100 αρχαίοι συγγραφείς,αλλά μόνο ένα μικρό ποσοστό από αυτά τα έργα αντικατοπτρίζουν την ιστορική πραγματικότητα αναφερόμενα στην τοπική μυθολογία και τα έθιμα.Φαίνεται,ότι ο χαρακτήρας των στοιχείων τους δεν επιτρέπει τη διαμόρφωση μιας ολιστικής άποψης της ιστορικής διαδρομής των Λυκίων στους 5ο και 4ο αι. π.Χ. λόγω του κατακερματισμού και του επεισοδιακού και σποραδικού χαρακτήρα κατάθεσης αυτών των γεγονότων. Τα ελλιπή στοιχεία στα έργα των αρχαίων συγγραφέων έρχεται να συμπληρώσει η επιγραφική της Λυκίας,τα οποία πολλαπλασιάζονται με τα δεδομένα της αρχαιολογίας και της νομισματικής. Ένα από τα πρώτα έργα που αφορούν την ιστορία της Λυκίας και των κατοίκων της είναι τα επικά ποιήματα του Ομήρου.Καλεί τη Λυκία «μεγάλο βασίλειο» και τους Λυκίους «μεγάλο και σπουδαίο έθνος», οι οποίοι ζούσαν σε «πλούσια και εύφορη περιοχή».Πληροφορίες σχετικά με την προέλευση του λυκιακού έθνους και τα αρχικά στάδια της ιστορικής του διαδρομής περιέχονται στα βιβλία του «πατέρα της ιστορίας» Ηροδότου του Αλικαρνασσέος. Εκεί υπογραμμίζεται η Κρητική καταγωγή των Λυκίων, οι οποίοι έφτασαν εκεί με το Σαρπηδόνα που εξορίστηκε στη Λυκία από τον αδελφό του Μίνωα,βασιλιά της Κρήτης.Ονομάζει τους Λυκίους Τέρμιλους,όρος ο οποίος συναντάται και στις επιγραφές στη Λυκία.Εκτός από τις πολυάριθμες εθνογραφικές και γεωγραφικές παρατηρήσεις, συμπεριλαμβάνονται και μαρτυρίες για τη μητριαρχική δομή της λυκιακής κοινωνίας για το μαντείο του Απόλλωνα στα Πάταρα και τους μάντεις της Τελμησσού.Ο Ηρόδοτος περιγράφει τις πολεμικές συγκρούσεις και τα έθιμα της χώρας, επισημαίνει την ανεξαρτησία των Λυκίων από τον Κροίσο και αναφέρει για την κατάκτησή τους από τον Πέρση Άρπαγο, επικαιροποιώντας την περίπτωση της Ξάνθου και περιγράφοντας την αποικιακή πολιτική των Περσών. Ο Ηρόδοτος αναφέρει για την ένταξη της Λυκίας στο πλαίσιο της δυναστικής εξουσίας από τους σατράπες της Ιωνίας και την καταβολή φόρου 400 ταλάντων. Αναφέρεται επίσης και στη συμμετοχή 50 καραβιών της Λυκίας στην εκστρατεία κατά του Ξέρξη με επικεφαλής το γιο της δυναστείας των Κυβερνίσκων, Σίκα, η οποία αντιστοιχεί στο όνομα της πρώτης δυναστείας, γνωστή από τις επιγραφές ως «Κεζίγα».Αρκετές πληροφορίες μας δίνει και ο Θουκυδίδης.Περιγράφει την αποστολή του Αθηναίου στρατηγού Μελισσάνδρου στη Λυκία για την αφαίρεση και κατακράτηση χρεών για φόρους που σατυρίζεται και στην καλλιτεχνική περιγραφή του Μενάνδρου στην κωμωδία του «Ασπίδα». Υπάρχει αναφορά και στον Ισοκράτη καθώς και στο Στράβωνα για την κατάληψη από τον Αγησίλαο της νήσου Μεγίστης – σήμερα Καστελλόριζο – απέναντι από την Αντίφελλο. Συμμετοχή της Λυκίας στους ελληνοπερσικούς πολέμους αντανακλάται και στα έργα του Διόδωρου ~ αναφορά στον «Έφορο» ~ και του Πλουτάρχου. Ο πρώτος περιγράφει την ένταξη της Λυκίας στο ναυπηγικό πρόγραμμα του Ξέρξη, αναφέρει για την αποτυχία στη δράση του λυκιακού ναυτικού στη Σαλαμίνα καθώς επίσης και τα αποτελέσματα της στρατιωτικής παρουσίας του Κίμωνα στη Λυκία. Ο δεύτερος εξακριβώνει τις πληροφορίες συμπληρώνοντας τις διηγήσεις για την περιγραφή της πολιορκίας της Φασήλιδας. Ο Διόδωρος αναφέρει και για τη συμμετοχή της Λυκίας στην εξέγερση των σατραπών στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία, η οποία ακολουθεί τις πληροφορίες του Θεόπομπου, του Πολύαινου και του Φωτίου. Εκτός αυτού, ο Θεόπομπος και ο Φώτιος επικεντρώνουν την προσοχή τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Περικλή των Λιμύρων κατά της Τελμησσού. Ο Πολύαινος αναφέρει για τη σύγκρουση του Περικλή εναντίον της Φασήλιδας και επίσης για το Μιλήσιο Χαριμένη : «Χαριμένης Μιλήσιος, καταφυγών ες Φασήλιδα, εφορμουσών αυτώ νεών μακρών Περικλέους του Λυκίου, περιθέμενος περιθετήν, πεζή δια της Περικλέους χώρας εσώθη».Για το τέλος της κλασικής εποχής στην ιστορία της Λυκίας, μαρτυρίες έχουμε από τον Αρριανό, ο οποίος περιέγραψε την κατάκτηση της Λυκίας από τον Μ. Αλέξανδρο και στη συνέχεια τη σατραπεία του Νεάρχου. Η πιο σημαντική ομάδα πηγών για την πολιτική ιστορία της Λυκίας τους 5ο και 4ο αι. π.Χ. είναι η συλλογή δεδομένων από την επιγραφική. Τον 20ό αι. δημοσιεύονται συλλογές της κλασικής περιόδου της Μικράς Ασίας, στις οποίες ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι επιγραφές που σχετίζονται με τη Λυκία. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αι. μια σπουδαία και εποικοδομητική εργασία με συστηματική έρευνα και καταγραφή πραγματοποιήθηκε από Γερμανούς επιγραφολόγους. Στα πρώτα χρόνια του 20ού αι. μια σπουδαία έκδοση γι αυτό το θέμα ήταν το βιβλίο του W.Dittenberger «Συλλογή ελληνικών επιγραφών» Τόμοι I – II, Λειψία, 1903-1905. Eπίσης, η δημοσίευση στα γερμανικά της μονογραφίας της σειράς «Ελληνικές επιγραφές πόλεων της Μικράς Ασίας» ~ μέχρι σήμερα δημοσιεύθηκαν 60 τόμοι. Πολλές δημοσιεύσεις βρίσκονται και στις περιοδικές εκδόσεις «EpigraphicaAnatolica ~ EA» και «SupplementumEpigraphicumGraecum ~ SEG». Σημαντικό εργαλείο για τη μελέτη της ιστορίας της Λυκίας αποτελεί το κείμενο «Ιστορικά χρονικά» του δυνάστη Γέργη χρονολογούμενο το 410π.Χ. Περιέχει σημαντικά στοιχεία σχετικά με τις διαπραγματεύσεις του Τισσαφέρνη με τους Σπαρτιάτες και με τη συμμετοχή του Γέργη μετά την ήττα από τους Κάρες του Αμόργη. Όσον αφορά το πολιτικό σύστημα της Λυκίας,υπάρχουν τρία κείμενα στην ελληνική γλώσσα που αποκαλύπτουν τις ιδιαιτερότητες εμφάνισης της Λυκίας ως απολυταρχικού κράτους : το ποίημα του Γέργη,η επιγραφή του Άρβινου προς τιμήν της θεάς Λητώς καθώς και η επιγραφή του ίδιου προς τιμήν της Αρτέμιδας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η επιγραφή του Περικλή των Λιμύρων προς τιμήν του θεού Κρόνου, που την αφιέρωσε μετά τη νίκη του στην ανατολική και κεντρική Λυκία.Το πρώτο πλήρες διάταγμα για την εμφάνιση της Λυκίας ως αστικού κράτους αποτελεί η επιγραφή προς τιμήν της Λητώς που περιέχει πληροφορίες σχετικά με το σχηματισμό κοινοτήτων με βάση το αυτοδιοικητικό σύστημα των Εκατομνιδών σατραπών της Καρίας. Αυτή η πηγή αναφέρθηκε για πρώτη φορά για τους περίοικους – κατοίκους της περιφέρειας – που παριστάνονται στο διάταγμα θεμάτων ως τα μέσα του 3ου αι. π.Χ., καθώς επίσης και σε δύο επιγραφές από την εποχή του Πτολεμαίου Β΄.Το φορολογικό σύστημα με βάση τους Εκατόμνιδες αντανακλάται στο διάταγμα του Πιξώδαρου (341 – 336 π.Χ.) για τους εμπορικούς δασμούς.Μια εξίσου πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την κρατική οντότητα, το σύστημα των κοινωνικών σχέσεων και τη θρησκεία, αποτελούν τα νομίσματα της Λυκίας. Νομισματικές πηγές δημοσιεύονται συχνά, αρχίζοντας από την κλασική εργασία των Imhoof–BlumerFr. «Μικρασιατικά νομίσματα»,Wien,1901-1902.Ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της κοπής νομισμάτων στη Λυκία ήταν ο διαχωρισμός σε ανατολική (περσική) και δυτική (ελληνική – αττική) νομισματική ~ πρότυπα με διαφορετικούς δείκτες βάρους, τα οποία αντιστοιχούσαν στην παρουσία των δύο ισχυρών πολιτικών κέντρων της Λυκίας : της Ξάνθου και των Λιμύρων. Οι αρχαιολογικές πηγές παρουσιάζουν ποικιλία μνημείων. Μεταξύ αυτών αξίζει να αναφέρουμε τους οχυρωμένους οικισμούς της δυναστείας στη Λυκία την κλασική περίοδο, τις νεκροπόλεις των ευγενών κ.ά. Ενδιαφέρουσα ιστοριογραφική πηγή αποτελεί η μονογραφία του A.G.Keen «Δυναστική Λυκία» που αναφέρεται στην πολιτική ιστορία των Λυκίων σε σχέση με τα άλλα κράτη από τον 6ο μέχρι τον 4ο αι. π.Χ. Λαμβάνοντας υπόψη τη δυναστική περίοδο στη Λυκία, ο συγγραφέας δίνει ιδιαίτερη προσοχή στις επαφές της Λυκίας με τη συμμαχία της Δήλου και την Αθηναϊκή αρχή. Σπάνια όμως αναλύει σε βάθος τα ιστορικά γεγονότα, ενώ περιορισμένα χρησιμοποιεί υλικό από τη νομισματική καθώς και κάποιες επιγραφές στην ελληνική γλώσσα. Η πιο εκτεταμένη μελέτη και σε βάθος επισκόπιση της ιστορίας της αρχαίας Λυκίας διεξήχθη από τον Άγγλο εξερευνητή T.Bryce συγγραφέα μιας δίτομης μονογραφικής εργασίας με τον τίτλο «Λυκίων». Το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στην επιγραφική και σε αφηγήσεις. Στις σημειώσεις στο παράρτημα υπάρχουν κείμενα με μεταφράσεις λυκιακών και ελληνικών κειμένων (επιγραφές Αρβίνου και Γέργη). Στο έργο του ο Bryce προσεγγίζει το πρόβλημα της μελέτης των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών της Λυκίας στους 5ο και 4ο αι. π.Χ. Μια επίσης σημαντική και πιο συστηματική εργασία που συνοψίζει όλα τα δεδομένα ~ επιγραφική, νομισματική, αφήγηση ~ έγινε από τον W.A.Childs «Σχέσεις της Λυκίας με τους Πέρσες και τους Έλληνες τους 5ο και 4ο αι. π.Χ.»,Princeton,1978. Ο συγγραφέας αποκαλύπτει την πολιτική διαρχία στη Λυκία και εντοπίζει τα στάδια της σχέσης της Λυκίας με τη συμμαχία της Δήλου και τους Πέρσες. Επίσης, η έρευνα του M.Zimmermann «Iστορική Γεωγραφία της Κεντρικής Λυκίας»,Bonn,1992 και η οποία με βάση τα δεδομένα της αρχαιολογίας αρκετά πειστικά απεικονίζει τις βασικές αλλαγές των συνοικισμών της Λυκίας στα μέσα του 4ου αι. π.Χ., ενώ αρχικά αναλύει αρχαιολογικά τα αποικιακά κέντρα θαλάσσιου εμπορίου της Λυκίας. Εξίσου σημαντική θεωρείται και η εργασία του E.Laroche «Λύκιοι και Έλληνες ως ομόσπονδη κοινότητα», Paris,1957, αφιερωμένη στη συστημική σύγκριση του λυκιακού και ελληνικού τύπου κρατικής δομής. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μονογραφία του R.Behrwald «Η Λυκιακή Ένωση : Μελέτη της ιστορίας και του πολιτεύματος», Bohn,2000, αφιερωμένη στη διαδικασία σχηματισμού της Λυκιακής Ένωσης. Σημαντική τέλος πηγή πληροφοριών αποτελούν και τα έργα του CharlesFellows: «Δημοσίευση κατά τη διάρκεια μιας περιήγησης στη Μικρά Ασία», London,1839 και «Περιγραφή των ανακαλύψεων στη Λυκία κατά τη δεύτερη περιήγηση στη Μικρά Ασία», London,1840. Η Λυκία,όσο κι αν ήταν απομονωμένη από τους Έλληνες της λεκάνης του Αιγαίου και τους άλλους λαούς της ανατολικής Μεσογείου, λόγω του εδάφους της, που ήταν κυρίως ορεινό και μη προσβάσιμο στη θάλασσα, έγινε πόλος έλξης όχι μόνο για τους Έλληνες, κυρίως της Ρόδου, αλλά και για τους άλλους λαούς της περιοχής : Κίλικες, Σύριους, Φοίνικες, Κύπριους και Αιγυπτίους. Αυτό, γιατί το εμπόριο διεξαγόταν από την Ελλάδα μέχρι την Αίγυπτο με ενδιάμεσο σταθμό τα λιμάνια της Λυκίας και της Κιλικίας. Επίσης,τα πλούσια σε ξυλεία δάση της Λυκίας, αποτελούσαν πρώτη ύλη για τη βιομηχανία κατασκευής των αρχαίων πλοίων απ’ τους Φοίνικες, τους Έλληνες και τους Αιγυπτίους και μέσω των οποίων διεξαγόταν το εμπόριο και η ναυτιλία. Από τον Ηρόδοτο γνωρίζουμε, ότι οι Λύκιοι προέρχονταν από την Κρήτη μέσω του Σαρπηδόνα και αρχικά ονομάζονταν Τέρμιλοι, ενώ αργότερα από τον Λύκο, γιο του Πανδίονα, ονομάστηκαν Λύκιοι. Τα έθιμά τους ήταν άλλοτε Κρητικά και άλλοτε Καρικά.Οι Λύκιοι συχνά συγκρούονταν με τους Ροδίους. Οι Ρόδιοι έκαναν μεγάλες προσπάθειες να ισχυροποιήσουν το ρόλο τους στα νοτιοδυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, όχι μόνο με σκοπό να διεισδύσουν στις εύφορες κοιλάδες της Λυκίας, αλλά και με τη σκέψη να αποκομίσουν εμπορικά οφέλη από αυτή τη διείσδυση.Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η Φάσηλις,μοναδική Ροδιακή αποικία, που ιδρύθηκε τον 7ο αι. π.Χ. στην περιοχή της Λυκίας,κοντά στα σύνορα με την Παμφυλία,σ’ ένα μικρό οροπέδιο που περιστοιχιζόταν από παράκτια βουνά. Πληροφορίες για την ιστορία των Λυκίων θα μπορούσαν πραγματικά να προέλθουν,χωρίς αμφιβολία,κυρίως από τους Ροδίους, που γεωγραφικά βρίσκονταν πολύ κοντά,αλλά με δεδομένη την εχθρική διάθεση των δεύτερων για τους πρώτους. Ο αποικισμός της Λυκίας από τους Έλληνες,κυρίως της Ρόδου, διεξήχθη όχι με ειρηνικό τρόπο. Αυτό μαρτυρούν οι δίγλωσσες επιγραφές στα λυκικά και τα ελληνικά καθώς και το Χρονικό του ναού των Λινδίων.Η αύξηση της έντασης με την έναρξη των συγκρούσεων ανάμεσά τους έλαβε χώρα ήδη από τον 9ο-8ο αι. π.Χ. Οι Λύκιοι αντιστάθηκαν στον ελληνικό αποικισμό της Μικράς Ασίας. Ενώ στη βορειοδυτική ακτή της Μικράς Ασίας σημειώθηκε έντονη κινητικότητα, όσον αφορά τον αποικισμό, η περιοχή της Λυκίας τον 8ο-7ο αι. π.Χ. δεν καλύφθηκε από αυτή τη διαδικασία. Όμως, μέσα απ’ αυτές τις συγκρούσεις και με την επικράτηση των Ροδίων, η Λυκία στάθηκε σημαντικός σταθμός για το διεθνές εμπόριο στη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου. Από τη Λίνδο, την Κάμειρο και την Ιαλυσσό, τα πλοία των Ροδίων μέσω της νήσου Μεγίστης προσέγγιζαν και αγκυροβολούσαν στην Τελμησσό, την Αντίφελλο, τη Φασήλιδα, τις Απερλές και συνέχιζαν το ταξίδι τους μέχρι τη Συρία, την Κύπρο ως την Αίγυπτο, μεταφέροντας κυρίως αγγεία που παράγονταν στα φημισμένα εργαστήρια κεραμικής της Ρόδου και της Σάμου, στη Ναύκρατη και την Κυρήνη. Στη σύγχρονη ιστοριογραφία,οι Λύκιοι θεωρούνται έθνος ανατολικής προέλευσης, που μιλούσαν μια γλώσσα που ανήκε στην ινδοευρωπαϊκή ομάδα και ήταν στενά συνδεδεμένη με τη χεττιτική. Οι ερευνητές με βάση την ανάλυση των πληροφοριών για τους Χετταίους, καθώς και αιγυπτιακές πηγές στα τέλη της ύστερης εποχής του χαλκού, επανειλημμένα εξήγαγαν συμπεράσματα σχετικά με την παραδοχή της ταύτισης των πρώτων Λυκίων με το λαό των Lukka.H επιθετική δραστηριότητα των Λυκίων υποδηλώνει την παρουσία μόνιμων ή προσωρινών βάσεων στα νότια παράλια της Μικράς Ασίας ή και της Κύπρου. Ληστρικές συμμορίες Λύκιων πειρατών επιτίθονταν συχνά στα λιμάνια των ακτών της ανατολικής μεσογείου λεηλατώντας μέχρι και τις πόλεις στην περιοχή του Δέλτα του Νείλου – επιστολή Τελ Αμάρν.Ο T.Bryce επισημαίνει την αμφιλεγόμενη φύση των πληροφοριών σχετικά με τον εντοπισμό του έθνους αυτού ως προς την καταγωγή από τους Lukka σε αυτή την επιστολή τον 14ο αι. π.Χ. Ωστόσο, από την επιστολή αυτή εξάγονται συμπεράσματα για τη δραστηριότητά τους.Επίσης,οι Lukka καταγράφονται μεταξύ των ναυτικών λαών με μεγάλη βεβαιότητα.Κι όμως,οι Lukka δεν εμφανίζονται σε αιγυπτιακές πηγές μετά τη βασιλεία του Μερνέπτιχου,μετά το 1220 π.Χ. Αυτές οι «εξαφανίσεις» κρύβουν έναν αινιγματικό χαρακτήρα.Προφανώς, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν την παράμετρο να άλλαξαν την ονομασία τους ή να μετατοπίστηκαν ή να επήλθε συγχώνευση της εθνοτικής τους ομάδας ή και απορρόφησή τους από άλλη ομάδα. Μια μεταγενέστερη πηγή – αποσπάσματα της πραγματείας του Ηρακλείδη Ποντικού – περιέχει και παρέχει σημαντικές πληροφορίες για την αρχαία Λυκία.

 

Στη νοτιοδυτική ακτή της Μικράς Ασίας, ανατολικά της Ρόδου και πολύ κοντά σ’ αυτήν, εκτείνεται η Λυκία. Μια χώρα περιστοιχισμένη με θρύλους και παραδόσεις από τα ομηρικά ακόμη χρόνια. Για πρώτη φορά συναντάμε τους Λυκίους στην «Ιλιάδα» παίρνοντας το μέρος των Τρώων. Οι ηγέτες τους ήταν ο Γλαύκος και ο Σαρπηδόνας. Ο Σαρπηδόνας, σύμφωνα με το μύθο, ήταν αδελφός του Μίνωα που εκδιώχθηκε από την Κρήτη στη Λυκία. Τους Λυκίους θεωρούσαν ως κατασκευαστές των κυκλώπειων τειχών στις Μυκήνες και την Τίρυνθα της Αργολίδας.Οι Κύκλωπες κατά κοινή αποδοχή των μύθων θεωρούνταν ότι ήρθαν από τη Λυκία. Με τους Λυκίους επίσης συνδέεται ο μύθος για το Βελλεροφόντη, το όνομα του οποίου δόθηκε σε έναν ξεχωριστό δήμο της Ξάνθου.Εκεί τοποθετείται και ο τάφος του.Υπάρχει η αντίληψη, ότι συγκεκριμένα στη μυκηναϊκή Αργολίδα, καθώς και στην Κόρινθο, ο μύθος για το Βελλεροφόντη – χωρίς ακόμη να σχετίζεται με τον Πήγασο – μεταφέρθηκε από τη Λυκία.Στη Λυκία διασώθηκαν πολυάριθμοι λαξευτοί τάφοι πάνω σε βράχους. Χωρίς διάσταση απόψεων, όλοι οι περιηγητές που ταξίδεψαν στις πόλεις της Λυκίας την ονομάζουν ομόφωνα «χώρα των τάφων».Συνήθως αυτές οι πόλεις ιδρύθηκαν ψηλά στα βουνά, σε μικρά οροπέδια και αποτελούσαν φυσικά οχυρά.Πιο χαμηλά, στις εύφορες πεδιάδες,πιθανόν διασκορπίστηκαν αγροτικές οικογένειες.Ο Γερμανός περιηγητής LudwigRoss ενθουσιασμένος με την ιδέα ενός νέου γερμανικού εποικισμού των περιοχών της αρχαίας Λυκίας σε αυτές τις «πρακτικές» γνώρισε στους γερμανικούς ιμπεριαλιστικούς κύκλους όλες τις ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά των περιοχών της Λυκίας.Σε μεγάλο βαθμό ο ίδιος συνόψισε την εντύπωση ότι θα μπορούσαν οι λυκιακές πόλεις να γίνουν ευρωπαϊκές.Ο περιηγητής ήταν συνηθισμένος να παρατηρεί προσεκτικά τα ερείπια των ελληνικών και ρωμαϊκών κτισμάτων κατακτώντας άμεσα τον τύπο, τον χαρακτήρα και την όψη της λυκιακής πόλης.Οι σαρκοφάγοι με τις ψηλές θολωτές στέγες ήταν συσσωρευμένοι μέσα και έξω από τα τείχη των πόλεων. Μερικοί από τους τάφους αυτούς μιμήθηκαν την αρχιτεκτονική των προσόψεων του ναού, άλλοι ξύλινα σπίτια με επίπεδες στέγες από ξύλινα δοκάρια και άλλοι σπίτια με μυτερές μετώπες. Όλα τα γλυπτά και αρχιτεκτονικά στοιχεία καλύφθηκαν με ποικιλία χρωμάτων, ενώ υπέστησαν σοβαρές ζημιές από την κατασκευή των βρετανικών γύψινων εκμαγείων.Η πιο κοινή μορφή των λυκιακών τάφων ήταν χαμηλή και στενή, σκαλισμένη σε βράχο, ορθογώνια σπηλιά και απρόσιτη με την τοποθέτησή της σε άλλους.Συνήθως αυτές οι ταφόπλακες χτιζόταν πάντοτε πάνω στα βράχια. Από την ίδια τη μορφή αυτού του είδους ταφής συνάγεται το συμπέρασμα, ότι ήταν κατασκευασμένη έτσι ώστε να συντηρεί ανέπαφη με το εξωτερικό περιβάλλον την τέφρα του πτώματος. Οι πέτρινοι τάφοι εφάπτονταν ο ένας με τον άλλο θυμίζοντας την κυψέλη των μελισσών και συχνά τοποθετούνταν κάθετα ο ένας με τον άλλο.Στη Λυκία υπήρχαν και σαρκοφάγοι ειδικά κατασκευασμένοι από πέτρα σε σχήμα κλίνης ή σε σχήμα αναποδογυρισμένου πλοίου. Ένα άλλο είδος τάφων ήταν οι φέροντες τη μορφή πύργου, όπως η περίφημη στήλη του Αρπάγιδα στην Ξάνθο.Όπως δείχνει η στήλη, η οποία χρονολογείται στις τελευταίες δεκαετίες του 5ου αι. π.Χ., όπως και παρόμοιες μ’ αυτήν και σε άλλες πόλεις της Λυκίας, αυτός ο τύπος συνδέεται με την εξύμνηση και τη δόξα του εκλιπόντος.Η στήλη της Ξάνθου είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα για το γεγονός ότι κατασκευαστής της ήταν ο γιος του Άρπαγου. Έχτισε αυτή τη στήλη στον ιερό περίβολο των δώδεκα θεών της Λυκίας και ως εκ τούτου ηρωοποίησε τον εαυτό του ακόμη και κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ενδιαφέρον επίσης είναι, ότι σε όλους τους τάφους αναφέρεται η γέννηση πάνω σε επιγραφές που δείχνουν ποιος και με ποιο βαθμό συγγένειας μπορεί να είναι θαμμένος σε αυτούς.Αναμφίβολα, αυτά τα μνημεία απαιτούσαν υψηλό κόστος, ενώ συμπλήρωναν το πρόσθετο κόστος αυτών τα ανάγλυφα και τα γλυπτά που τα διακοσμούσαν. Το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι επρόκειτο για ταφικά μνημεία ευγενών με βάση τη γενεαλογική διακλάδωση της οικογένειας. Πού και πώς θάβονταν οι Λύκιοι αγρότες και τεχνίτες, δεν γνωρίζουμε. Ίσως έχτιζαν επίγειους ξύλινους τάφους.Η επανάληψη των τάφων και ο χαρακτήρας των επιτύμβιων επιγραφών μιλούν για την ύπαρξη μιας ισχυρής αριστοκρατίας στη Λυκία με επικεφαλής ίσως τους απογόνους εκείνων των 80 καθαρόαιμων μητριαρχικών οικογενειών που ανέφερε ο Ηρόδοτος. Ήδη στον Όμηρο, συναντάμε το λυκιακό δήμο και τους Λυκίους ευγενείς ~ «αυχίων ηγήτορες άνδρες» ο οπλισμός των οποίων διέφερε από τον ελληνικό. Σε λυκιακά νομίσματα του 5ου και του 4ου αι. π.Χ. συναντάμε ως επί το πλείστον τις εικόνες των τοπικών δυναστών της Λυκίας. Σ’ ένα απόσπασμα από μια πραγματεία του Ηρακλείδη του Ποντικού (387-312 π.Χ.) για τους Λυκίους διαβάζουμε : «Οι Λύκιοι ζουν από την πειρατεία. Δεν εφαρμόζουν τους νόμους, ενώ από τα αρχαία χρόνια διοικούνται από γυναίκες». Ο OscarTreuber θεωρεί, ότι οι μαρτυρίες για τις ληστείες των Λυκίων συνδέονται άμεσα με τις σποραδικές και μεμονωμένες επιθέσεις των Λυκίων ενάντια στα εμπορικά πλοία των Ροδίων. Από τη μια άποψη, ο Treuber προφανώς έχει δίκιο.Οι πληροφορίες σχετικά με την ιστορία της Λυκίας θα μπορούσαν να προέλθουν κατά κύριο λόγο από τους Ροδίους, το νησί των οποίων γεωγραφικά βρίσκεται πολύ κοντά στις ακτές της Λυκίας και οι διαθέσεις τους ήταν πολύ επιθετικές. Από την άλλη πλευρά, η πειρατεία είναι μια πρώϊμη και πρωτόγονη μορφή επικοινωνίας, όταν λείπει η παραγωγή από την αγορά και η ανάγκη για εμπορεύματα που είναι σε έλλειψη είναι αισθητή. Τους Λυκίους συναντούμε και στην αλληλογραφία Τελ – Αμάρν ως πειρατικές φυλές. Ο Αιγύπτιος βασιλιάς Αμενχοτέπ ΙΙΙ πάντα ήταν απασχολημένος με την προστασία των ακτών του Δέλτα από τις πειρατικές επιθέσεις των Λυκίων. Χαρακτηριστικό δείγμα των καλών σχέσεων ανάμεσα στην Αίγυπτο και την Κύπρο, μεταξύ φαραώ Αχενατόν και βασιλιά της Αλασίας, είναι η αναφορά του δεύτερου που ονομάζει τον πρώτο αδελφό και σύμμαχο και τον προτρέπει να μη συνάψει συνθήκη ειρήνης με τους Χετταίους. Το σύμφωνο φιλίας ήταν ταυτόχρονα και σύμφωνο συνεργασίας ως προς την πάταξη της πειρατείας των Λυκίων, οι οποίοι στην Κύπρο συχνά προέβαιναν σε επιδρομές λεηλατώντας και ληστεύοντας τους οικισμούς του νησιού. Λυκίους μισθοφόρους συναντούμε στην Αίγυπτο κατά τη διάρκεια της 16ης δυναστείας των Φαραώ. Μ’ αυτό τον τρόπο, κατά τη διάρκεια των αιώνων,οι Λύκιοι εμφανίζονταν ως πολεμικές φυλές που τροφοδοτούσαν πειρατές και μισθοφόρους. Όλοι οι ερευνητές συμφωνούν, ότι οι Λύκιοι αντιτάχθηκαν στον ελληνικό αποικισμό της Μικράς Ασίας. Ενώ η βορειοδυτική ακτή της Μικράς Ασίας ήταν καλυμμένη με ένα ισχυρό δίκτυο ελληνικών αποικιών, στο οποίο οι αυτόχθονες είτε παραγκωνίστηκαν εσωτερικά, είτε κατέληξαν να εξαρτώνται από τις αποικίες, είτε τελικά συμμετείχαν στην ομάδα του εποικισμού, η Λυκία παρέμεινε ανέγγιχτη από το ελληνικό κίνημα του αποικισμού. Κατά τη διάρκεια του 9ου, 8ου, 7ου και ίσως ενός μέρους του 6ου αι. π.Χ.,οι Ρόδιοι αγωνίστηκαν κατά των Λυκίων προσπαθώντας να αποκτήσουν πρόσβαση στις ακτές της Λυκίας και μ’ αυτό τον τρόπο να διεισδύσουν στις εύφορες και πλούσιες κοιλάδες της εκμεταλλευόμενοι την άφθονη ξυλεία των δασών της, που θα χρησιμοποιούσαν ως πρώτη ύλη για τη ναυπηγική βιομηχανία τους.Στα νοτιοανατολικά παράλια της Μικράς Ασίας, από πολύ νωρίς φαίνεται, ότι ακόμη και πριν από τη Γέλα ιδρύθηκε στα σύνορα της Λυκίας με την Παμφυλία η Ροδιακή αποικία Φάσηλις, πρώτη και μοναδική ελληνική αποικία στη Λυκία. Για την ίδρυση της Φασήλιδας από τους Ροδίους σε μας έφτασαν λιγοστές πληροφορίες. Σ’ ένα απόσπασμα του Φιλοστέφανου της Κυρήνης που παραθέτει ο Αθήναιος ο Ναυκράτιος, ιδρυτής της Φασήλιδας ήταν ο Αργείος Λάκιος, τον οποίο κάποιοι θεωρούσαν ως Λίνδιο και αδελφό του Αντίφημου, ιδρυτή της Γέλας στη Σικελία.Αυτός στάλθηκε από τον Μόψο, γιο της Μαντώς και κόρης του μάντη Τειρεσία, στην ανατολή για την ίδρυση της Φασήλιδας, όπου αγόρασε γη από κάποιον Κίλαβρο ή Κάλαβρο με αντάλαγμα παστωμένα ψάρια. Γι αυτό κάθε χρόνο οι πολίτες της Φασήλιδας θυσίαζαν παστωμένα ψάρια τιμώντας τον Κίλαβρο ως ήρωα. Σε μια δεύτερη παραλλαγή του μύθου, τα αδέλφια Λάκιος και Αντίφημος έφτασαν στους Δελφούς, όπου η Πυθία διέταξε τον Λάκιο να πλεύσει προς την ανατολή του ηλίου και στον Αντίφημο που γέλασε προς τη δύση.Μια τρίτη παραλλαγή συναντάμε στο απόσπασμα του Ιεροπίθου* : Ο Λάκιος ξεκινώντας για την ίδρυση αποικίας πρότεινε στον βουκόλο Κίλαβρο να βοσκήσει τα πρόβατά του, να καλλιεργήσει τη γη ή να προσφέρει παστωμένα ψάρια. Ο Κίλαβρος προτίμησε τα παστωμένα ψάρια. Αυτή η διήγηση έδωσε τελικά την εξήγηση του εθίμου των Φασηλιτών για τη θυσία των παστωμένων ψαριών. Σύμφωνα με τον OttoImmish, ο ήρωας του μύθου Μόψος, η Μαντώ και ο Λάκιος συνδέονται με το ιερό του Απόλλωνα στην Κλάρο, κοντά στην Κολοφώνα. Η ιέρεια του Απόλλωνα στην Κλάρο, Μαντώ, επιστρέφοντας από τους Δελφούς πιάστηκε αιχμάλωτη στην Κλάρο και εκεί παντρεύτηκε τον ηγεμόνα της Κλάρου Ράκιο ή Λάκιο από την Κρήτη. Από το γάμο τους γεννήθηκε ο Μόψος, ο οποίος μετά έγινε ιδρυτής της Κολοφώνας. Ο Ράκιος/Λάκιος θεωρούνταν τόσο Αργείος, όσο και Λίνδιος.

 

* Ο Ιερόπιθος ήταν Έλληνας ιστορικός και συγγραφέας της πραγματείας «Χρονικό Κολοφωνίων» μη διασωθείσας σήμερα, καθώς επίσης και ενός αποσπάσματος για την ίδρυση της ελληνικής αποικίας Φασήλιδας, που έγινε γνωστό από τον Αθήναιο στο έργο του «Δειπνοσοφιστές». Το χρονικό των Κολοφωνίων ήταν αφιερωμένο στην Kρητική μυθολογία και την ιστορία της Κρήτης. Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας παρουσιάζει το μύθο για τον Ράκιο ή Λάκιο, ένα πρόσωπο από την αρχαία ελληνική μυθολογία χρονικά αμέσως μετά τον Τρωϊκό πόλεμο ή τον 8ο αι. π.Χ.

Στην Παμφυλία ο Λάκιος/Ράκιος ήταν γνωστός ως σύζυγος της Μαντώς και πατέρας του Πάμφυλου. Στην εκδοχή του Ιεροπίθου δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι η ιστορία εμφάνισης της Κολοφώνας συνδέεται με την ίδρυση της Φασήλιδας. Η κρητική καταγωγή του Λάκιου/Ράκιου δείχνει σύμφωνα με τον Immish, ότι η κρητική καταγωγή αντιστοιχεί στον αρχαίο μύθο της Κολοφώνας, ενώ ο γάμος με τη Μαντώ δεν είναι ο πρωταρχικός. Το ιερό της Κλάρου, προφανώς ήταν πολύ παλιό και η λατρεία του ανάγεται στην προελληνική περίοδο λατρείας της ηλιακής θεότητας με μια μορφή γυναικείας θεότητας στην κεφαλή του. Αργότερα, ίσως τον 8ο αι. π.Χ., η μορφή της αρχαίας ιέρειας παίρνει τα χαρακτηριστικά της ιωνικής Σίβυλλας*.

 

* Στην αρχαιότητα οι Σίβυλλες ήταν γυναίκες με μαντική ικανότητα, που μάντευαν αυθόρμητα όταν έρχονταν σε έκσταση για μελλοντικά γεγονότα, συνήθως δυσάρεστα. Πίστευαν, ότι δέχονταν την επίσκεψη κάποιου θεϊκού πνεύματος. Δεν είχαν κάποια σχέση με τα γνωστά μαντεία.

Αυτή μας παριστάνει τη μορφή της Μαντώς, μητέρας του Μόψου, νικητή των Κάρων,ο οποίος εκδιώχθηκε από την Κλάρο και στάθηκε τελικά μεσολαβητής ανάμεσα στην Κλάρο και τους Ίωνες.Πατέρας του Μόψου θεωρείται ο Απόλλων,ενώ ο Λάκιος/Ράκιος σταδιακά υποβιβάστηκε σε δευτερεύοντα ρόλο.Θεωρείται πολύ ενδιαφέρον, ότι η ίδρυση της Φασήλιδας συνδέεται με το ιερό της Κλάρου και τους θρύλους για την ίδρυση της Κολοφώνας κι αυτό επειδή ο Ιερόπιθος περιλαμβάνει τη μαρτυρία για την ίδρυση της Φασήλιδας στην πραγματεία του «Ιερά Κολοφωνίων».Σε σχέση με τον αρχαίο Κρητικό ήρωα Λάκιο/Ράκιο, τη Φασήλιδα και την Κλάρο, καθώς και με τις αποικίες των νότιων παραλίων της Μικράς Ασίας, επίσης γίνεται λόγος για κάποιες από τις αφηγήσεις που συνδέουν τη Φασήλιδα ως αποικία των Ροδίων με κέντρο το Ιερό της Κολοφώνας. Αυτή η σχέση φαίνεται και μέσα από τις θυσίες των ψαριών που τελούνταν σε ετήσια βάση στη Φασήλιδα και επίσης με την υδρομαντεία στην Κλάρο.Ταυτόχρονα,το έθιμο των κατοίκων της Φασήλιδας, όπως σημειώνεται και στη βιβλιογραφία, συνδέεται με τα μαντεία της Λυκίας και τη θυσία των ψαριών και διασώθηκε στον Αθήναιο στο απόσπασμά του για τον Πολύχαρμο. Επίσης, το λυκικό μαντείο στα Σούρα* συνδεόταν με τη λατρεία του Απόλλωνα.

 

* Η ιχθυομαντεία αποτελεί και αυτή αρχαία μαντική τέχνη, που ήταν διαδεδομένη κυρίως στα Σούρα της Λυκίας,σύμφωνα με την οποία εξετάζοντας τις κινήσεις των ψαριών προέβλεπαν κάποια γεγονότα στο μέλλον.

Το επιγραφικό υλικό της Ρόδου παρέχει μια σειρά από κοινές ονομασίες,οι οποίες συναντώνται παράλληλα στην Κολοφώνα και την Έφεσο. Στη Ρόδο υπήρχε η αρχαία φυλή των Αλφιμενιδών στην Κάμειρο. Επανάληψη του ονόματος του Ρόδιου ήρωα Αλφιμένη σε ονόματα της Εφέσου και της Καμείρου, παρουσία του ονόματος Αγήτωρ και Εγήτωρ στη Λίνδο και την Έφεσο καθώς και Αγητορίς και Εγητορίς στη Λίνδο και την Κολοφώνα φαίνεται περίσταση που αξίζει την προσοχή και γι αυτό μαρτυρούν και κάποιοι πολύ ισχυροί δεσμοί της Κολοφώνας με τη Ρόδο. Αυτά τα ευρήματα επιβεβαιώνονται έμμεσα από τον Ηρόδοτο ως προς το σημείο, ότι μόνο οι Κολοφώνιοι και οι Εφέσιοι δεν γιόρταζαν την κοινή ιωνική γιορτή των Απατουρίων*.

 

* Τα Απατούρια ήταν αρχαία γιορτή των ιωνικών πόλεων που διαρκούσε τρεις ημέρες και ήταν αφιερωμένη στον πανηγυρισμό της εγγραφής των παιδιών στους φρατρικούς καταλόγους. Η εγγραφή αυτή γινόταν έπειτα από τον όρκο του πατέρα πως είχε νόμιμη γυναίκα του τη μητέρα του παιδιού και με ψηφοφορία της φρατρίας. Προστάτες της γιορτής ήταν αρχικά ο Δίας και η Αθηνά ~ φράτριος και φρατρία ~ και αργότερα προστέθηκε ο Διόνυσος. Εκτός από την Έφεσο και την Κολοφώνα, όλες οι άλλες ιωνικές πόλεις – και η Αθήνα, επίσης – γιόρταζαν τα Απατούρια με μεγάλη λαμπρότητα.

Οι πόλεις της Ρόδου, όπως επίσης και η Κολοφώνα και η Έφεσος, εκτός από το κοινό συμφέρον στις εξωτερικές σχέσεις τους, κατείχαν 3 ισχυρά ιερά μεταξύ τους : Οι Ροδιακές πόλεις το ιερό της Αθηνάς της Λίνδου, η Έφεσος το ιερό της Αρτέμιδας και η Κολοφώνα το ιερό της Κλάρου. Με βάση τις μαρτυρίες των ίδιων των Ροδίων, όπως αναφέρει το «Χρονικό του ναού των Λινδίων* », οι μνήμες για τις αποικίες στη Λυκία συνδέονται με την εκδήλωση των πολεμικών προετοιμασιών και εκστρατειών. Μια φράση από ένα κείμενο του χρονικού αναφέρει : «τοι μετά Κλευβούλου στρατεύσαντες εις Λυκίαν ασπίδας οκτώ και τωι αγάλματι στεφάναν χρυσέαν, ως ιστορεί Τιμόκριτος εν τα α τας χρονικάς συντάξιος, Πολύζαλος εν ται δ ταν ιστοριάν (5,XXIII)». Αυτό είναι το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο για την εκστρατεία του τυράννου της Λίνδου Κλεόβουλου στη Λυκία με αναφορές ενός ιστορικού του 3ου ή του 2ου αι. π.Χ. ονομαζόμενου Τιμόκριτου και του Ρόδιου ιστορικού από την Ιαλυσσό, Πολύζαλου. Επίσης, ένα αφιέρωμα των Φασηλιτών με ανάθημα ένα κράνος κι ένα κυρτό σπαθί πάνω στα οποία ήταν γραμμένο : «Φασηλίται κράνη και δρέπανα, εφ ων επεγέγραπτο· Φασηλίται από Σολύμων ται Αθαναίαι ται Λινδίαι, Λακίου του οικιστά αγευμένου, ως αποφαίνεται Ξεναγόρας εν ται α τας χρονικάς συντάξιος (6,XXIV)» με αναφορά στο Ρόδιο ιστορικό Ξεναγόρα, τέλη 4ου αι. π.Χ. Σ’ αυτή την επιγραφή απεικονίζονται τα λάφυρα των Φασηλιτών από τη νίκη τους στον πόλεμο με τους Λυκίους.Ο ChristianBlinkenberg ορθά υπενθυμίζει και την περιγραφή του Ηροδότου για τον οπλισμό των Λυκίων : « Είχαν μαχαίρια και κυρτά σπαθιά». Οι Σόλυμοι ήταν προφανώς μια από τις φυλές που διέφεραν από τους Τέρμιλους που ζούσαν στην περιοχή της Φασήλιδας. Από αυτούς το βουνό δίπλα στην πόλη ονομάστηκε Σόλυμα. Ίσως ήταν μια από τις φυλές της Πισιδίας. Ο Blinkenberg χρονολογεί το γεγονός της ίδρυσης της Φασήλιδας στο 690 π.Χ. θεωρώντας ότι οι Ρόδιοι σχετίζονται με την αφιέρωση των Φασηλιτών κατά τη διάρκεια ίδρυσης της πόλης ή λίγο καιρό μετά από αυτή. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί εδώ, ότι κατά την άποψη των ιστορικών της Ρόδου, η ίδρυση της Φασήλιδας δεν ακολούθησε μια ειρηνική διαδικασία, όπως αυτό διασώθηκε από τη λογοτεχνική παράδοση και σχετίζεται με τον Αθήναιο και με βάση την οποία η γη αγοράστηκε από τον Κίλαβρο/Κάλαβρο με τίμημα τα παστωμένα ψάρια. Εδώ αντικατοπτρίζεται μια άλλη και περισσότερο πιθανή εκδοχή : «Η γη της Φασήλιδας κατακτήθηκε από Ρόδιους αποίκους με δεδομένη την εχθρική διάθεση των ντόπιων». Στην πρώτη έκδοση του χρονικού, ο Blinkenberg ορθά επισήμανε ότι «οι Λύκιοι εμφανίζονται εδώ μόνο ως ηττημένοι από τον εχθρό». Στη διαδρομή από τη Ρόδο στην Κιλικία, η Φάσηλις ήταν το πιο βολικό και το πιο συχνά επισκέψιμο λιμάνι και αργότερα με την ακμή της Ροδιακής εμπορικής ναυτιλίας, η Φασήλιδα ήταν η κυριότερη ναυτική βάση της Ρόδου στην ανατολή. Πρώτος ταξιδιώτης – επιστήμονας που επισκέφθηκε τη Φασήλιδα ήταν ο FrancisBeaufort, ο οποίος μας άφησε μια λεπτομερή περιγραφή των ερειπίων της. Περιγράφει τη σύγχρονη ακτή ως ένα σωρό από ψάθες με βράχια που σκεπάζονται με πυκνά και όμορφα δάση, καθώς και με χαράδρες που φθάνουν ως τη θάλασσα. Αειθαλείς θάμνοι βρίσκονται πίσω από τα κίτρινα ασβεστολιθικά πετρώματα. Πάνω από τη θάλασσα βρίσκεται η κορυφή Ταχταλί Νταγ με λίγα χιόνια την άνοιξη πάνω της. Οι ντόπιοι διηγούνται στον Beaufort, ότι από τις πηγές καθαρού νερού που πηγάζουν στην κορυφή, τριαντάφυλλα ανθίζουν στα βουνά όλο το χρόνο, παρά το χιόνι. Ωστόσο, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε, ότι τα τριαντάφυλλα της Φασήλιδας παρήγαγαν την πιο γνωστή αλοιφή στην αρχαιότητα.Σε μια μικρή χερσόνησο που βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού Ταχταλί Νταγ τοποθετείται η Φάσηλις, αρχικά με ένα λιμένα και στα χρόνια του Στράβωνα ήδη με τρεις λιμένες. Στα περίχωρά της βρισκόταν μια λίμνη που σήμερα έχει μετατραπεί σε βάλτο. Ήδη, ο Λίβιος μίλησε για τη Φασήλιδα ως μια ανθυγιεινή περιοχή. Η πόλη βρισκόταν χτισμένη σε ένα οροπέδιο φυσικά προστατευμένο από τα βράχια της θάλασσας, τα οποία έπεφταν απότομα σ’ αυτήν από ύψος 18 μέτρων. Ο Beaufort σημειώνει,ότι το ακρωτήριο στο οποίο ήταν τοποθετημένη η πόλη, αποτελούνταν από ελαφρόπετρα που εκτιθόταν στα κύματα της θάλασσας.Αυτές οι πέτρες «τρώγονταν» από τη θάλασσα και ο Beaufort σε πολλά σημεία παρατήρησε υπολείμματα τσιμενταρισμένων κυκλικών θεμελίων από γκρεμισμένα κτίρια.Γι αυτό και η ίδια η χερσόνησος και η πόλη πάνω σ’ αυτήν συρρικνώθηκαν στα σημερινά όρια. «Αν η καταστροφή που προήλθε από τη θάλασσα θα προχωρήσει με την ίδια αναλογία, γράφει ο Beaufort, τότε σύντομα από τη Φασήλιδα θα παραμείνουν ελάχιστα ίχνη. Η χερσόνησος θα συρρικνωθεί σταδιακά και θα μετατραπεί σε ένα άμορφο ύφαλο κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας».Στα χρόνια του Beaufort, δηλαδή στις αρχές του 19ου αι., υπήρχε η δυνατότητα να διακρίνει κανείς ακόμη τα ερείπια ενός τεχνητού λιμενοβραχίονα στο νοτιοδυτικό λιμένα της πόλης ~ οι μεταγενέστεροι περιηγητές δεν τον βρήκαν.Ο Beaufort βρήκε και τη θέση της νεκρόπολης της Φασήλιδας, έξω από την πόλη στις ακτές του βορειοδυτικού λιμένα, ανάμεσα στη λίμνη και το λιμάνι, ενώ μέρος των σαρκοφάγων είχαν σκεπαστεί από το νερό. Στο μικρό βορειοδυτικό λιμένα, που είναι καλά προστατευμένος από ανέμους και καταιγίδες, βρίσκεται ένα τεχνητό ανάχωμα πάνω στο οποίο διακρίνεται μια φαρδιά λεωφόρος ~ 400 μ. μήκους και 30 μ. πλάτους ~ που οδηγούσε στα ερείπια των μεγάλων κτιρίων, ανάμεσα στα οποία, σύμφωνα με τον Beaufort, βρισκόταν ο δωρικός ναός της Αθηνάς. Κάποτε, αυτή τη λεωφόρο κοσμούσαν αγάλματα τοποθετημένα πάνω σε καθίσματα. Αναφορά για το ναό της Αθηνάς στη Φασήλιδα συναντάμε και στον Παυσανία : Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στο ναό εκτιθόταν το δόρυ του Αχιλλέα, με το οποίο κάποτε τραυματίστηκε ο Τήλεφος. Όπως φαίνεται, ο μύθος για τον Τήλεφο που συνδέεται με την ένταση των σχέσεων ανάμεσα στη Ρόδο και τη Λυκία, πήρε όχι μόνο θρησκευτική, αλλά και πολιτική χροιά.

* Το Χρονικό του Ναού των Λινδίων βρίσκεται σήμερα στη Δανία στο ιδιωτικό μουσείο της Κοπεγχάγης «NyCarlsbergGlyptotek».

 

Σύμφωνα με το μύθο, το τραύμα που είχε προκαλέσει ο Αχιλλέας με το κοντάρι του στο μηρό του Τήλεφου δεν γιατρευόταν.Ο Τήλεφος ζήτησε χρησμό από το μαντείο του Απόλλωνα στα Πάταρα και πήρε την απάντηση πως αυτός που τον είχε πληγώσει θα τον θεράπευε. Γνωρίζοντας ότι είχε πληγωθεί από τον Αχιλλέα, ο Τήλεφος ξεκίνησε για την Ελλάδα. Για να μην τον αναγνωρίσουν, όμως, ντύθηκε ζητιάνος…

 

Πολύ κοντά σε αυτά τα ερείπια, που ακριβώς δεν προσδιόρισε ο Beaufort, βρισκόταν το μικρό θέατρο της Φασήλιδας ~ των αυτοκρατορικών χρόνων ~ όπως προκύπτει από τις επιγραφές που βρέθηκαν εδώ και συνδέονται με την οικοδόμηση του θεάτρου της Τυνδαρίδας*.

 

* Η αρχαία Τυνδαρίδα ήταν ένα οχυρό στη Σικελία σε μια θέση που από ψηλά επιτηρούσε το Τυρρηνικό πέλαγος και τα Αιολικά νησιά. Το θέατρό της ήταν εντυπωσιακό.

Η επίπεδη κορυφή της χερσονήσου καλύφθηκε από τις κατεστραμμένες σύγχρονες οικοδομές, ανάμεσα στις οποίες επίσης, βρέθηκαν ερείπια και της αρχαίας πόλης. Από τα ευρήματα στο χώρο της νεκρόπολης της Φασήλιδας πρέπει να σημειώσουμε τα υπολείμματα ενός μαυσωλείου και κάποιων σαρκοφάγων. Όλοι οι σαρκοφάγοι είχαν συλληθεί και δεν είχαν επιγραφές, ενώ μόνο σε μια βρέθηκε στο εσωτερικό της σκελετός. Στην ακτή υπήρχαν 2 μεγάλες σαρκοφάγοι από λευκό μάρμαρο διακοσμημένες με μεγάλη πολυτέλεια. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες σαρκοφάγους, που είχαν θολωτές στέγες, αυτές είχαν λείες και επίπεδες στέγες απεικονίζοντας τη μορφή ανδρός. Στη μια από τις σαρκοφάγους υπάρχει διακόσμηση με λουλούδια και φρούτα, ενώ στην άλλη υπάρχει γλυπτή διακόσμηση από μια πομπή κηδείας καθώς και μια σκηνή κυνηγιού αγριόχοιρου, ρινόκερου και ελέφαντα. Όταν την επόμενη χρονιά επέστρεφε ο Beaufort στη Φασήλιδα με την πρόθεση να δημιουργήσει γύψινα εκμαγεία των γλυπτών, αυτό ήταν αδύνατο, γιατί τα κύματα είχαν καταστρέψει σημαντικό μέρος των γλυπτών.Ο CarlRitter διατύπωσε την υπόθεση, ότι εδώ θα μπορούσαν να βρίσκονται θαμμένοι ξένοι ευγενείς, ίσως Αιγύπτιοι, αλλά αυτό σχετίζεται με την ύστερη ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο. Διασώθηκαν και επιγραφές που αναφέρονται στα ελληνιστικά χρόνια.Η συμμετοχή της Φασήλιδας στην ίδρυση της Ναύκρατης στα χρόνια του Άμαση* (560 π.Χ.) μιλά για στενές σχέσεις με την Αίγυπτο και μεγάλο ενδιαφέρον για το εμπόριο. Από μια αναφορά του Θουκυδίδη μπορεί κανείς να συμπεράνει, ότι τον 5ο αι. π.Χ. η Φάσηλις ήταν ένας εξαιρετικά σημαντικός σταθμός επαφής μεταξύ της Συρίας, της Φοινίκης και της Ελλάδας.Το εμπορικό δρομολόγιο από τη Ρόδο στην Κιλικία, τη Φοινίκη και τη Συρία περνούσε μέσω της Φασήλιδας.Ο Ηρόδοτος γράφει :

 

* «Φιλέλλην δε γενόμενος ο Άμασις, άλλα τε ες Ελλήνων μετεξετέρους απεδέξατο, και δη και τοισί απικνευμένοισι ες Αίγυπτον έδωκε Ναύκρατιν πόλιν ενοικήσαι· τοισί δε μη βουλομένοισι αυτών οικέειν αυτού δε ναυτιλλομένοισι έδωκε χώρους ενιδρύσασθαι βωμούς και τεμένεα θεοίσι.Το μεν νυν μέγιστον αυτών τέμενος και ονομαστότατον εόν και χρησιμώτατον, καλεύμενον δε Ελλήνιον, αίδε οι πόλιες εισί αι ιδρυμέναι κοινή Ιώνων μεν Χίος και Τέως και Φώκαια και Κλαζομεναί, Δωριέων δε Ρόδος και Κνίδος και Αλικαρνησσός και Φάσηλις…»

Ο βασιλιάς Άμασις δημιούργησε το 560 π.Χ. τη Ναύκρατη, το μοναδικό αιγυπτιακό λιμάνι ανοιχτό στο ελληνικό εμπόριο, ενώ πήρε και Έλληνες μισθοφόρους στο στρατό του. Η Φάσηλις ιδρύθηκε σε εχθρική χώρα και έμοιαζε με τείχος. Από το βορρά, τη δύση και το νότο χωριζόταν από την υπόλοιπη Λυκία με απόκρημνους ορεινούς όγκους που έφταναν μέχρι το επίπεδο τόξο του κόλπου της Παμφυλίας. Ο δρόμος για τη Φασήλιδα περνούσε κατά μήκος αυτών των ορεινών όγκων μέσω της ακτογραμμής. Η διαδρομή ήταν βατή μόνο με βόρειους ανέμους που απωθούσαν τα κύματα από την ακτή. Το χειμώνα, ιδιαίτερα όταν φυσούσαν ισχυροί νοτιάδες, ο δρόμος πλημμύριζε και τα νερά χτυπούσαν με δύναμη πάνω στα βράχια.

Η μετάβαση του Αλεξάνδρου από τη Φασήλιδα στην Πέργη από το νερό μέσω της «σκάλας της Παμφυλίας» θεωρήθηκε ως θαύμα και γέννησε πολλούς μύθους.Στον Αρριανό διαβάζουμε, ότι ο Αλέξανδρος φθάνοντας στη Φασήλιδα κατέστρεψε τον οχυρωματικό πύργο των Πισιδίων που ήταν χτισμένος στους λόφους πάνω από την πόλη, απ’ όπου οι αυτόχθονες επιτίθονταν στους περιοίκους που καλλιεργούσαν τα χωράφια στα περίχωρά της.Οι επιδρομές γίνονταν κυρίως έξω από τα τείχη της πόλης και ήταν σποραδικές. Γράφει ο JohannGustavDroysen στο βιβλίο του «Ιστορία του ελληνισμού» για τη μετάβαση του Αλεξάνδρου :

«…Στη συνέχεια ο βασιλιάς έφτασε στη Φασήλιδα.Αυτή η πόλη, δωρικής προέλευσης και αρκετά σημαντική για το γεγονός ότι αφ’ ενός μεν κράτησε τον ελληνικό ρυθμό μέσα στο περιβάλλον της Λυκίας, αφ’ ετέρου είχε μια εξαιρετικά ευνοϊκή θέση στον κόλπο της Παμφυλίας με τα τρία λιμάνια της, στα οποία χρωστούσε τον πλούτο της. Δυτικά, κάποιες πλαγιές ανεβαίνουν προς τα πάνω και φτάνουν μέχρι ύψους 7000 ποδών σχηματίζοντας το τόξο γύρω από τον κόλπο της Παμφυλίας, που βρίσκεται τόσο κοντά στη θάλασσα, ώστε το στενό σε πολλά σημεία του δεν καλύπτει το δρόμο που δημιουργείται κατά μήκος της ακτής, μόνο όταν οι βόρειοι άνεμοι διώχνουν τα νερά από την ακτή. Όποιος δεν επιλέξει αυτό το δρόμο είναι αναγκασμένος να ακολουθήσει μια δύσκολη και μακρά πορεία μέσα από τα βουνά, η οποία παρεμποδίζεται από μια φυλή της Πισιδίας, η οποία έχτισε ένα οχυρό στο βουνό κι από εκει ορμούσε ληστεύοντας τους κατοίκους της Φασήλιδας.Ο Αλέξανδρος, μαζί με τους Φασηλίτες, επιτέθηκε σε αυτή τη ληστρική φωλιά και την εξόντωσε. Αυτή η ευτυχής λύτρωση των κατοίκων που ζούσαν σε μόνιμη ανησυχία και η νίκη του Μακεδόνα βασιλιά γιορτάστηκαν με πανηγυρικό τρόπο, δεδομένου, ότι πρώτη φορά η πόλη έβλεπε ελληνικό στράτευμα μετά τη νίκη του Κίμωνα στον ποταμό Ευρυμέδοντα της Παμφυλίας (467 π.Χ.)».

Ο Κίμωνας ξεκίνησε από το Τριόπιο της Κνίδου με 200 πλοία πλέοντας προς την Παμφυλία, μόλις πληροφορήθηκε τη συγκέντρωση εκεί του περσικού στρατεύματος. Φτάνοντας στη Φασήλιδα, οι κάτοικοι δεν δέχτηκαν τα ελληνικά πλοία, επειδή δεν ήθελαν να αποστατήσουν από τον Πέρση βασιλιά. Ο Κίμωνας πολιόρκησε την πόλη και κυριεύοντάς την άρχισαν οι στρατιώτες του να την λεηλατούν. Με τη μεσολάβηση των Χίων που είχαν φιλικές σχέσεις με τους Φασηλίτες και έλαβαν μέρος στην εκστρατεία, ο Κίμωνας έλυσε την πολιορκία της πόλης με όρο να τον ακολουθήσουν και να πληρώσουν εισφορά 10 ταλάντων. Και συνεχίζει ο Droysen:

«Ο Αλέξανδρος φαινόταν χαρούμενος αυτές τις ημέρες. Μετά από ένα από αυτά τα γλέντια, τον είδαν να περνά με τη συνοδεία του σε πομπή θριάμβου από την αγορά της Φασήλιδας στο σημείο όπου υπήρχε το άγαλμα του Θεόδεκτου, το οποίο στόλισε με στεφάνια λουλουδιών για να τιμήσει τον αγαπημένο του ποιητή. Εκείνες τις ημέρες καταστρώθηκε ένα χαμηλής προσδοκίας σχέδιο, διπλά χαμηλής, επειδή αυτό προήλθε από τον Παρμενίωνα, έναν από τους πιο γνωστούς και ικανούς στρατηγούς του Αλεξάνδρου, στον οποίο αυτός πολλά συγχώρεσε και ακόμη περισσότερα εμπιστεύθηκε. Το βασιλιά, όχι μόνο μια φορά τον είχαν προειδοποιήσει, αλλά και πρόσφατα η μητέρα του η Ολυμπιάδα τον εκλιπαρούσε να είναι πιο προσεκτικός με τους πρώην εχθρούς του, τους οποίους θεωρεί πλέον φίλους του. Κατά την παραμονή του Αλέξανδρου στη Φασήλιδα έλαβε χώρα συνωμοσία, την οποία σχεδίασε ο Λυγκηστής Αλέξανδρος που σκόπευε να δολοφονήσει το βασιλιά και να πάρει το θρόνο μαζί με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό 1000 ταλάντων από τους Πέρσες. Ο Αλέξανδρος έστειλε διαταγές στον Παρμενίωνα με τον Αμφοτερό, αδελφό του Κρατερού. Αυτός φόρεσε τοπική ενδυμασία και με κάποιους Πέργιους οδηγούς έφτασε στον Παρμενίωνα με τις διαταγές σύλληψης του Λυγκηστή…»

Μετά από αυτή τη στάση ο Αλέξανδρος έφυγε από τη Φασήλιδα και κατευθύνθηκε προς την Παμφυλία και συγκεκριμένα στο πιο σημαντικό γι αυτόν σημείο, την Πέργη. Ένα μέρος του στρατεύματός του το έστειλε σ’ έναν μακρύ και δύσβατο δρόμο μέσα από τα βουνά, διατάζοντας τους Θράκες να τον κάνουν προσβάσιμο μόνο για το πεζικό και ο ίδιος, όπως φαίνεται με το ιππικό και μέρος του βαρέως πεζικού. επέλεξε να κινηθεί κατά μήκος της ακτής. Αυτό ήταν πραγματικά μια επικίνδυνη επιχείρηση, γιατί όπως και το χειμώνα ο δρόμος γέμιζε νερά καθώς θα έπρεπε να βαδίσουν όλη την ημέρα οι στρατιώτες μέχρι την κοιλιά μέσα στο νερό, αλλά το παράδειγμα με την παρουσία του ίδιου του βασιλιά, ο οποίος δεν ήξερε τη λέξη «αδύνατο» υποκίνησαν το στράτευμα επίμονα και με θέληση να ξεπεράσει όλες τις δυσκολίες. Κι όταν θα κατάφερνε να πετύχει το σκοπό του, όλοι θα κοίταζαν πίσω και βλέποντας το δρόμο που πέρασαν σπάζοντας στην κυριολεξία τα κύματα, θα έβλεπαν το θαύμα που πέτυχαν αυτοί με την καθοδήγηση του ήρωα βασιλιά τους. Και συνεχίζει ο Droysen: «Η είδηση γι αυτό το κατόρθωμα διακοσμημένη με υπέροχες λεπτομέρειες διαδόθηκε σ’ όλους τους Έλληνες : Παρά τους ισχυρούς νοτιάδες, που έριχναν τα νερά πάνω στα βράχια, αυτοί έλεγαν ότι όταν ο βασιλιάς ήρθε στην ακτή, ο άνεμος άλλαξε ξαφνικά πορεία και τα νερά υποχώρισαν προς το νότο. Άλλοι ακόμη ισχυρίστηκαν, ότι αυτός πέρασε ο ίδιος το στρατό από τη θάλασσα χωρίς να βρέξει ούτε τα πόδια του. Ενώ, ο Καλλισθένης που πρώτος έγραψε το ιστορικό αυτής της εκστρατείας, που και ο ίδιος ήταν παρών, έγραψε τη φράση ότι «η θάλασσα ήταν πρόθυμη να προσφέρει τη λατρεία της στο βασιλιά και υποκλίθηκε σ’ αυτόν.»

Χρησιμοποίησε τη λέξη «προσκύνηση» που οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν για όσους σύμφωνα με το έθιμο δήλωναν υποταγή στον Πέρση βασιλιά.Ο ίδιος ο Αλέξανδρος, σύμφωνα με τον Droysen, έγραψε σ’ ένα γράμμα, αν αυτό είναι αυθεντικό, με απλά λόγια, ότι «αυτός διέταξε το στράτευμα να κινηθεί μέσα από τη σκάλα της Παμφυλίας», όπως αποκαλούσαν αυτά τα περβάζια στο βουνό και πέρασε πάνω σε αυτά μέσω της Φασήλιδας.

Με βάση τη σύνδεση με την Κιλικία, που βρισκόταν στην πλάτη της Λυκίας, οι κάτοικοι της Φασήλιδας πριν απ’ όλα έπρεπε να αναπτύξουν τη ναυσιπλοία, το θαλάσσιο εμπόριο και την αλιεία ως κύριες δραστηριότητές τους.Η φυτοκομία ήταν επίσης μια από τις ασχολίες τους.Τα βουνά των Σολύμων τους έδιναν πολλά λουλούδια, ιδιαίτερα τριαντάφυλλα. Είναι πιθανόν στις περιοχές που άμεσα γειτνίαζαν με την πόλη, κάποιοι κάτοικοι να ασχολούνταν με τη γεωργία.Όμως, η ευημερία της Φασήλιδας κυρίως στηριζόταν στο διαμετακομιστικό εμπόριο. Σχετικά με τη σχέση της Φασήλιδας με τα νησιά του Αιγαίου και το μύθο για την ίδρυση της πόλης, συνδέονται όλ’ αυτά με τον Μόψο, το Λάκιο και τη Μαντώ, καθώς και με το ιερό της Κλάρου. Αυτό πιστοποιείται από την αναφορά του Πλουτάρχου για τη μεγάλη φιλία των Χιωτών με τους Φασηλίτες στα χρόνια του Κίμωνα, φιλία η οποία σχετίζεται με τη Ναύκρατη* και τη Δωδεκάπολη, μέλη της οποίας ήταν η Χίος και η Φάσηλις.Oι άλλες πόλεις ήταν η Τέως, η Φώκαια, οι Κλαζομενές, η Ρόδος, η Κνίδος, η Αλικαρνασσός, η Μυτιλήνη, η Αίγινα, η Σάμος και η Μίλητος.

 

* Στη Ναύκρατη υπήρχε το Ελλήνιον το οποίο χαρακτηριζόταν ως «τέμενος των θεών των Ελλήνων».Υπηρετούσε τους ανθρώπους σε όλες τις δυσκολίες της ζωής.Εκεί ανατράφηκε και ο σοφιστής Πτολεμαίος ο Ναυκράτειος.Υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά τη σημασία της ονομασίας «Ελλήνιον».Άλλοι την θεωρούσαν ως ιερό, άλλοι ως γνωστή θεότητα και άλλοι ως ομάδα θεών με την ονομασία Ελλήνιοι.

Την ίδια στιγμή,ο Πλούταρχος περιγράφει την εχθρότητα των κατοίκων της Φασήλιδας απέναντι στους Αθηναίους γύρω στον 5ο αι. π.Χ.,γεγονός που ίσως πηγάζει από την κοινή Ροδιακή πολιτική ενάντια στην Αθήνα αυτή την εποχή.Στην ιστορία των εμπορικών σχέσεων της αρχαϊκής περιόδου η Φασήλιδα έπρεπε να παίξει έναν ακόμη ρόλο.Ήταν εξαιρετικά σημαντικό για τη Ρόδο να καθορίζει τις αποικίες της στη Λυκία ως σταυροδρόμια εμπορικών δρόμων.Το ναυτικό της έπρεπε να αντιμετωπίσει τους πειρατές και να διαφυλάξει τις θαλάσσιες διαδρομές για τα ροδιακά και τα άλλα φιλικά πλοία.Στα λιμάνια της Φασήλιδας αυτά τα πλοία θα μπορούσαν να βρουν καταφύγιο από τους πειρατές.Αυτό το προωθημένο «φυλάκιο» της Λίνδου, αλλά και των άλλων πόλεων της Ρόδου, ικανοποιούσε πλήρως τους στόχους της πολιτικής τους στην ανατολή και τους στενούς εμπορικούς δεσμούς που είχαν με την Κύπρο, τη Φοινίκη και τη Συρία. Αργότερα οι Ρόδιοι ενισχύουν την αποικιακή τους πολιτική με την κατάκτηση της νήσου Μεγίστης ~ σήμερα Καστελλόριζο ~ και οικοδομούν το «παλαιόν τείχος», τη μελλοντική πόλη Γάγαι*.

* Ο Στέφανος Βυζάντιος γράφει στην πραγματεία του «Περί πόλεων» : «Γάγαι,πόλις Λυκίας, ην και παλαιόν τείχος και χώραν φησίν Αλέξανδρος,εν πρώτη Λυκιακών,το εθνικόν Γαγαίος».O Στέφανος Βυζάντιος έζησε στα τέλη του 5ου αι. μ.Χ. στα χρόνια του Ιουστινιανού Β΄. Σημαντικά του έργα είναι οι πραγματείες «Εθνικά» και «Περί πόλεων».Συνέθεσε το κοινό λεξικό από 55 βιβλία, στα οποία περιέχονται γεωγραφικές, τοπογραφικές και εθνογραφικές πληροφορίες.Στο λεξικό περιλαμβάνονται ερμηνείες των εννοιών, των τοπωνυμιών και για τους κατοίκους αυτών.Ήταν συγγραφέας βιβλίων και για την Αίγυπτο.Σύμφωνα με το Στέφανο Βυζάντιο, τα αδέλφια Λάκιος και Αντίφημος έφθασαν στους Δελφούς, όπου η Πυθία συμβούλευσε το Λάκιο να πλεύσει προς την ανατολή και τον Αντίφημο προς τη δύση ιδρύοντας την πόλη της Γέλας.

Η Μεγίστη ήταν ένα από τα μεγαλύτερα σε μέγεθος νησιά στα ανοιχτά της νότιας ακτής της Λυκίας.Τοποθετείται στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με τη Λίνδο και βρισκόταν στα μισά του δρόμου με τη Φασήλιδα.Η ιστορία και ο χρόνος κατάκτησής της είναι άγνωστα σε μας, αλλά ήδη τον 5ο αι. π.Χ. ανήκε στους Ρόδιους, οι οποίοι την κράτησαν από τότε σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξής τους.Το νησί ήταν άγονο. Φρούτα, λαχανικά, σιτηρά και κρασί προμηθεύονταν από τη μητρόπολη.Ο Fellows σημειώνει την έλλειψη νερού, η οποία αντιμετωπιζόταν στην εποχή του με τη συλλογή νερού σε τεχνητές λίμνες.Ίσως και στην αρχαιότητα το πόσιμο νερό παραδίδονταν από το εξωτερικό.Ωστόσο, η Μεγίστη αποτελούσε ιδανική τοποθεσία και πολυσύχναστο δρόμο εμπορίου για την Ελλάδα στην ανατολή. Ακόμη και τον 19ο αι. μ.Χ. το Καστελλόριζο ήταν βασικό εμπορικό διαμετακομιστικό κέντρο για όλα τα νότια Μικρασιατικά παράλια.Η αρχαία πόλη της Μεγίστης ήταν χτισμένη στην κορυφή ενός βράχου που δεσπόζει πάνω από το λιμάνι και περιλαμβάνει ένα ισχυρό οχυρωματικό τείχος, τα ερείπια του οποίου ήταν ακόμη ορατά στην επιφάνεια τον 19ο αι. Αυτό το παράδειγμα ισχυρού οχυρού των αποικιών της Ρόδου δείχνει ότι το νησί κατακτήθηκε με τη βία και εκπροσωπούσε τη Ρόδο ως στρατιωτικό φυλάκιο. Τα Ροδιακά εμπορικά πλοία έβρισκαν εδώ έναν ασφαλή χώρο στάθμευσης στα μισά του δρόμου για τη Φασήλιδα.Εκτός αυτού, η νήσος Μεγίστη τοποθετούμενη κοντά στην είσοδο του λιμανιού της Φελλού και της Αντίφελλου ~ λυκιακή ονομασία Κίϊνδα ~ ίσως ήλεγχε την είσοδο και έξοδο αυτών των λιμένων της Λυκίας. Μακρύτερα, στην ανατολή, βόρεια των Χελιδόνιων νήσων, οι Ρόδιοι εγκαθίστανται στις Γάγες. Προφανώς, οι Γάγες υπήρχαν ως τοπική πληθυσμιακή ομάδα.Σύμφωνα με τον ιστορικό Αλέξανδρο Πολυίστωρα, σύγχρονο του Σύλλα, που αναφέρεται στο έργο του Στέφανου Βυζάντιου, οι Γάγες ονομάζονταν «παλαιόν τείχος». Αυτή η ονομασία δείχνει μια ισχυρή οχύρωση πόλης σε εχθρική περιοχή, όπως και η ονομασία «Μιλησίων τείχος»* στη Ναύκρατη της Αιγύπτου. Ο WilliamM.FlindersPetrie υπέθεσε ότι το «Μιλησίων τείχος» βρισκόταν στο νότιο μέρος της Ναύκρατης, ενώ ο DavidHogarth στο βόρειο, κοντά στο ιερό του Μιλησίου Απόλλωνα.

 

* Γράφει ο Στράβωνας : «…και το Μιλησίων τείχος·πλεύσαντες γαρ επί Ψαμμιτίχου τριάκοντα ναυσί Μιλήσιοι κατά Κυαξάρη (ούτος δ’ ην των Μήδων) κατέσχον εις το στόμα το Βολιβίτινον…»

Ο Ηρόδοτος γράφει : «O Ψαμμίτιχος έστελνε τα παιδιά των Αιγυπτίων και των μισθοφόρων να μάθουν την ελληνική γλώσσα.Από αυτούς που διδάχθησαν την ελληνική γλώσσα επελέγησαν και οι διερμηνείς στην Αίγυπτο.Ίσως, αυτό έγινε και με σκοπό τον έλεγχο των Ελλήνων μισθοφόρων από τους Αιγυπτίους.Αρχηγός του ελληνικού στρατεύματος που στάλθηκε στη Νουβία δεν ήταν Έλληνας, αλλά ο ίδιος ο Ψαμμίτιχος.Κι όμως, τα παιδιά που προήλθαν από γάμους ανάμεσα σε αποίκους με ντόπιες γυναίκες,θα έπρεπε στην παιδική τους ηλικία να μάθουν και την ελληνική γλώσσα του πατέρα και την αιγυπτιακή της μητέρας.»

Η Ναύκρατις βρισκόταν στις όχθες του Νείλου.Γράφει ο Στράβων : «πλησίον δε και ενταύθα πόλις Μενέλαος εν αριστερά δε εν τω Δέλτα επί μεν τω ποταμώ Ναύκρατις…» Στο μύθο για την ίδρυση των Γαγών, που διασώθηκε στο «Μέγα Ετυμολογικόν*» αντανακλάται η εμφάνιση ενός μακροχρόνιου αγώνα των Ροδίων στα παράλια της Λυκίας.Ήρωας του μύθου είναι ο Ρόδιος πολέμαρχος Νέμιος που πολέμησε με τους Λυκίους και τους πειρατές της Κιλικίας στα νότια παράλια της Μικράς Ασίας.Το Ροδιακό οχυρό των Γαγών δεν έπαιξε κανένα σημαντικό ρόλο στις εμπορικές σχέσεις της Ρόδου.Ίσως, στο μύθο για την ίδρυση αυτής της πόλης αντανακλάται ο μετέπειτα καθορισμός και η ασφάλεια των θαλάσσιων δρόμων από τους πειρατές, η φροντίδα για την ασφάλεια των δρόμων που οδηγούσαν μέσω της Φασήλιδας στην Κιλικία ~ Σόλοι ~ τη Συρία και την Κύπρο.

* Το EtymologicumMagnum, στα ελληνικά «Μέγα Ετυμολογικόν», ήταν ελληνικό εγκυκλοπαιδικό λεξικό που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη από άγνωστο λεξικογράφο περίπου το 1150 μ.Χ.

Γράφει ο Στέφανος Βυζάντιος για τη Φασήλιδα : «Φασηλίς,πόλις Παμφυλίας ή πρότερον Πιτύουσσα και ύστερον Φάρσαλος,ο πολίτης Φασηλίτης.Θεοδέκτης δ’ ην γένος Φασηλίτης,υιός Αριστάνδου,κάλλει διαφέρων,ος εποίησε τραγωδίας ν’ και ρητορικάς τέχνας και λόγους ρητορικούς επών·απέθανε δ’ Αθήνησι και επιγέγραπται αυτώ ελεγείον…»

Ο Άρατος γράφει : «Οι δε Σόλοι πόλις επιφανεστάτη της Κιλικίας,αφ’ ης πολλοί καγαθοί γεγόνασιν άνδρες·καλείται δε νυν Πομπηϊούπολις,εισί δε και έτεροι Σόλοι της Κύπρου,αλλ’ οι μεν Κύπριοι Σόλιοι καλούνται,οι δε Κιλίκισι Σολείς …»

 

Γράφει ο Στράβωνας : «Μετά δε Λάμον Σόλοι πόλις αξιόλογος, της άλλης Κιλικίας αρχή της περί τον Ισσόν,Αχαιών και Ροδίων κτίσμα των εκ Λίνδου …»

Ο Μάγνος Πομπήιος εποίκισε την περιοχή φέρνοντας εδώ να κατοικήσουν οι πειρατές που επέζησαν και την πόλη μετονόμασε σε Πομπηϊόπολη.Εδώ γεννήθηκε ο στωϊκός φιλόσοφος Χρύσιππος,ο κωμικός ποιητής Φιλήμων και ο Άρατος,που έγραψε τα «Φαινόμενα» σε στίχους.Ο Άρατος ο Σολεύς (305 – 404 π.Χ.) ήταν περίφημος ποιητής, εκπρόσωπος του διδακτικού έπους.Το ποίημά του «Φαινόμενα» αποτελείται από 1154 στίχους, είναι γραμμένο σε ομηρική γλώσσα και ο ποιητής σε αυτό περιγράφει με μεγάλη γλαφυρότητα τα ουράνια φαινόμενα και τους αστερισμούς και παραθέτει τις σχετικές μυθολογικές παραδόσεις.Οι Ρόδιοι κατάφεραν από το 700 π.Χ. περίπου να έχουν ως βάση τους και εμπορικό σταθμό στην Κιλικία τους Σόλους.Τον 6ο αι. π.Χ. η ανάγκη για χρήση αυτού του λιμένα αυξήθηκε περισσότερο με αποτέλεσμα μέσω αυτής να ανοίξει και ο εμπορικός δρόμος που οδηγούσε στις νότιες ακτές της Μαύρης θάλασσας. Η ίδια η θέση της Ρόδου κοντά στις ακτές της Καρίας και της Λυκίας καθώς και η κατοχή της Μεγίστης, έθεσε όλες τις εξωτερικές σχέσεις δια θαλάσσης μέσω της Λυκίας υπό τον απόλυτο έλεγχο των Ροδίων.

Η Ρόδος ήταν ένα από τα ισχυρότερα κέντρα παραγωγής κεραμικών σκευών.Μαζί με τη Σάμο διέθεταν τοπικά εργαστήρια παραγωγής κεραμικών του τεχνοτροπικού ρυθμού «Φικελλούρα», με κάποιες τοπικές ιδιαιτερότητες αυτού του κοινού ρυθμού σε καθένα από τα δύο νησιά. Όμως, ο ρυθμός «Φικελλούρα» ήταν προϊόν των εργαστηρίων της Μιλήτου. Τα αγγεία αυτά συνδύαζαν γεωμετρικά και φυτικά μοτίβα.Στη Σάμο παράγονται οι μελανόμορφοι κύλικες με εξαγωγές στην Ετρουρία και αφιερώματα στο τοπικό Ηραίο.Η κεραμική αυτού του ρυθμού στη Ναύκρατη υπήρχε σε αφθονία.Την περίοδο μεταξύ 560 και 520 π.Χ. εκτός από τα αγγεία η τεχνική του μελανόμορφου ρυθμού συναντάται και σε πήλινες σαρκοφάγους των Κλαζομενών. Η πρώϊμη φάση στην κεραμική αυτού του ρυθμού με λευκή επίστρωση καλείται με τον όρο «Ροδιακή» και μετέπειτα εμφανίζονται ρυθμοί όπως «της Μιλήτου», «Ρόδου – Μιλήτου», «Καμείρου» κλπ. Μεγάλο μέρος από τα ανακαλυφθέντα βάζα του ρυθμού «Φικελλούρα» που βρέθηκαν στις ελληνικές πόλεις της ανατολής πέφτει στο μερίδιο της Ρόδου. Τα ¾ από τα 85 ευρεθέντα βάζα ρυθμού «Φικελλούρα» προέρχονται από την Κάμειρο.Η Φώκαια, κατά τη γνώμη του E.Price στη Ναύκρατη δεν άφησε κανένα σημάδι.Τα αγγεία του ρυθμού αυτού εμφανίστηκαν γύρω στο 560 π.Χ. και η παραγωγή τους συνεχίστηκε μέχρι την καταστροφή της Μιλήτου απ’ τους Πέρσες.Οι Φωκαείς παρέδωσαν στο εμπόριο τη γαλάζια φαγεντιανή που συνήθως θεωρούνταν Ναυκράτειας προέλευσης. Ίχνη της επίδρασης της Κνίδου ο H.Prinz βλέπει σε στοιχεία του αλφαβήτου της Κνίδου σε Ναυκράτειες κεραμικές επιγραφές και προσθέτει στους μάστορες της Κνίδου τους ιωνικούς κύλικες. Η Λέσβος, επίσης, εξήγαγε στη Ναύκρατη μεγάλη ποσότητα κεραμικών «μπουκερό» με πολυχρωμία στη βαφή.Το αιολικό αγγείο «μπουκερό» συναντάμε σε οινοχόες με φρυγικές και λυδικές επιδράσεις, ενώ χαρακτηρίζει και την κουλτούρα των Ετρούσκων. Η επίδραση των Κλαζομενών στη Ναύκρατη εκφράζεται με την παρουσία μεγάλης ποσότητας κομματιών μελανόμορφων σκευών και κεραμικής με λευκές και κιτρινόχρωμες επιστρώσεις.Ίχνη παρασκευής υάλου εμφανίζονται στην Αίγυπτο την 4η χιλιετηρίδα π.Χ. Αλλά, ιδιαίτερη άνθηση και ποικιλομορφία σε σχέδια γυάλινων σκευών σε διαφορετικούς ρυθμούς, καθώς και εξαγωγή τους εμφανίζεται στην 18η δυναστεία των Φαραώ.Ροδιακοί αμφορείς βρέθηκαν και στο νησί Μπερεζάν στα βόρεια παράλια της Μαύρης θάλασσας. Στη Χίο συναντάμε πολύχρωμα αγγεία με λευκό επίχρισμα. Χαρακτηριστικό σχήμα είναι ο κάλυκας ~ αγγείο με κωνικό πόδι και 2 οριζόντιες λαβές.Επίσης, η ομάδα της «Βρουλιάς» στη Ρόδο (7ος και 6ος αι. π.Χ.) περιελάμβανε κόκκινα και λευκά μοτίβα πάνω σε φαιομελανό επίχρισμα. Στη Ρόδο υπήρχε και ο ρυθμός «Χάντρα» μια παραλλαγή του μελανόμορφου ρυθμού που διακοσμούσε υδρίες σε ταφικά μνημεία.Τέλος, ο ρυθμός των «Αιγάγρων» (650 – 550 π.Χ.) με αγγεία που βρέθηκαν στην Ναύκρατη και την Αίγινα και η εμφάνιση στη Ρόδο του τύπου των αγγείων της «σταμνοειδούς πυξίδας». Χαρακτηριστικό παράδειγμα των εμπορικών συναλλαγών ανάμεσα στη Ρόδο, τη Λυκία, τη Φοινίκη, τη Συρία, την Κύπρο και την Αίγυπτο είναι η ανακάλυψη και ανάσυρση του αρχαίου ναυαγίου ανοιχτά του Ουλούμπουρουν, κοντά στο Kas και απέναντι από τη Μεγίστη, από τους αρχαιολόγους το 1982.Το πλοίο είχε μήκος περίπου 15 μ. και ήταν κατασκευασμένο από κέδρο.Μετέφερε πολλούς τόνους ταλάντων χαλκού από την Κύπρο, χρωματιστό γυαλί, αμφορείς, αποθηκευτικά πυθάρια, κυπριακά πήλινα αγγεία, ρητίνη, χρυσά και ασημένια κοσμήματα, χάντρες από γυαλί, φαγεντιανή, αυγά στρουθοκαμήλου, δόντια ιπποπόταμου, χαυλιόδοντες ελεφάντων, δοχεία καλλυντικών,σκεύη από κασσίτερο, αχάτη, σανδαράχη, σκαραβαίο της Νεφερτίτης κ.ά.

Μια επιγραφή που βρέθηκε στην ακρόπολη της Λίνδου αντιπροσωπεύει ένα διάταγμα του Λινδιακού συμβουλίου σχετικά με τα προνόμια που παραχωρούνται σε έναν πολίτη της Αίγινας, γιο του Πυθέα, ο οποίος εκτελούσε χρέη διερμηνέα στη Ναύκρατη.Η Ναύκρατη ήταν αποικία που ιδρύθηκε στην Αίγυπτο με την άδεια του Άμαση από μια ομάδα ελληνικών πόλεων, μεταξύ των οποίων ήταν και η Ρόδος, κάτω από την ηγεσία της Μιλήτου.Η Ναύκρατη την εποχή του Άμαση περιελάμβανε 2 οικοδομικά τετράγωνα.Στο νότιο ζούσαν οι αυτόχθονες Αιγύπτιοι και στο βόρειο οι Έλληνες άποικοι. Ο διερμηνέας που προαναφέραμε από το διάταγμα των Λινδίων, με γένος από την Αίγινα, ζούσε εκεί ως εκπρόσωπος του κράτους του, δηλαδή της Αίγινας. Αυτός ήξερε την αιγυπτιακή γλώσσα και κατείχε το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα στους μόνιμα κατοικούντες Έλληνες της Ναύκρατης ~ συνεπώς και των Ροδίων ~ καθώς και αυτών που ζούσαν εδώ περιοδικά για εμπορικές ασχολίες και συναλλαγές με τους ντόπιους. Γι αυτές τις υπηρεσίες του, έδιναν σ’ αυτόν τον τίτλο του προξένου.Ποιος τον έδινε ; Η Λίνδος, όπως αναφέρει μια επιγραφή που βρέθηκε στην ακρόπολη της Λίνδου και είναι χρονολογημένη προφανώς από το Λινδιακό Συμβούλιο. Αλλά, ο αξιότιμος διορισμένος πρόξενος ήταν εκπρόσωπος όλων των Ροδίων, όχι μόνο των πολιτών της Λίνδου, αλλά και της Ιαλυσσού και της Καμείρου, πιθανώς και πολιτών άλλων πόλεων που έφθαναν στη Ναύκρατη για εμπορικές ασχολίες. Για όλους αυτούς χρειάζονταν ο διερμηνέας που θα τους διευκόλυνε σε αυτές τις ασχολίες. Οι Ροδιακές πόλεις είχαν θεσπίσει μεταξύ τους ένα είδος συνομοσπονδίας και είχαν κοινό διερμηνέα.

Μια επιγραφή της Ναύκρατης αντιπροσωπεύει επίσης το προξενικό διάταγμα προς τιμήν του Δαμόξενου γιου του Έρμονα που ζούσε στην Αίγυπτο.Ο Δαμόξενος διορίστηκε πρόξενος των Λινδίων. Από πού προερχόταν ; Από τη Λίνδο, επίσης. Εάν αυτός ήταν από άλλη πόλη, η εθνικότητά του είναι βέβαιο ότι θα αναφερόταν στην επιγραφή. Συνεπώς ο Δαμόξενος ήταν πολίτης της Λίνδου που εκπατρίστηκε στην Αίγυπτο και έζησε εκεί στη Ναύκρατη προφανώς για το καλό των εμπορικών συμφωνιών. Αλλά αυτός δεν έσπασε τους δεσμούς με την πατρίδα του. Έγινε ευεργέτης του Ιερού των Λινδίων, δηλαδή έστελνε χρήματα και άλλα αφιερώματα. Για τους Λινδίους ήταν σημαντικό το γεγονός ότι ένας από τους πολίτες της διέμενε στην Αίγυπτο. Αν και ο τίτλος του προξένου συνήθως δινόταν σε πολίτη άλλης πόλης, η Ναύκρατη ήταν διεθνής πόλη για τους Έλληνες και προφανώς αν ένα άτομο εγκαθίστατο σ’ αυτήν συνέχιζε να κατέχει την ιθαγένεια της πόλης στην οποία ανήκε.Αυτό αποδεικνύεται από την επιγραφή της Λίνδου στην οποία αναγράφεται ως «Ναυκράτιος», αλλά η εθνικότητά του ήταν «Αιγινίτης» (=από την Αίγινα).

Πώς εξηγείται, ότι το διάταγμα της Λίνδου προέρχεται μόνο από τα πρόσωπα του συμβουλίου, ενώ της Ναύκρατης ~αντίγραφο του διατάγματος της Λίνδου~ προέρχεται από τα πρόσωπα του συμβουλίου και από την Εθνοσυνέλευση ; Είναι γεγονός, ότι στην πρώτη περίπτωση το θέμα αφορούσε το διορισμό προξένου, πολίτη άλλου κράτους και στη δεύτερη η προξενεία δόθηκε σε πολίτη της Λίνδου, ο οποίος δε ζούσε στη Λίνδο.Γι αυτό απαιτούνταν η επικύρωση, όχι μόνο του Συμβουλίου της Λίνδου, αλλά και του ανώτατου οργάνου της, που ήταν η Εθνοσυνέλευση.Πιθανόν για το διορισμό ως προξένου, πολίτη άλλου κράτους, η διαδικασία ήταν πολύ πιο εύκολη και τον τίτλο του προξένου έδινε απευθείας το Λινδιακό Συμβούλιο και η έγκριση από την Εθνοσυνέλευση δεν ήταν απαραίτητη.

Και οι δύο επιγραφές δεν βρίσκονται χρονικά μακριά η μια από την άλλη.Αλλά, ποια εκ των δύο προηγείται της άλλης, αυτό δεν μπορεί να διασαφηνιστεί.Σε κάθε περίπτωση και οι δύο προηγούνται χρονικά της εμφάνισης του Ροδιακού «συνοικισμού»,διότι μετά από αυτόν η διαμόρφωση των διαταγμάτων ήταν διαφορετική.Στο Χρονικό του ναού των Λινδίων, αναφέρεται ότι τα πέτρινα αγάλματα περιγράφησαν από τον συγγραφέα του χρονικού ως χρυσά. Αυτό προκλήθηκε από την επιθυμία να δείξει ότι τα δώρα προς τιμήν της Αθηνάς Λινδίας ξεπερνούσαν σε πολυτέλεια τα δώρα του Άμαση στην Κυρήνη,ο οποίος έστελνε επιχρυσωμένα αγάλματα.Την περίοδο της κατάρτισης του Χρονικού των Λινδίων υπήρχε στενή φιλία των Ροδίων με τους Αιγυπτίους και ιδιαίτερα την περίοδο του 2ου – 1ου αι. π.Χ. αυτή η φιλία ήταν απαραίτητη για την ανάπτυξη των εμπορικών τους σχέσεων.Ακόμη και πριν την πτώση της Βαβυλώνας (538 π.Χ.) ο Άμασις συνέστησε Ένωση με την Ελλάδα,με το Μικρασιατικό κράτος της Λυδίας, με την ελληνική αποικία της Κυρήνης στην Αφρική καθώς και με τη Σάμο επί ηγεμονίας Πολυκράτη.Αυτή η Ένωση προφανώς δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του Άμαση και συστάθηκε ως συμμαχία ενάντια στην αυξανόμενη δύναμη των Περσών.Ο Ηρόδοτος γράφει :

«Με τους Κυρηναίους δε ο Άμασις συνήψε συνθήκη φιλίας και συμμαχίας και απεφάσισε να λάβη γυναίκα από αυτούς, είτε διότι επεθύμει να νυμφευθεί Ελληνίδα, είτε δια φιλίαν προς Κυρηναίους.Έλαβε λοιπόν γυναίκα κατ’ άλλους μεν του Βάττου, κατ’ άλλους δε του Αρκεσιλάου την θυγατέρα και κατ’ άλλους του Κριτοβούλου, ανδρός σημαντικού μεταξύ των πολιτών, ης το όνομα ήτο Λαδίκη…»

Σύμφωνα με την παράδοση, ο Δαναός έφτασε με τις κόρες του στη Ρόδο,όπου ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για την επίδειξη της ναυπηγικής τέχνης από τους Ροδίους,αυτός ίδρυσε το Ιερό της Αθηνάς και τρεις πόλεις,στις οποίες έδωσε τα ονόματα των τριών θυγατέρων του που πέθαναν στη Ρόδο : Λίνδος, Ιαλυσσός και Κάμειρος.

Ο Πίνδαρος γράφει : «…Μετά από αυτό, ο Δίας δημιούργησε ένα νέο νησί.Ο θεός Ήλιος γέννησε από τον τοκετό 7 γιους, που ήταν ανώτεροι από όλους τους ανθρώπους σε σοφία και τέχνη. Ο ένας από αυτούς έφερε στο φως τρεις γιους. Τον Ιάλυσσο, τον Κάμειρο και το Λίνδο.Οι τελευταίοι μοίρασαν το νησί μεταξύ τους. Καθένας πήρε για τον εαυτό του την πόλη με την γύρω περιοχή και μ’ αυτό τον τρόπο τα μοιράστηκαν».

Ο Διόδωρος γράφει : «…Αυτό τον καιρό ο Δαναός με τις κόρες του έφυγαν από την Αίγυπτο. Φθάνοντας στην περιοχή της Λίνδου οι ντόπιοι τους δέχτηκαν και έχτισαν το ιερό της Αθηνάς και ένα άγαλμα αφιερωμένο στη θεά. Από τις κόρες του Δαναού, τρεις έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της άφιξης στη Λίνδο και οι υπόλοιπες μαζί με τον πατέρα τους το Δαναό έπλευσαν στο Άργος».

 

Ένας άλλος μύθος για τις Δαναίδες, λινδιακής προέλευσης, αναφέρει ότι στη Λίνδο υπήρχαν δύο κύριες ομάδες πληθυσμού : η αγροτική και η εμπορική.Ο αγροτικός πληθυσμός αισθανόταν πολύ στενή σχέση με το νησί και με τους συγγενείς τους. Συνήθως, αυτή η αίσθηση εκδηλωνόταν στον εορτασμό προς τιμήν του Ήλιου στο βόρειο άκρο του νησιού. ναύτες ήδη έσπευδαν ανοιχτά των ακτών της Ρόδου. Αυτοί ήταν εκείνοι που ίδρυσαν εμπορικούς σταθμούς στην Αίγυπτο, αποικίες σε ανατολή και δύση και καθόρισαν τις σχέσεις της Ρόδου με τις πόλεις της Ιωνίας, όσον αφορά τον πολιτισμό και τη βιοτεχνία.Ο VanGelder υποθέτει, ότι ο λινδιακός μύθος για τις Δαναίδες αντικατοπτρίζει τις εμπορικές σχέσεις της Ρόδου με την Αίγυπτο και συγκεκριμένα με τη Ναύκρατη.

 

Ένας από τους δήμους της λυκιακής πόλης Τλως ονομαζόταν Βελλεροφόντειος, ενώ στην Ξάνθο ένας δήμος ονομαζόταν Ιοβάτειος. Στα ερείπια της Τλω βρέθηκε μια τοιχογραφία της μάχης του Βελλεροφόντη. Ο τάφος του βρισκόταν σύμφωνα με το μύθο κοντά στην Ξάνθο. Κατά την άφιξή του στην Ξάνθο σκοτώνει τη Χίμαιρα. Στην περιοχή των Πατάρων υπήρχε δήμος με το όνομα του Βελλεροφόντη. Με τη διαμονή του στα Πάταρα συνδέεται και η αφιέρωσή του στο Χρονικό του ναού των Λινδίων. Είναι σαφές ότι εδώ υπήρχε μαντείο που συνδεόταν με τον Τήλεφο και ήταν αφιερωμένο στον Απόλλωνα. Σύμφωνα με τον Παυσανία, στο ναό της Αθηνάς στη Φασήλιδα βρισκόταν το δόρυ του Αχιλλέα, όπως ήδη αναφέρθηκε, από τον οποίο τραυματίστηκε ο Τήλεφος και αργότερα από τον ίδιο, σύμφωνα με το μύθο, θα γιατρευόταν το τραύμα του. Ανάμεσα στα Πάταρα και τη Φασήλιδα υπήρχε προφανώς ανταγωνισμός, γιατί στα Πάταρα παρουσίαζαν ένα χάλκινο καζάνι που αφιέρωσε στο ναό του Απόλλωνα ο Τήλεφος. Σύμφωνα με τη εξαίρετη περιγραφή του Beaufort, οι καταστροφές στην ακτή και στα ερείπια, λόγω της αστάθειας των βράχων, τους δυνατούς ανέμους και τα θαλάσσια κύματα, συνέβησαν πολύ γρήγορα. Αυτό που επισήμανε και περιέγραψε ο Beaufort, πολλοί δεν είχαν δει ποτέ και ακόμη όταν ο ίδιος πάλι επισκέφθηκε τη Φασήλιδα, ένα χρόνο μετά, συνάντησε περισσότερες καταστροφές. Ο Treuber θεωρεί τον Τήλεφο έναν από τους ήρωες της Λυκίας.Στη Ρόδο, η σύντροφος του Τήλεφου, Αστυόχεια, ονομαζόταν επίσης και μητέρα του Ρόδιου Τληπόλεμου. Ο J. Friedlander εφιστά την προσοχή στο γεγονός, ότι ένας Ιαλύσσιος στην επιγραφή του Αμπού Σιμπέλ της Νουβίας έφερε το όνομα Τήλεφος. Αν και είναι εντελώς ασαφές, αν η μορφή του Τήλεφου μεταφέρθηκε από τη Λυκία στη Ρόδο ή το αντίστροφο, η διάδοση της λατρείας αυτού του ήρωα και στη Λυκία και στη Ρόδο δείχνει πολύ ενδιαφέρουσα. Μήπως, το δόρυ που τραυμάτισε τον Τήλεφο και η τοποθέτησή του στη Φασήλιδα ως ιερό λείψανο της αρχαιότητας, ήταν ταυτόχρονα και πολιτικό σύμβολο του θριάμβου του Αχιλλέα πάνω από τον πληγέντα ήρωα της Λυκίας ; Μήπως, από την άλλη πλευρά, η παρουσία της λόγχης στο ναό των Φασηλιτών θα μπορούσε να υπηρετεί ένα από τα υλικά – φυσικά – στοιχεία της αρχαίας πόλης ;

 

O μύθος για τη Χίμαιρα συνδέεται,όπως ήδη αναφέραμε,με τη Λυκία. Η Λυκία ήταν η γενέτειρα του Τήλεφου. Επίσης, η λατρεία του Απόλλωνα και της Άρτεμης ήταν διαδεδομένη σ’ όλη τη Μικρά Ασία και ιδιαίτερα στη Λυκία και η λατρεία της Λητώς,προστάτιδας των τάφων.Ο Τήλεφος μετά τον τραυματισμό του στο μηρό απ’ το κοντάρι του Αχιλλέα ζήτησε χρησμό από το μαντείο του Απόλλωνα στα Πάταρα γιατί το τραύμα του δεν γιατρευόταν. Πήρε την απάντηση, πως αυτός που τον είχε πληγώσει τελικά θα τον θεράπευε. Γνωρίζοντας,ότι είχε πληγωθεί από τον Αχιλλέα,ο Τήλεφος πήγε στην Ελλάδα,ενώ ντύθηκε ζητιάνος για να μην τον αναγνωρίσουν.Για τη γέννηση του Τήλεφου ο Απολλόδωρος γράφει : «το μεν ουν βρέφος εις το Παρθένιον όρος εξέθετο. Και τούτο κατά θεών τινα πρόνοιαν εσώθη· θηλήν μεν γαρ αρτιτόκος έλαφος υπέσχεν αυτώ, ποιμένες δε ανελόμενοι το βρέφος Τήλεφον εκάλεσαν αυτό».

 

Το αρχαίο μαντείο του Απόλλωνα στα Πάταρα είχε δραστηριότητα μόνο το χειμώνα,γιατί το θέρος, σύμφωνα με το μύθο, ο θεός αποσυρόταν στη Δήλο. Ίσως, δεν ήταν νεότερο του μαντείου της Δήλου, το οποίο ήταν προελληνικής προέλευσης. Μ’ αυτό τον τρόπο στην αρχαιότητα η Λυκία ήταν στενά συνδεδεμένη με τη Μυκηναϊκή Ελλάδα. Όχι μόνο στο εσωτερικό της η Λυκία ήταν χωρισμένη με βουνά, τα οποία οριοθετούσαν περιοχές απομονωμένες η μια από την άλλη, αλλά και από την ανατολή ως τη δύση τα βουνά την απέκοβαν από τη θάλασσα.Στη δύση από την Τελμησσό μέχρι την Πύδνα βρίσκονταν οι ορεινοί όγκοι του Κράγου και του Αντίκραγου, ενώ στην ανατολή η οροσειρά των Σολύμων με τις κορυφές της που άγγιζαν τα 2400 μ. από το επίπεδο της θάλασσας αρχίζοντας από την Τερμησσό στο βορρά και φθάνοντας ως το ακρωτήριο Χελιδόνιο στο νότο. Στους πρόποδες αυτής της οροσειράς των Σολύμων τοποθετείται η αρχαία αποικία των Ροδίων,Φάσηλις. Στα δυτικά παράλια της Λυκίας μόνο η Τελμησσός και η Καρμύλασσος κατείχαν λιμάνια βολικά για αγκυροβόλια πλοίων.Οι νότιες ακτές ήταν απότομες και βραχώδεις. Αυτές διακόπτονταν από ορεινά «περβάζια» ύψους 1000 μ., ενώ τα αγκυροβόλια εκεί ήταν πολύ μικρά και άβολα για να βρίσκουν καταφύγιο τα καράβια.Το μοναδικό καταφύγιο βρισκόταν στη Μεγίστη, Ροδιακής ιδιοκτησίας απ’ όπου μέχρι πρόσφατα οι Έλληνες έμποροι μετέφεραν ξυλεία στη Συρία και την Αίγυπτο. Το λιμάνι αυτού του νησιού καθώς και οι πόλεις Απερλαί και Κυαναί ήταν τα πιο ισχυρά λιμάνια στο νότο. Στα δυτικά το πιο πολυσύχναστο λιμάνι ήταν η Φάσηλις, που κατείχε τρία μικρά, αλλά καλά προστατευμένα λιμάνια, που αποτελούσαν κέντρα στάθμευσης για τα πλοία που έρχονταν από τη Συρία και τη Φοινίκη και πήγαιναν προς την Ελλάδα. Τα όρη των Σολύμων δεν της έδιναν τη δυνατότητα να επεκτείνει το έδαφός της.Οι δύο κορυφές Γκιουλίκ Μπογάζ και Τσιμπούκ Μπογάζ σχημάτιζαν ένα αξεπέραστο φράγμα στα δυτικά και τα βόρεια. Εκτός αυτού, κοντά στη Φασήλιδα έβγαινε μια ηφαιστειακή και σε μόνιμη βάση φλόγα, η οποία πιθανόν και παρήγαγε το λυκιακό μύθο για τη Χίμαιρα. Γράφει ο γεωγράφος Σκύλαξ της Καρυάνδης στην πραγματεία του «Χρονολογία»,Περίπλους της θαλάσσης της οικουμένης Ευρώπης και Ασίας και Λιβύης :

 

«Από δε Καρίας Λυκία εστίν έθνος· και πόλεις Λυκίοις αίδε·Τελμισσός και λιμήν, και ποταμός Ξάνθος, δι ου ανάπλους εις Ξάνθον πόλιν, Πάταρα πόλις η και λιμένα έχει… Γαγαία πόλις,είτα Χελιδονίαι ακρωτήριον και λιμήν Σιδηρούς.Υπέρ τούτου εστίν ιερόν Ηφαίστου εν τω όρει και πυρ πολύ αυτόματον εκ της γης καίεται και ουδέποτε σβέννυται.Και εάν προέλθης από θαλάττης ανώτερον,εστίν Φασηλίς πόλις και λιμήν και Ίδυρος πόλις,νήσος Λυρνάτεια,Ολβία, Μάγυτος και ποταμός Καταρράκτης…»

 

Έτσι, στις ακτές της Λυκίας δεν αφθονούσαν τα άνετα λιμάνια, όπως στην ιωνική ακτή της Μικράς Ασίας ~ Μίλητος, Φώκαια κλπ. Εκτός αυτού, καμιά απ’ τις μεγάλες κοιλάδες της Λυκίας δεν είχε διέξοδο προς τη θάλασσα και δεν επικοινωνούσε με τα λιμάνια, γι αυτό η ναυτιλία και το εμπόριο δεν μπορούσαν εδώ να γίνουν κυρίαρχοι παράγοντες της επιχειρηματικής ζωής.Η κλιματική ποικιλομορφία της Λυκίας με τις γεωφυσικές εναλλαγές των κοιλάδων και των ορέων δημιουργούσε ένα αλπικό δροσερό κλίμα και ταυτόχρονα σε άλλη περιοχή υποτροπικό θερμό.Για παράδειγμα στην κάτω κοιλάδα του ποταμού Ξάνθου* το Φεβρουάριο ήταν ο μήνας ανθοφορίας της άνοιξης, ενώ στην περιοχή της άνω κοιλάδας το Φεβρουάριο ήταν βαρύς χειμώνας που συνοδευόταν από χιονοστιβάδες.Την ίδια στιγμή, στις εκβολές του Ξάνθου και στην περιοχή των Πατάρων ήταν ήδη ζέστη. Σε σύγκριση με άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας, η Λυκία επίσης ήταν χωρισμένη με ποταμούς και δύσβατες οροσειρές με απόκρημνες χαράδρες.Ο κύριος πληθυσμός της Λυκίας ασχολείτο με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.Οι κτηνοτρόφοι το χειμώνα ζούσαν στις κοιλάδες και το θέρος το περνούσαν στα βουνά. Εκτός από τα σιτηρά και το ζωϊκό κεφάλαιο η χώρα διέθετε πλούσια δάση.Ο Πλίνιος αναφέρει για τους περίφημους κέδρους της Λυκίας, καθώς και για τα έλατα και τα πλατάνια της. Σε αφθονία υπήρχε και το κρασί.

 

* Για τον ποταμό Ξάνθο γράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα : «Αλλ’ ότε δη πόρον ίξον ευρρείος ποτάμοιο Ξάνθου δινήεντος όν αθάνατος τέκετο Ζεύς,ένθα διατμήξας τους μεν πεδίον δε δίωκε προς πόλιν, ή περ Αχαιοί ατυζόμενοι φοβέοντο».Ο Ξάνθος, σύμφωνα με τη μυθολογία ήταν γιος του Τρώα Φένοπα. Σύμφωνα με άλλες πηγές από την ιστορία και τη μυθολογία, ο Ξάνθος ήταν γιος του Τρίοπα και βασιλιάς της Τροιζήνας, που μετανάστευσε αργότερα στη Λέσβο. Ο Τρίοπας έχτισε την Κνίδο της Καρίας, δίδοντας το όνομά του στο ακρωτήριο πάνω στο οποίο την έχτισε.Ήταν γιος του Αιγέα και της Αίθρας. Σύμφωνα με το Στράβωνα και τον Παυσανία ο Ξάνθος ήταν ο τελευταίος βασιλιάς της Θήβας, ο οποίος σκοτώθηκε σε μονομαχία από τον Μέλανθο, γιο του Νηλέα από την Πύλο και απόγονο του Νέστορα.Κατ’ άλλους ήταν γιος του Ερύμανθου. Η λέξη «ξανθός» που σημαίνει τον έχοντα λαμπερά μαλλιά,ήταν ονομασία λευκοκίτρινων αλόγων, όπως ένα από τα άλογα του Αχιλλέα που είχε αυτή την ονομασία. Κατ’ άλλους ο Ξάνθος ήταν Έλληνας λυρικός ποιητής ~ μελοποιός ~ που έζησε πριν το Στησίχορο.Επίσης, σύμφωνα με άλλη πηγή, ο Ξάνθος ήταν Λυδός δοκιμιογράφος, που γεννήθηκε γύρω στο 500 π.Χ. και έγραψε στα χρόνια της βασιλείας του Αρταξέρξη I (465 π.Χ.) το δοκίμιο «Λυδιακά» σε 4 τόμους,η γνησιότητα των οποίων αμφισβητήθηκε από πολλούς.Έτσι π.χ. ο Αρτέμων λέει ότι αυτό το δοκίμιο γράφηκε από τον Διονύσιο Σκυτοβραχίωνα τον 1ο αι. π.Χ., συγγραφέα της συλλογής χειρογράφων «Κριτική και ερμηνεία» του 2ου αι. π.Χ. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ο Ξάνθος έγραψε ένα παρόμοιο δοκίμιο, το οποίο περιλάμβανε αποσπάσματα από το Στράβωνα~περί Ερατοσθένους~ και από τον Αθήναιο~περί Μνασίου~ και ήταν γνωστό και στον Ηρόδοτο. Συλλογή αποσπασμάτων αυτού υπάρχει και στο έργο «Αποσπάσματα ελληνικής ιστορίας» του C.Muller.O Ξάνθος, σύμφωνα με τη γεωγραφία, ήταν ο ποταμός Σκάμανδρος, για τον οποίο γράφει ο Όμηρος «όν Ξάνθον καλέουσι θεοί, άνδρες δε Σκάμανδρον». Σύμφωνα με το Βιργίλιο ήταν το όνομα ενός μικρού ποταμού στην Ήπειρο και η Ελένη τον μετονόμασε με αυτή την ονομασία.Η Ξάνθος ήταν σημαντική πόλη της Λυκίας, ισχυρό πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο, που τοποθετείται 60 στάδια (1στάδιο = 225μ.) από τις πηγές του ομώνυμου ποταμού και η οποία για πρώτη φορά καταστράφηκε από τους Πέρσες.Φημισμένοι στην αρχαιότητα ήταν οι ναοί προς τιμήν του Σαρπηδόνα,του Λυκίου Απόλλωνα και το ιερό της Λητώς (Λητώον). Το Λητώο αποτελούσε κοινό ιερό για όλες τις λυκιακές πόλεις. Αξιόλογα ερείπια της πόλης έγιναν γνωστά από τις ανασκαφικές έρευνες που διεξήγαγε ο CharlesFellows πολύ κοντά στη σημερινή πόλη Κουνίκ. Γράφει ο Στράβωνας : «Μετά ο ποταμός Ξάνθος που οι παλαιοί έλεγαν Σίρβι. Πλέοντας με σχεδία από εδώ, από την εκβολή στα μεσόγεια, επί δέκα στάδια, συναντούμε το Λητώο. Άλλα 60 στάδια πέρα από το ιερό και φτάνουμε στην πόλη των Ξανθίων που είναι η μεγαλύτερη πόλις της Λυκίας…».Ο ποταμός Ξάνθος, για τον οποίο ήδη αναφέρει ο Όμηρος πηγάζει απ’ την οροσειρά του Ταύρου στα σύνορα της Λυκίας με την Πισιδία και ρέει μέσω μιας μεγάλης κοιλάδας, το «Ξάνθου πεδίον»,όπου ο Άρπαγος νίκησε τους Λυκίους. Η λέξη «ξάνθος – ξανθός» θεωρείται ότι δεν έχει ινδοευρωπαϊκή ετυμολογία και σύγκριση με την ετρουσκική λέξη «zamfi», που σημαίνει «χρυσός».

 

Κάποτε,τα νησιά του Αιγαίου με τη μεσολάβηση της Κρήτης είχαν ανοίξει την πόρτα της ανατολής.Αναμφίβολα οι Λύκιοι, καθώς επίσης και οι Κάρες, οι Λέλαιγες, οι Λυδοί και άλλοι λαοί σχετιζόμενοι μεταξύ τους διαμόρφωσαν ενιαίο μέχρι κάποιο βαθμό εθνοτικό στρώμα. Μελετώντας κανείς τα λεξικά, όπως το λεξικό J.Sundwall προκύπτει η αδιαμφισβήτητη γλωσσική συγγένεια των πληθυσμών της Λυκίας, της Παμφυλίας,της Λυδίας, της Καρίας,της Πισιδίας,της Ισαυρίας,της Λυκαονίας και της Κιλικίας.Οι ανατολικές επιδράσεις από τους λαούς της Μεσοποταμίας και τους Χετταίους, μέσω της Φρυγίας και της Λυδίας και από την Αίγυπτο μέσω της Συρίας και της Λυκίας και τελικά μέσω της Κύπρου και της Κρήτης πέρασαν στη λεκάνη του Αιγαίου.Ο πολιτισμός των Αχαιών δεν διέκοψε τη σύνδεσή του με την ανατολή.Η Αργολίδα εισήγαγε στα παλάτια της ανατολικής Κρήτης και της Μικράς Ασίας τοιχογραφίες, κοσμήματα και ζωγραφιές μυκηναϊκών αγγείων.Αν ήδη στην Κρήτη τα ανατολικά στοιχεία εμφανίστηκαν στην αρχική τους μορφή, στην Αργολίδα έλαβε χώρα περαιτέρω επεξεργασία τους σε σχέση με τις απαιτήσεις και τα γούστα της αχαϊκής αριστοκρατίας. Μετά την κάθοδο των Δωριέων και την εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού διακόπηκε αυτή η κοινή γραμμή ανάπτυξης.Στα κυρίαρχα κέντρα της Αργολίδας και ιδιαίτερα στις Μυκήνες βρισκόταν η αιχμή του δόρατος των κατακτημένων Αχαιών.Σύμφωνα με την παράδοση, οι Αχαιοί ήταν η πρώτη ελληνική φυλή που κατέβηκε από το βορρά περίπου το 1900 π.Χ. και κατέκλυσε σταδιακά όλο τον ελληνικό χώρο μέχρι την κάθοδο των Δωριέων.Αχαιοί εγκαταστάθηκαν ακόμη και στην Κνωσσό μετά την καταστροφή του ανακτόρου, γύρω στο 1450 π.Χ. Ιστορικά παρουσιάζονται από τον 14ο αι. στην Κύπρο,τα Δωδεκάνησα,τη Συρία,την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο.Επίσης, η δραστηριότητά τους επεκτείνεται και στην Κάτω Ιταλία.Ο Όμηρος τους αποκαλεί άλλοτε «Δαναούς» και άλλοτε «Αργείους». Στην περιοχή του Αιγαίου, η διαδικασία της εισβολής των Δωριέων επιτεύχθηκε πιο αργά, αλλά κι εδώ εντοπίζονται πληθυσμοί, για τους οποίους το χαρακτηριστικό είναι μια πρωτόγονη γεωμετρική κεραμική που βρίσκεται σε συγγένεια με την πιο προηγμένη γεωμετρική τέχνη των Ελλήνων. Σύμφωνα με τον κατάλογο των πλοίων του Ομήρου* και τις άλλες γραπτές πηγές που έφτασαν σε μας, ο αποικισμός της Ρόδου απ’ τους Δωριείς έγινε υπό την αρχηγία του Τληπόλεμου, ενώ τα τρία δωρικά φύλα που έφθασαν στο νησί ενώθηκαν πολιτικά και στρατιωτικά κάτω από την καθοδήγηση αυτού του άξιου ηγέτη.Για τη σύγκρουση με τους ντόπιους δεν υπάρχουν πληροφορίες.Ισχυρά κατάλοιπα της μυκηναϊκής Ρόδου πέρασαν πολύ γρήγορα στη γεωμετρική τέχνη των Δωριέων.

 

* «Μαζί μ’ αυτούς ακολουθούσαν ογδόντα μαύρα καράβια.Ο Τληπόλεμος,ο γιος του Ηρακλή, ωραίος και μεγαλόσωμος, οδηγούσε τα εννέα πλοία των περήφανων Ροδίων, από τη Ρόδο, αυτών που κατοικούσαν στη Ρόδο, μοιρασμένοι σε τρεις πολιτείες, στη Λίνδο, στην Ιαλυσσό και στην Κάμειρο την ασπροχώματη.Σ’ αυτούς αρχηγός ήταν ο ένδοξος στο δόρυ Τληπόλεμος,αυτός που τον είχε γεννήσει η Αστυόχεια στο δυνατό Ηρακλή.»

 

Σε αυτή τη χρονική περίοδο (1500–1000 π.Χ.) η ιστορία της Λυκίας απομονώνεται από την ιστορία της περιοχής του Αιγαίου. Περικυκλωμένοι από απόκρημνα βουνά, δυσπρόσιτα από το εξωτερικό, οι Λύκιοι δεν άφησαν τους Έλληνες να μπουν στο εσωτερικό της χώρας τους.Φαίνεται ότι η ελληνική επιρροή άγγιξε μόνο τη δυτική παράκτια ζώνη της Μικράς Ασίας.Θα μπορούσαμε να διαιρέσουμε τη Μικρά Ασία σε 2 ζώνες : στην κεντρική, η οποία συμβαδίζει με την Αρμενία και τη βόρεια Συρία και την παράκτια, η οποία κατά την ελληνιστική περίοδο έγινε αμιγώς ελληνική.Στον πρώτο ελληνικό αποικισμό στη Μικρά Ασία διασώθησαν εξαιρετικά αναξιόπιστα στοιχεία, κυρίως πολιτισμικές γενεαλογίες και τοπωνυμικοί θρύλοι. Ωστόσο, κάποια στοιχεία δείχνουν, ότι ο αποικισμός της παράκτιας ζώνης της Μικράς Ασίας ήταν μια μακρά διαδικασία, η οποία συνοδεύτηκε από μια πάλη των αποίκων με τους τοπικούς πληθυσμούς.Απ’ τους αυτόχθονες, ένα μέρος εκδιώχθηκε και ένα μέρος εξοντώθηκε ή μετατράπηκε σε δούλους.Σε ορισμένες περιπτώσεις συνέβη και ανάμειξη των πληθυσμών με τους ντόπιους σε επιλεγμένες παράκτιες περιοχές της βόρειας Μικράς Ασίας, οι οποίοι είχαν κατακτήσει νωρίτερα τον Κρητομυκηναϊκό πολιτισμό.

 

Εκεί που οι εύφορες κοιλάδες συνδέονταν με τη θάλασσα, η διείσδυση των Ελλήνων στη χώρα της Λυκίας διευκολύνθηκε.Η εχθρότητα των λυκιακών φυλών απέναντι στους Έλληνες συναντάται σαφώς, ήδη στην «Ιλιάδα»,όπου ο Σαρπηδόνας και ο Γλαύκος ήταν επικεφαλής του λυκιακού στρατού και συμμάχησαν με τους Τρώες στον αγώνα κατά των Αχαιών.Ο μυθικός ηγέτης των Δωριέων αποίκων στη Ρόδο, Τληπόλεμος*, ήρθε σε μονομαχία με το βασιλιά της Λυκίας, Σαρπηδόνα.

 

* Ο Τληπόλεμος (=αυτός που αντέχει στον πόλεμο) ήταν γιος του Ηρακλή από την Αστυόχεια, κόρη του Φύλαντα, την οποία είχε πάρει από την Εφύρα(Τίρυνθα). Η πόλη βρισκόταν κοντά στον ποταμό Σελλήεντα στη Θεσπρωτία και εντοπίστηκε στα νότια της σημερινής Πάργας. Αργότερα αναφέρεται και ως Κίχυρος. Γράφει ο Απολλόδωρος, ιστορικός της Αλεξανδρινής εποχής, ο οποίος αποτέλεσε πολύτιμη πηγή για τη μελέτη του έργου του Στράβωνα : «…στρατεύει δε Ηρακλής μετά Καλυδωνίων επί Θεσπρωτούς και πόλιν Ελών Έφυραν, ης βασίλευε φύλας, Αστυόχη τη τούτου θυγατρί συνελθών πατήρ Τληπολέμου γίνεται· διατελών δε παρ’ αυτοίς, πέμψας προς Θέσπιον επτά μεν κατέχειν έλεγε παίδας, τρεις δε εις Θήβας αποστέλλειν, τους δε λοιπούς τεσσαράκοντα πέμπειν εις Σαρδώ την νήσον επ’ αποικίαν…» Ο Τληπόλεμος αναγκάστηκε να φύγει από την Τίρυνθα, γιατί είχε σκοτώσει το νόθο αδελφό της γιαγιάς του ( μητέρας του Ηρακλή, Αλκμήνης) τον Λικύμνιο.Ο Πίνδαρος ονομάζει τον Τληπόλεμο «Τιρυνθίων Αρχαγέτα» δηλαδή πρώτο αρχηγό των Τιρυνθίων.Ο Τληπόλεμος ήρθε να πάρει χρησμό από το μαντείο των Δελφών. Σ’ αυτόν ο χρυσοκόμης θεός είπε να κάνει ένα ταξίδι με πλοίο από τις ακτές της Λέρνας κατ’ ευθείαν προς την ποιμενική γη, η οποία περιβάλλεται από θάλασσα.Ο Τληπόλεμος κατάλαβε την έννοια του χρησμού και πήγε κατ’ ευθείαν από τη Λέρνα στη Ρόδο, όπου έχτισε 3 πόλεις ~ Κάμειρο, Ιαλυσσό και Λίνδο. Πολύ καιρό πριν απ’ αυτόν, καθώς ο Δαναός ερχόταν προς το Άργος, σταμάτησε στη Ρόδο και ίδρυσε ένα ιερό προς τιμή της Αθηνάς, επειδή πίστευε ότι η θεά γεννήθηκε εκεί. Ο Όμηρος, όμως γράφει, ότι η Αθηνά γεννήθηκε στις Αλαλκομενές της Βοιωτίας.

 

Γράφει ο Όμηρος : «Κι έσπρωξ’ η μοίρα ανίκητη τον μέγα Ηρακλείδην Τληπόλεμον ενάντια στον θείον Σαρπηδόνα. Και άμ’ αντικρύ προχώρησαν ο ένας προς τον άλλον, ο εγγονός με τον υιον του βροντοφόρου Δία, προσφώνησε ο Τληπόλεμος τον Σαρπηδόνα πρώτος» : «Τι σ’ αναγκάζει Σαρπηδών, ω των Λυκίων άρχε, ως άνθρωπος απόλεμος να κρύβεσ’ εδώ πέρα; Ψεύδοντ’ αν λέγουν που’ σαι υιος του αιγιδοφόρου Δία κι είσαι πολύ κατώτερος εκείνων των ηρώων, οπού στες πρώτες γενεές έχει γεννήσει ο Δίας, ως ήταν ο πατέρας μου, ως λέγουν, ο Ηρακλέας, λεοντόψυχος, ατρόμητος, που ότ’ ήλθε εδώ να λάβη τους ίππους του Λαομέδοντος μ’ έξι καράβια μόνα και μ’ ολιγότερον στρατόν, την πόλιν της Ιλίου επόρθησε κι από λαόν ορφάνωσε τους δρόμους. Και συ ψυχή έχεις δειλήν και φθείροντ’ οι λαοί σου, ουδέ θαρρώ πως στήριγμα θε νά’ σαι συ των Τρώων, αν και ανδρειωμένος βοηθός απ’ την Λυκίαν ήλθες. Αλλά θα ιδής που η λόγχη μου στον Άδη θα σε στείλη.»… « Και σήκωσε ο Τληπόλεμος το φράξινο κοντάρι. Σύγχρον’ από τα χέρια τους τ’ ακόντια πεταχθήκαν, το ζνίχι ο Σαρπηδών κτυπά και πέρα η πικρή λόγχη, εβγήκε και τα μάτια του μαύρο σκεπάζει σκότος. Αλλά τ’ αριστερό μερί του Σαρπηδόνος είχε ήδη τρυπήσ’ η μακριά του Τληπολέμου λόγχη και μανιωμένη ξάκρισε ξυστά τα κόκαλά του. Ακόμη από τον θάνατον τον φύλαγε ο πατέρας»… « Αλλ’ απ’ την λόγχην του υψηλού στο φρόνημα Οδυσσέως να πέσει ο γόνος του Διός δεν ήθελεν η μοίρα. Κι η Αθηνά τον έκλινε στο πλήθος των Λυκίων.»

 

Ήδη, οι αρχαίοι σχολιαστές σημείωσαν εξ’ αιτίας της μονομαχίας Σαρπηδόνα και Τληπόλεμου τα ίχνη μιας παλιάς εχθρότητας Ροδίων και Λυκίων.Την αντίσταση των Λυκίων απέναντι στους Έλληνες διευκόλυνε η δύσκολη πρόσβαση που είχαν οι δεύτεροι στη χώρα των πρώτων, κλειστή από τη θάλασσα που την περιστοίχιζαν απόκρημνοι βράχοι. Στην καρδιά της χώρας οι Έλληνες δεν μπορούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα να διεισδύσουν, γι αυτό οι λυκιακές φυλές συνέχιζαν να ζουν εδώ σύμφωνα με τα παλαιά τους έθιμα.Η αρχαιότητα αυτών των φυλών, που διατήρησε μόνιμα έναν συντηρητικό τρόπο ζωής, επιβεβαιώθηκε και από τον Ηρόδοτο με τη διάσωση του μητριαρχικού μοντέλου ζωής των Λυκίων.Ο Ηρόδοτος αναφέρει, ότι οι Λύκιοι κατάγονταν από την Κρήτη μέσω του Σαρπηδόνα και γι αυτό αρχικά ονομάζονταν Τέρμιλοι και αργότερα από τον Λύκο, γιο του Πανδίονα, τους αποκάλεσαν Λυκίους.Τα έθιμά τους, όπως προαναφέραμε, ήταν εν μέρει Κρητικά και εν μέρει Καρικά.Αυτοί είχαν ένα παράξενο έθιμο, το οποίο δε συναντούσε κανείς σε κανένα άλλο έθνος : Ονόμαζαν τον εαυτό τους από τη μητέρα και όχι από τον πατέρα. Αν κάποιος ρωτούσε το γείτονα : Ποιος είναι αυτός ; Αυτός ονόμαζε το γένος του από την πλευρά της μητέρας και των συγγενών της πίσω στο χρόνο. Και αν η γυναίκα – πολίτης (γυνή αστή) συνδεόταν συγγενικά με δούλο, τότε τα παιδιά της θεωρούνταν ευγενείς.Αν όμως ο άνδρας – πολίτης, ακόμη κι αν ήταν ο πιο επιφανής μεταξύ τους παντρευόταν μια ξένη ή μια παλλακίδα, τότε τα παιδιά τους δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα. Ο όρος «αστή» χρησιμοποιούνταν σε σχέση με μια γυναίκα – πολίτη της οποίας οι πρόγονοι για πολλές γενιές είχαν ζήσει σε πόλη και απόλαυσαν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Ένα απόσπασμα του Νικολάου της Δαμασκού υπογραμμίζει τα χαρακτηριστικά του λυκιακού μητριαρχικού μοντέλου.«Οι Λύκιοι τιμούν τις γυναίκες περισσότερο απ’ τους άνδρες, ονομάζονται από το γένος της μητέρας, ενώ αφήνουν περιουσία κληρονομιάς στις κόρες και όχι στους γιους.» Στον Όμηρο, όπως ήδη αναφέραμε, αρχηγέτης των Λυκίων ήταν ο Σαρπηδόνας, ενώ ο Γλαύκος σε σχέση με το Σαρπηδόνα βρέθηκε σε χαμηλότερη θέση. Όπως σημειώνεται στη βιβλιογραφία, ο Σαρπηδών ήταν γιος της κόρης του Βελλεροφόντη, ο οποίος ήταν παντρεμένος με την κόρη του βασιλιά της Λυκίας. Ενώ, κατά το διάστημα αυτό ο Γλαύκος προήλθε από το γιο του Βελλεροφόντη. Ο Ηρόδοτος εκτός από τις αναφορές για το μητριαρχικό μοντέλο των Λυκίων, διηγείται επίσης για την καταστροφή της Ξάνθου το 540 π.Χ. και τους κατοίκους των περιχώρων που γλίτωσαν την καταστροφή (επήλιδες).Η Ξάνθος, ένα από τα ισχυρά κέντρα της Λυκίας καταστράφηκε από τους Πέρσες του Άρπαγου μαζί με την Καύνο κατά τη διάρκεια της προς δυσμάς επέλασής τους και μετά την κατάληψη των Σάρδεων (546 π.Χ.) Όλοι οι κάτοικοι εξοντώθηκαν. Μόνο 80 οικογένειες που κατοικούσαν σε αγροτικές περιοχές γύρω από την πόλη γλίτωσαν τη σφαγή.Ο Ηρόδοτος εκεί που μιλάει για τους σύγχρονούς του Λυκίους και τα έθιμά τους, πριν απ’ όλα μιλάει, όχι για τους ξένους που ήρθαν στην πόλη μετά την συντριβή από τον Άρπαγο, αλλά για τους απογόνους των 80 οικογενειών των γνήσιων Λυκίων που κατάφεραν να επιζήσουν.Στις επιγραφές της Λυκίας, για το γεγονός ότι οι γυναίκες λαμβάνουν τιμητική θέση, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία.Σε μια σειρά περιπτώσεων η ίδια η γυναίκα χτίζει τον τάφο για τον εαυτό της και σκαλίζει τα ονόματα των μελών της οικογένειάς της.Αυτό σημαίνει, ότι τη φροντίδα του χώρου ταφής αναλαμβάνει όχι ο άνδρας, αλλά η γυναίκα στον τάφο της οποίας αργότερα φιλοξενείται ο άνδρας κι όχι το αντίθετο. Σε μια από τις επιγραφές η πεθερά επιτρέπει στη γυναίκα του γιου της να αναπαυθεί στον τάφο, με την προϋπόθεση ότι αυτή δεν θα διαλύσει το γάμο της με το γιο της. Σε μερικές περιπτώσεις ο τάφος χτίζεται για τον αδελφό της μητέρας.Σε αριθμό προσώπων στους οποίους δίδεται η δυνατότητα να αναπαυθούν στον τάφο, βρίσκουμε παράλληλα με τη γυναίκα και την αδελφή της, τη μητέρα της γυναίκας, τη μητέρα του συζύγου και το σύζυγο της κόρης, την αδελφή της συζύγου μαζί με τον άνδρα της, τα παιδιά της συζύγου κλπ.Σε μια άλλη επιγραφή στη λυκιακή γλώσσα ο τάφος χτίστηκε για τον αδελφό της μητέρας και περιλαμβάνονται προφανώς οι πρόγονοι από το γενεαλογικό δέντρο της μητέρας.Σε άλλη περίπτωση κάποιος Πόρπακος αφιερώνοντας ένα άγαλμα στον Απόλλωνα, αναφέρει αρχικά το όνομα του πατέρα του «Θρύφις» και μετά το θείο του από τη μητέρα του «Πουριμάτις» και αναφέρει παρακάτω και το όνομα της γυναίκας «Τισεβσέμπρι» ~ πιθανόν Αρμένιας ~ και στη συνέχεια το όνομα του θείου της από τη μητέρα της, όλοι πολίτες του δήμου Πριανόβαδα, ενός δήμου της Τλω.Πολύ ενδιαφέρουσα είναι μια από τις επιγραφές της Καδυάνδης, στην οποία βρίσκεται μια λίστα καθηκόντων βουλευτών και δημοτών της πόλης των Σιδύμων. Όλα τα ονόματα, με εξαίρεση 3 είναι πατρωνυμικά.Την ίδια στιγμή, μεταξύ των ονομάτων άλλων βουλευτών με συνήθη συμβολισμό του πατρός βρίσκεται και το όνομα Νικέτας, γιος του Πάρθενου, αλλά και μεταξύ των δημοτών υπάρχει το όνομα Νικέτας γιος του Λάλλου και το όνομα Ευτύχιος, γιος αγνώστου πατέρα. Ενδιαφέρον είναι ότι στην ίδια επιγραφή συναντάμε τρεις τύπους ονομασιών : 2 περιπτώσεις από τη μητέρα, πλήθος από τον πατέρα και 1 περίπτωση «γιος αγνώστου πατρός» ή όπως γράφεται στην αρχαία ελληνική γλώσσα «πατρός αδήλου».Με βάση αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα επιγραφή μπορούμε να εξάγουμε κάποια συμπεράσματα όπως : Η πλειονότητα των ονομάτων αναφέρεται στην επικράτηση της πατρότητας. Ωστόσο, στις τρεις περιπτώσεις, όπου ο βουλευτής και ο δημότης καλούνται από το γένος της μητέρας, υποδεικνύουν την παρουσία ενός χωριστού γένους ή οικογένειες με σταθερή μητριαρχική παράδοση. Η ονομασία «πατρός αδήλου» υποδηλώνει την ανάπτυξη της πατριαρχικής σχέσης ως προτύπου.Αναμφίβολα, η μητέρα του Ευτύχιου ήταν πολίτης, διαφορετικά ο Ευτύχιος δεν θα είχε πολιτικά δικαιώματα.Ωστόσο, η μητέρα του δεν ανήκε προφανώς σε μια από τις ευγενείς τάξεις των Σιδύμων, γένος το οποίο θα προσέδιδε υπερηφάνεια και δόξα στους γιους της.Ο πατέρας του Ευτύχιου θα μπορούσε να είναι πράγματι άγνωστος ή θα μπορούσε να ανήκει σ’ ένα χαμηλό κοινωνικό στρώμα.Είναι φανερό, ότι η έκφραση «πατρός αδήλου» τόνιζε την εξώγαμη προέλευση του παιδιού.Ωστόσο, αυτό ήταν μια ακόμη απόδειξη, ότι τα πολιτικά του δικαιώματα ο Ευτύχιος τα κληρονόμησε από τη μητέρα του, αν και το όνομα της μητέρας του δεν αναφέρεται.Είναι ενδιαφέρον ακόμη να σημειωθεί, ότι σε επιγραφές τάφων στη Λιβύη συναντούμε το διπλό σύστημα υπολογισμού της συγγένειας.Έτσι, σε μια επιγραφή από την Ξάνθο,φαίνεται ότι ο οικοδόμος του τάφου έχτισε το υπερώο για τη σύζυγό του και το κάτω μέρος για τη δική του νεκρική κατοικία.

 

 

 

Στη Λυκία, στα χρόνια του Ηρόδοτου,δεν υπήρχε μητριαρχία και οι περισσότερες οικογένειες των Λυκίων ήταν μονογαμικές με το δίκαιο του πατρός. Αλλά,σε κάποια τμήματα της αριστοκρατίας, κυρίως γαιοκτημόνων, συντηρήθηκαν στοιχεία μητριαρχικά με κύρια αιτία την οικονομική αυτοτέλεια. Είναι πολύ πιθανό, ότι η υπόδειξη του Ηρόδοτου για την παρουσία στη Λυκία 80 πατροπαράδοτων οικογενειών, δηλαδή η ύπαρξη 80 οικογενειών ιθαγενών ευγενών, έχει άμεση σχέση με την αναφορά του για το λυκιακό μητριαρχάτο. Μιλώντας σχετικά για αυτές τις 80 οικογένειες με τα διασωζόμενα απομεινάρια της μητρικής συγγένειας των μελών τους, που τους διακρίνουν απ’ τους ξένους, γράφει ο Ηρόδοτος : « Ισχυριζόμενοι, ότι αυτοί είναι μεταξύ των Λυκίων».Γράφει ο Ν.Ζαφειρίου : Ο Πλούταρχος προβαίνει έτι περαιτέρω, παρέχει δηλαδή και την αιτιολογίαν της προνομιακής ταύτης θέσεως των γυναικών εν Λυκία αναφέρων τα εξής : «Βελλεροφόντης ουν άγριον εν τη Ξανθίων (Λυκίων) χώρα και ζώα και καρπούς λυμαινόμενον ανελών ουδεμίας ετύγχανον αμοιβής. Καταρασαμένου δε των Ξανθίων αυτού προς τον Ποσειδώνα, παν το πεδίον εξήνθησεν αλμυρίδα και διέφθαρτο παντάπασι της γης πικράς γενομένης· μέχρις ου τας γυναίκας αιδεσθείς δεομένας ηύξατο τω Ποσειδώνι οργήν αφείναι.Δι’ ο και νόμος ην τοις Ξανθίοις μη πατρόθεν αλλ’ από μητρών (μητέρων) χρηματίζειν (=να λαμβάνουν το όνομα) ».Ανάλογη αναφορά με τον Ηρόδοτο, συναντούμε και στην αναφορά του Πολύβιου για τη μητριαρχική δομή των απογόνων 100 οικογενειών των Ιταλών Λοκρών(Επιζεφύριων).Ο Πολύβιος γράφει για τους μετοικήσαντες από τη Λοκρίδα στην Ιταλία Επιζεφύριους Λοκρούς, ότι από τη γυναίκα έλαβαν την ευγένεια και τη γενεαλογία τη δική τους και των πόλεών τους : «Πρώτον μεν ότι πάντα τα δια προγόνων ένδοξα παρ’ αυτοίς από των γυναικών, ουκ από των ανδρών εστίν, οίον ευθέως ευγενείς παρά σφίσι νομίζεσθαι τους από των εκατόν οικιών λεγομένους· ταύτας δ’ είναι τας εκατόν οικίας τας προκριθείσας υπό των Λοκρών πριν ή την αποικίαν εξελθείν, εξ ων έμελλον οι Λοκροί κατά τον χρησμόν κληρούν τας αποσταλησομένους παρθένους εις Ίλιον.Τούτων δη τινάς των γυναικών συνεξάραι μετά της αποικίας, ων τους απογόνους έτι νυν ευγενείς νομίζεσθαι και καλείσθαι τους από των εκατόν οικιών». Και συνεχίζει παρακάτω : «τούτο δε μάλιστα περί τους Λοκρούς εικός εστί γεγονέναι·πολύ γαρ εκτοπίσαντες εκ των συνειδότων και προσλαβόντες συνεργόν τον χρόνον, ουχ ούτως άφρονες ήσαν ώστε ταύτ’ επιτηδεύειν, δι ων έμελλον ανανέωσιν ποιείσθαι των ιδίων ελαττωμάτων, αλλά μη τοναντίον δι’ ων επικαλύψειν ταύτα. Διο και την ονομασίαν τη πόλει την από των γυναικών εικότως επέθεσαν και την οικειότητα την κατά τας γυναίκας προσεποιήθησαν, έτι δε τας φιλίας και τας συμμαχίας τας προγονικάς τας από των γυναικών ανενεούντο».Σύμφωνα με τους μύθους των Λοκρών, η Πανδώρα που γεννήθηκε από πηλό, έδωσε αρχικά ανθρώπινο γένος.Η Πύρρα, κόρη της, αναβίωσε τους ανθρώπους μετά τον κατακλυσμό. Η κόρη της Πύρρας ονομάστηκε Πρωτόγεννη. Σε μια επιγραφή των Λοκρών συναντούμε την ονομασία από τη μητέρα : «Ίδαμος, γιος της Δημοκρατίας».Οι αγροτικές και κτηνοτροφικές ιδιοκτησίες των λυκιακών φυλών παρέμειναν πρωτόγονες και εξυπηρετούσαν κυρίως μόνο τους ίδιους.Το εμπόριο υπήρχε στην εσωτερική ζωή των Λυκίων, κυρίως με τη μορφή ανταλλαγής προϊόντων μεταξύ των φυλών και στις εξωτερικές τους σχέσεις με τη μορφή της πειρατείας. Έτσι, η κοινωνική διαφοροποίησή της ακολούθησε για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα βραδύ ρυθμό. Ξεκομμένη, μετά την αποίκιση των Δωριέων στη λεκάνη του Αιγαίου, η εχθρική στους Έλληνες Λυκία, έστρεψε την πλάτη της στη θάλασσα.Ο Αριστοτέλης συνδέει τους μητρικούς δεσμούς συγγένειας με τη ζωή και ύπαρξη των φυλών παρέχοντας μισθοφόρους και οδηγώντας σ’ έναν μαχητικό τρόπο ζωής : «ώστε αναγκαίον εν τοι τοιαύτη πολιτεία τιμάσθαι τον πλούτον, άλλως τε καν τύχωσι γυναικοκρατούμενοι, καθάπερ τα πολλά των στρατιωτικών και πολεμικών γενών». Ίσως, η παρατήρηση του Αριστοτέλη δεν ήταν λαθεμένη, διότι σε αυτές τις κοινότητες αναδεικνύεται άμεσα ο ρόλος και η προτεραιότητα των γυναικών στην αγροτική ιδιοκτησία και την οικία.Ο ρόλος της γυναίκας στις λυκιακές γεωργικές οικογένειες εξακολουθούσε να είναι σημαντικός για πολλά χρόνια.Χαρακτηριστικό είναι, ότι στην Κρήτη η δυναμική αυτού του ρόλου εξασθένισε μετά την κάθοδο των Δωριέων, ενώ η Λυκία διατήρησε την ανεξαρτησία της. Αυτές, όμως, είναι μόνο υποθέσεις, που είναι δύσκολο να υποστηριχθούν λόγω έλλειψης επαρκών πληροφοριών.Σε υποθέσεις,κυρίως,στηρίχθηκε και μια αναφορά του Ηρόδοτου για ένα μέρος του Κρητικού πληθυσμού της Λυκίας στις σχέσεις τους με την Αργολίδα τη μυκηναϊκή εποχή καθώς και οι αναφορές του Ηρακλείδη του Ποντικού για την πειρατεία των λυκιακών φυλών και για τον τρόπο ζωής τους.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στην ιστοσελίδα :

http://www.ktdrus.gr/index.files/article_16.html

Σχετικά links:

http://www.ktdrus.gr/panorama/index.files/presentation_7.html

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here