Η τελευταία μάχη του Πλαστήρα στον Τσεσμέ

5
2478

 

plastrias

Η τελευταία μάχη στη Μικρά Ασία δόθηκε από τον Πλαστήρα (τον Καραπιπέρ όπως τον αποκαλούσαν οι Τούρκοι) μέ τό Σεϊτάν Ασκέρ (τό 5/42 των ευζώνων του) κοντά στον Τσεσμέ, στήν περιοχή Σταυρός (Ζέγκουϊ στά τουρκικά) Εκεί πολέμησε ο Πλαστήρας, σέ μία προσπάθεια νά προστατέψει τά τελευταία τμήματα του στρατού μας πού υποχωρούσαν πρός τήν σωτηρία των πλοίων. Οι Τσέτες αποδεκατίστηκαν καί μάλιστα αργότερα, οι Τούρκοι έστησαν μνημείο εκεί πού μαρτυρά τήν τελευταία μάχη καί τόν χαμό 147 Τούρκων ιππέων.

Ο Γιάννης Καψής περιγράψει τη μάχη του Σταυρού, σύμφωνα μέ διήγηση του ηρωϊκού συνταγματάρχη:

«Το πρωί της 28ης Αυγούστου το 5/42 έφθασε στον Σταυρό εκεί που ο δρόμος χωρίζει προς τον Τσεσμέ. Σ’ όλη τη μαρτυρική πορεία του έμενε μακριά από τη μάζα του Νότιου Συγκροτήματος. Ο πανικός είναι μια ασθένεια μεταδοτική και ο Πλαστήρας ήταν αποφασισμένος να κρατήσει το Σύνταγμα του μέχρι τέλους. Και το κατόρθωσε, δίνοντας ο ίδιος το παράδειγμα της αυτοθυσίας.

Για δέκα πέντε ημέρες είναι πάνω στ’ άλογό του. Έφιππος τρώγει ότι του φέρνουν οι άνδρες του, κάτι ελάχιστο – μήπως έχουν κι οι Τσολιάδες μας να φάνε; Έχουν πετάξει τα πάντα, καζάνια, τρόφιμα, καραβάνες. Μόνον τα όπλα και τα φυσίγγια τους κρατούν και μαζεύουν στον δρόμο φρούτα, στα χωριά κανένα καρβέλι ψωμί – τρώγουν όποτε έχουν, αλλά πολεμούν πάντοτε με την ίδια ορμή, που έχει προκαλέσει το δέος, τον τρόμο στους Τούρκους. Κι ο Πλαστήρας μένει ακλόνητος πάνω στ’ άλογό του. Παρακολουθεί τα πάντα, εμψυχώνει τους άνδρες του. Και, πολλές φορές την νύκτα τους αφήνει να κοιμηθούν χωρίς να βγάλουν σκοπιές. Μένει ο ίδιος άγρυπνος πάνω στ’ άλογό του, φροντίζοντας για τα παλικάρια του – μάρτυρες οι ίδιοι οι άνδρες του 5/42, που τον είχαν δει με τα μάτια τους στο καραούλι. Είχε γίνει κάτισχνος, τα οστά του προσώπου του ξεχώριζαν κάτω από την ηλιοκαμένη, την μαυρειδερή επιδερμίδα του. Μόνον το βλέμμα του διατηρούσε την παλιά εκείνη λάμψη… Θα πίστευε κανείς, ότι ήταν έτοιμος να σωριασθεί νεκρός.

Εκεί, στο Σταυρό, το 5/42 στάθηκε και πάλι. Οι πρόσφυγες είχαν βραδυπορήσει, μια ατέλειωτη φάλαγγα ξεκινούσε από τη ζωσμένη στις φλόγες Σμύρνη ως το Τσεσμέ. Κάποιος έπρεπε να τους βοηθήσει,να τους προστατεύσει από τους Τσέτες, που ορμούσαν εναντίον τους σαν τα τσακάλια. Έπιασαν μετερίζια οι Τσολιάδες μας και περίμεναν τη φάλαγγα των προσφύγων να περάσει. Κι εκεί τους απονεμήθηκε το πολυτιμότερο παράσημο, που μπορεί να ποθήσει ένας πολεμιστής: Οι τρομαγμένοι, οι πανικόβλητοι πρόσφυγες αυτοί, που έφευγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, σταματούσαν γιά να φιλήσουν τα πληγιασμένα χέρια των στρατιωτών μας. Χαροκαμένες μάνες ήθελαν ν’ αγκαλιάσουν, να χαϊδέψουν τα φλογισμένα μέτωπα των παιδιών εκείνων, που πολεμούσαν τόσο μακριά από τα σπίτια τους, τις οικογένειες τους. Ήταν στιγμές γεμάτες συγκίνηση, στιγμές τραγικού μεγαλείου, γεμάτες ανθρωπιά και πόνο.

Στον Σταυρό περίμενε το «Σεϊτάν – Ασκέρ». Και μέσα στην καταχνιά του πρωινού φάνηκαν οι Τσέτες του Μπεχλιβάν. Κάλπαζαν ουρλιάζοντας – θύμιζαν τις ορδές του Αττίλα. Ορμούσαν κατά των προσφύγων και τους σπάθιζαν, κάρφωναν στα ξίφη τους ματωμένα κεφάλια και τα εξεσφενδόνιζαν στον αέρα. Δεν τους αρκούσε το ξερρίζωμα του Ελληνισμού, ήθελαν τον αφανισμό του.

Ο Πλαστήρας είδε τους Τσέτες. Ήταν συντριπτική αριθμητικά η υπεροχή, ήταν ψυχωμένοι από την ανέλπιστα μεγάλη νίκη τους, είχαν ξαποστάσει στη Σμύρνη. Η σωφροσύνη θα του επέβαλλε, ίσως, να υποχωρήσει αλλά τότε ούτε ένας από τους πρόσφυγες δεν θα διασωζόταν, οι Τσέτες θα έφθαναν στην αποβάθρα του Τσεσμέ πριν από τον Στρατό μας. Κι αποφάσισε να δώσει μια ακόμη μάχη.

Οι άνδρες του 5/42, με γρήγορες κινήσεις, σχημάτισαν ένα μεγάλο πέταλο κι «ελούφαξαν», έμειναν ακίνητοι, περιμένοντας τους Τούρκους να πέσουν στις κάνες των όπλων τους. Είχαν διαταγή να μη πυροβολήσουν, αν ο Πλαστήρας δεν έδινε το σύνθημα, πυροβολώντας – πρώτος. Πειθαρχικοί, εμπειροπόλεμοι, έβλεπαν τους Τούρκους να πλησιάζουν κι έμεναν ακίνητοι. Πολλοί άκουγαν τις αναπνοές τους, αισθάνθηκαν τη μυρωδιά των αλόγων τους. Κι όμως δεν πυροβόλησαν. Λίγο ακόμη κι οι Τσέτες θα είχαν πέσει στον κλοιό τους.

Αλλ’ ένας λοχίας έτρεμε από τη λύσσα του. Είχε δει τους Τσέτες να σφάζουν γυναικόπαιδα και δεν μπορούσε να συγκρατηθεί – έσφιγγε το όπλο του, δάγκωνε τα χείλη του για να μη φωνάξει και προδοθεί. Κι έξαφνα ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Σχεδόν αμέσως ένας καταιγισμός πυρός σάρωσε τους Τούρκους. Οι θάμνοι άναψαν, τα πολυβόλα κελάηδησαν ανατριχιαστικά. Η κοιλάδα αντήχησε στο βογγητό των πληγωμένων.

Οι Τούρκοι ξαφνιάστηκαν πήδησαν από τ’ άλογα κι έτρεξαν να καλυφθούν – θέλησαν να πιάσουν μετερίζια και να πολεμήσουν. Δεν γνώριζαν ακόμη ότι είχαν απέναντι τους το «Σεϊτάν Ασκέρ». Αλλά, μετά τον πρώτον αιφνιδιασμό, οι Τσολιάδες δεν κρατήθηκαν – δεν μπορούσε να τους συγκρατήσει κανείς· ούτε ο Πλαστήρας. Οι λόγχες σύρθηκαν και πάλι από τις θήκες τους. Και για μια ακόμη φορά – την τελευταία -όπως τότε σε μια εποχή που φαινότανε τόσο μακρινή, ακούστηκε η λεβέντικη κραυγή: «Αέρα…».

Έφυγαν οι Τσέτες, έφυγαν τρομοκρατημένοι, πανικόβλητοι πήδησαν στ’ άλογα τους κι άλλοι έφυγαν τρέχοντας. Επέστρεψαν ασθμαίνοντας στη Σμύρνη για να ρίξουν καινούργιο λάδι στο καντήλι του θρύλου, που θα καίει αιώνια. Είναι θρύλος, που αφηγείται η αναμνηστική στήλη, εκείνη, που υπάρχει μέχρι σήμερα στο Ζέγκουϊ – τον Σταυρό.

– Αχ, μωρέ… Αν δεν βιαζότανε εκείνος ο λοχίας, θα τους είχα φάει όλους τούς Τσέτες… »

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

5 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Πρόσθετα στοιχεία για το 5/42 και τον Πλαστήρα δίνονται:
    Το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων Λαμίας και ο Νικόλαος Πλαστήρας
    (http://sotosalexopoulos.blogspot.gr/2010/05/542.html).
    Αν κάποιος έχει σε φωτογραφία το μνημείο των Τούρκων πεσόντων στο Uzunkoyu (Ζάγκουϊ), ας το δημοσιεύσει.
    Επίσης αν υπάρχει κάποια άλλη πηγή, εκτός του Καψή, για τη μάχη, χρήσιμο είναι να παρατεθεί για την καλύτερη τεκμηρίωση του γεγονότος.

  2. Θα προσπαθήσω να βρω περρισότερα στοιχεία και να τα προσθέσω στην ανάρτηση αυτή!
    Οφείλω όμως να καταθέσω και την μαρτυρία που μου έχει μεταφερθεί από τον πατέρα μου Νικόλαο (γεννηθέντα το 1912 στο Ρεΐσδερε), ο οποίος σε ηλικία τότε 10 ετών στη σφαγή των Ρεϊστεριανών, είδε τους τσέτες του «Μπεχλιβάνη», όπως έλεγε, να αποκεφαλίζουν τον πατέρα του και παππού μου…

  3. Σεβόμενη όλους τους αείμνηστους παππούδες και τις γιαγιάδες που μας μετέφεραν με τις μαρτυρίες τους στοιχεία για αυτήν την χρονική περίοδο, καθώς και τον αγαπητό κύριο Γιάννη Καψή, θα πω ότι αν το ενδιαφέρον μας δεν είναι η συγκίνηση αλλά η γνώση θα πρέπει να στραφούμε σε έγκυρες ιστορικές πηγές και όχι σε προφορικές μαρτυρίες.
    Μία έγκυρη πηγή είναι η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού του Γ.Ε.Σ. και η άλλη του ερευνητή και δημοσιογράφου Φάνη Κλεάνθη στο βιβλίο »Αλάτσατα η χαμένη πατρίδα μου» κεφ. Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ.
    Ο οικισμός που αναφέρεται στο άρθρο είναι ο Χριστός (όχι Σταυρός) και στα τούρκικα είναι Uzunkuyu (βαθύ πηγάδι) Παραφθορά της τούρκικης αυτής ονονμασία είναι το Ζίγκουι. Το πολεμικό συμβάν του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων στην αναφερθείσα περιοχή αναφέρεται ως κάλυψη της υποχώρησης των ελληνικών δυνάμεων, με εγκατάσταση προφυλακών επί του υψώματος Κοζ Αγάτς και αμυντικώς περί το Ακτσέ Καγιά την 28/9/22 και την επομένη 29/9/22 επί της αμυντικής γραμμής Λεστέρν Νταγ καλύπτον την επιβίβαση 20 συνταγμάτων πεζικού, 2 ευζώνων και 4 ιππικού τα οποία παρενοχλούνται από την 1η μεραρχία Ιππικού των Τούρκων που τους έχουν πάρει το κατόπι από το Σαλιχλή. Την 2/9/22 μέσω της πόλης των Αλατσάτων κατευθύνονται προς Τσεσμέ, επιβιβάζονται και μεταφέρονται στη Χίο.
    Συγχρόνω θωρηκτά και αντιτορπιλικά συνέβαλαν στην ανάσχεση του τουρκικού ιππικού με κανόνια από Νότο (όρμος Αγριλιάς) και από δυσμάς (λιμάνι Λιτζιών).

  4. Πράγματι πολύ ενδιαφέρουσες όλες αυτές οι πληροφορίες….
    Πρόσφατα από τη ΔΙΣ άντλησα το εξής ντοκουμέντο:
    «….ιθ. 28 Αυγούστου-2 Σεπτεμβρίου 1922: Από πρωΐας της 28ης Αυγούστου το 5/42 ΣΕ ως κυρία Μονάς της ΧΙΙΙ Μεραρχίας και οπισθοφυλακή των υποχωρουσών Ελληνικών δυνάμεων προς τας Μικρασιατικάς ακτάς, εκινήθη διαδοχικώς εις βρύουλα, Γκιούλ Μπακσέ(29/8), Γκούνελι, Λεστρέν Ντάγ όπου έφθασε περί την μεσημβρίαν της 29/8. Εκεί παρέμεινε μέχρι του μεσονυκτίου της 31/8 ότε εκινήθη προς Αλάτσατα.
    Την 1ην Σεπτεμβρίου το Σύνταγμα κατείχε την στενωπόν δυτικώς Ζεϊντιλί καλύπτον την επιβίβασιν του Ελλην. Στρατού.
    Τέλος την 1100 Ω της 2ας Σεπτεμβρίου το Σύνταγμα εκινήθη προς Τσεσμέν όπου επεβιβάσθη πλοίων αυθημερόν διά Χίον….» ΠΗΓΗ:http://sotosalexopoulos.blogspot.gr/2012/10/542.html.

  5. Μαρτυρία για τη μάχη και τη μετέπειτα απόπειρα εκφοβισμού του Πλαστήρα από το ελληνικό επιτελείο:
    ….Βαδίσαμε λοιπόν. Πιο πέρα από το χωριό βγάλαμε πλαγιοφυλακές να προφυλαχτούμε από τα άτακτα στίφη που ερχότανε σουρτά κατά χιλιάδες. Πίσω τους ερχόντανε ο Πλαστήρας, συντεταγμένος. Ανταμώσαμε μαζί όλοι και βαδίσαμε προς τα Αλάτσατα. Φθάνοντας λοιπόν σε ένα στρατηγικό μέρος που είτανε μια κοιλάδα, λέγει ο αείμνηστος και θαραλέος Συνταγματάρχης Πλαστήρας:
    -Παιδιά! Εδώ πρέπει να τους δώσουμε το τελευταίο μάθημα για να μας θυμούνται!
    Ήρθαν λοιπόν τμήματα και κατέλαβαν τις πιο στρατηγικές θέσεις. Τα πολυβόλα εφοδιασμένα με πολλά κιβώτια πυρομαχικών. Τους άφησαν λοιπόν και μπήκανε μέσα στην κοιλάδα. Μόλις φθάσανε σε απόσταση βολής άρχισαν οι ομοβροντίες. Και βούϊζε ο τόπος από τους κρότους. Όσοι ήτανε εμπροσθοφυλακή δεν γλύτωσε κανένας!
    Έτσι τους εκδηκήθηκε για τελευταία φορά ο μαύρος καβαλάρης που τον είχαν ονομάσει. Αυτό θα πεί ανδρία και αυτοθυσία από Έλληνα αξιωματικό σαν τον Πλαστήρα, που κατόρθωσε και έφερε όλο το Σύνταγμά του μέχρι και τον Τσεσμέ……
    Προχωρήσαμε λοιπόν με τον Πλαστήρα μαζεύοντας όλα τα υπολοίματα των ατάκτων. Φθάσαμε στα Αλάτσατα όπου είχανε έρθει πολλά πλοία και μαούνες. Μεταφέρανε το στρατό στα απέναντι νησιά Χίο και Μυτηλήνη. Πριν επιβιβαστούμε εμείς οι μάχιμοι, σκοτώσαμε όλα τα άλογα, κάψαμε και τα αυτοκίνητα να μην περιέλθουν στον εχθρό.
    Μπήκαμε τελευταίοι στο πλοίο. Ο Πλαστήρας σε άλλο και εμείς σε άλλο. Διατάσσουν λοιπόν τον Πλαστήρα να πάη για Μυτηλήνη. Αυτός δεν άκουγε και τράβαγε για Χίο. Τον διατάσσει με τον ασύρματο το Στρατηγείο:
    -Τράβα για Μυτηλήνη αλλιώς θα σε βυθίσουμε!
    Και λέγει:
    -Δεν με σκότωσαν οι Τούρκοι, σκοτώστε με εσείς!
    Και του ρίχνουν δύο οβίδες προς εκφοβισμόν αλλά εν τέλει πήγε στην Χίο που ήθελε. Εκεί έκανε την επανάσταση…..
    Από: http://sotosalexopoulos.blogspot.gr/2013/04/blog-post_9.html

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here