«Η Σμυρνιά» Το πορτρέτο των γυναικών της Ιωνίας

0
2873

SMYRNIA

Η ακόλουθη μικρή μελέτη ανακοινώθηκε στο 7ο Συμπόσιο που οργάνωσε το ΚΕΜΙΠΟ Νέας Ιωνίας Αττικής στις 27-29 Νοεμβρίου 2015 με θέμα «Η θέση και ο ρόλος της Μικρασιάτισσας κατά τους νεότερους χρόνους έως το 1922».

«Η Σμυρνιά»

Το πορτρέτο των γυναικών της Ιωνίας

μέσα από τους χαρακτηρισμούς

στα γλωσσικά ιδιώματα της Ερυθραίας και της Σμύρνης.

 

Η ακόλουθη εργασία είναι πρωτότυπη και βασίζεται στους χαρακτηρισμούς των γυναικών, οι οποίοι απαντώνται στις ποικίλες ντοπιολαλιές των πόλεων και των χωριών της Ερυθραίας Χερσονήσου, καθώς και της Σμύρνης και των προαστίων της.

Με αφετηρία το γνήσιο κι ανόθευτο λαϊκό λόγο των ανθρώπων που έζησαν σ’ εκείνες τις περιοχές, σκιαγραφείται με τα δικά τους αυθεντικά λόγια η γενική εικόνα της γυναίκας της Ιωνίας. Μέσα από τους επιθετικούς προσδιορισμούς που οι ίδιοι οι Ερυθραιώτες και οι Σμυρνιοί έδιναν στις γυναίκες, ανάλογα με τα προτερήματα ή τα ελαττώματά τους, διαφαίνονται με ακρίβεια, σαφήνεια και μεγάλη εκφραστική δύναμη, ο χαρακτήρας, η αξία και η θέση των γυναικών, σε όλες σχεδόν τις εκδηλώσεις της οικογενειακής, επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής.

Οι άνθρωποι του λαού στη Μικρασία, όπως κι αλλού βέβαια, έχουν συχνά παρορμητική διάθεση και χρησιμοποιούν πολύ εύκολα πλήθος χαρακτηρισμών που αναφέρονται στους άλλους ανθρώπους, δικούς και ξένους, ακόμη και στους ίδιους τους εαυτούς τους, όταν αυτοσαρκάζονται. Παρασύρονται από διάφορα συναισθήματα και την ιδιαίτερη συγκίνηση της στιγμής και εκφράζονται απροκάλυπτα, ελεύθερα. Επαινούν, χλευάζουν, υβρίζουν, διαφημίζουν και φουμίζουν (επευφημούν), σκώπτουν, ειρωνεύονται, εξυψώνουν, κογιονέρνουν (κοροϊδεύουν), σχολιάζουν και ξομπλιάζουν, περιπαίζουν, θαυμάζουν και τελικά απορρίπτουν ή εγκρίνουν και περιγράφουν ρεαλιστικά κάθε ανθρώπινη αδυναμία ή ιδιαιτερότητα, πάντοτε κατά τη διάθεση της στιγμής, σαν να κάνουν κάτι το τελείως φυσικό κι ανθρώπινο.

Επίθετα και μετοχές χαρακτηρίζουν φυσικά και ψυχικά χαρακτηριστικά, σωματικά προσόντα και χαρίσματα ή κουσούρια, ιδιότητες, χούγια, ήθη, συμπεριφορά, οικογενειακές, κοινωνικές, επαγγελματικές και φιλικές σχέσεις κλπ. Υπερισχύουν προπαντός τα αρνητικά, σκωπτικά ή χλευαστικά, ενώ τα θετικά είναι συνήθως πολύ λιγότερα σε αριθμό. Ο λαός, όταν χρησιμοποιεί αυτούς τους αρνητικούς χαρακτηρισμούς, με την αμεσότητα που διακρίνει το λόγο του, δεν έχει κανένα δισταγμό, δεν λαμβάνει υπόψη του κανέναν αστικό κανόνα καλής συμπεριφοράς, δεν ντρέπεται ούτε περιορίζεται, παρά λέγει τα πράγματα με το όνομά τους.

Πολλές από αυτές τις λέξεις κατέληξαν, σε νεότερη εποχή και στην αρσενική τους μορφή, να γίνουν παρατσούκλια (τσούκλια λέγονται στην Ερυθραία) κι αργότερα οικογενειακά επίθετα (π.χ. Τσολάκης, Γαλίφης, Κουτσάφτης, Κουτούκος, Μαναφούκης κλπ.) που απαντώνται μέχρι σήμερα στους γόνους των Μικρασιατών προσφύγων.

Για την εκπόνηση της εργασίας αυτής, ερευνήθηκε πλήθος ιδιωματικών λέξεων από βιβλία αφορώντα σε κάθε τομέα της ζωής στη Σμύρνη και την Ιωνική Ερυθραία, καθώς και από το προσωπικό γλωσσικό αρχείο του γράφοντος, που προέρχεται αφ’ ενός από τα ελληνικά ιδιώματα της Σμύρνης και των χωριών-προαστίων της (Μπουτζά, Σεβντίκιοϊ, Κουκλουτζά, Μπουρνόβα, Κοκάργιαλιού, Καρατασιού, Κορδελιού, Μπαργιακλιού κλπ.) και αφ’ ετέρου από τις ελληνικές ντοπιολαλιές των πόλεων και των χωριών της Ερυθραίας, κυρίως των Αλατσάτων και των χωριών τους (Πυργί, Σεούτι, Ρεΐσντερες κλπ.), των Βουρλών, του Γκιούλμπαξε, των Ντεμερτζιλιών, του Σιβρισαριού, του Μελιού, του Λεθριού, του Τσεσμέ και της Κάτω Παναγιάς. Όλα τούτα τα ιδιώματα ανήκουν στις νότιες ελληνικές διαλέκτους και είναι λιγότερο ή περισσότερο συγγενικά μεταξύ τους, με πάμπολλα κοινά γλωσσικά στοιχεία.

Συγκεντρώσαμε πάνω από εξακόσιες λέξεις χαρακτηριστικές των γυναικών. Διαπιστώσαμε ότι μέγας αριθμός λέξεων ετυμολογικά προέρχονται από την ιταλική και την τουρκική, τις δυο γλώσσες, με τις οποίες η ελληνική, εδώ και αιώνες, έχει πολλά νταλαβέρια. Δεν μπορέσαμε να μελετήσουμε σε χρονικό βάθος την προέλευση των ελληνικών λέξεων, για να διαπιστώσουμε ποιες χρησιμοποιούνται από την αρχαιότητα ή τη βυζαντινή περίοδο.

Παρατηρήσαμε ότι υπάρχει ολόκληρη σειρά συνωνύμων λέξεων, κυρίως για τα ελαττώματα και τα μειονεκτήματα των γυναικών, παρά για τα χαρίσματα ή τα προτερήματά τους. Αυτό το γεγονός μάλλον φανερώνει την έντονη διάθεση για διακωμώδηση και περίπαιγμα, στοιχείο διαπιστωμένο ήδη από τη βαθειά αρχαιότητα στον ελληνικό λαό.

Επίσης πολλά πλεονεκτήματα, χαρίσματα και ωραία χαρακτηριστικά αποδίδονται με εξαίσιες ποιητικές λέξεις, κυρίως σύνθετες, που θα ζήλευαν ακόμη και οι πιο άξιοι λογοτέχνες ή οι πιο ικανοί γλωσσοπλάστες.

Οι ακόλουθες λέξεις που χαρακτηρίζουν τις γυναίκες είναι όλες λαϊκές και πολύ εκφραστικές. Αποδίδουν με σαφήνεια και ακρίβεια κάθε προτέρημα ή ελάττωμα, ακόμη και στην πιο ιδιαίτερη απόχρωσή του, ή περιγράφουν κάθε χαρακτηριστικό γνώρισμα, κάθε ξεχωριστό σουσούμι μιας γυναίκας. Καλύπτουν οποιαδήποτε πτυχή της ανθρώπινης ζωής και ειδικά ορισμένους τομείς, με τους οποίους ασχολούνται περισσότερο οι γυναίκες, όπως το νοικοκυριό κι οι δουλειές του σπιτιού, το φαγητό, η εμφάνιση, ο καλλωπισμός, η φιλανθρωπία, το κέντημα κι ο αργαλειός. Παρουσιάζουν ιδιαίτερο γλωσσολογικό και λαογραφικό ενδιαφέρον κι έχουν μεγάλη σημασία για την ακριβή προφορά και την φραστική τους δύναμη, αλλά και για τη λεκτική τους διαφοροποίηση από τόπο σε τόπο.

Παρακάτω προσπαθήσαμε να κατατάξουμε τους χαρακτηρισμούς κατά θέματα ή κατηγορίες και κατά συνώνυμα ή τα αντίθετά τους.

Επειδή, καθώς λέγεται, «από Θεού άρξασθε», πρώτα απ’ όλα θα ξεκινήσουμε από τη χριστιανική πίστη και τις μεγάλες χριστιανικές αρετές της φιλανθρωπίας, της ευσπλαχνίας και της γενναιοδωρίας. Η γυναίκα που υπερβολικά ασχολείται με τη θρησκεία και η θρησκόληπτη ονομάζεται αγιούσα, ψευτοπαπαδιά, κολλυβοδιακίτσα. Η ευσεβής Χριστιανή που έχει επισκεφθεί τους Αγ. Τόπους –ταξίδι που αποτελούσε όνειρο και στόχο σχεδόν κάθε Μικρασιάτη– ονομάζεται χατζήδαινα ή χατζίνα σε όλη την υπόλοιπη ζωή της (π. χ. η γιαγιά η Χατζήδαινα) και συχνά το πρόθεμα χατζη- προτάσσεται για πάντα στο όνομά της, βαφτιστικό ή επίθετο (π.χ. η Χατζη-Κατίνα, η Χατζερηνούλα, το Χατζη-Μαριγάκι κλπ.).

Η αντίχριστη ονομάζεται θεομάχα, η ασεβής ασαΐντιστη κι η θεομίσητη θεόργιστη, χαρακτηρισμοί βαρύτατοι σε κοινωνίες άκρως θρησκευάμενες και ευσεβείς, όπως οι μικρασιατικές.

Όσες είναι φιλάνθρωποι, βοηθούν και συντρέχουν κάθε αναξιοπαθούντα καλούνται ψυχοπονιάρες, ψυχικάρες, πονεσιάρες, συντρέχτρες, λυπησάρες, μερχαμετλούδες κι οι παρηγορήτρες ξαγκουσεύτρες. Ανέκαρδη και άπονη είναι όποια δεν έχει ευσπλαχνικά αισθήματα, ενώ χαρίστρα, γαλαντόμα, κιμπάρισσα, ιχτιμπάρισσα, τεβεκέλα και τζουμέρτα αποκαλείται η γενναιόδωρη και ανοιχτοχέρα γυναίκα της προσφοράς.

    Αμακατζού, τζαμπατζού, χαραμοφάισσα, σελέμισσα κι αρπάχτρα είναι η γυναίκα που ζει παρασιτικά και επωφελείται του κόπου των άλλων.

Στη συνέχεια θα αναφερθούμε, ξεκινώντας από την υγεία, στα σωματικά χαρακτηριστικά, στην εμφάνιση και στην καθαριότητα της «Σμυρνιάς».

    Εφτάγιανες και σιδερένιες δεν ήταν όλες οι γυναίκες. Βερεμιάρα, ζαμπούνισσα και ζαΐφισσα, φαρφούρικια σαν την πορσελάνη, ντιλικάτη, σπαζούρα και ζουριάρα είναι κάθε φιλάσθενη γυναίκα με εύθραυστη κι επισφαλή υγεία. Σαφρακιασμένη, όπως το σαφράνι –η ζαφορά, ο κρόκος– κι ασπροκαλιασμένη καλείται η κιτρινιάρα κι η αναιμική, άρα ασθενική.

Αν κάποια ήταν κουσουριασμένη ή σακάτισσα, της αποδίδονταν ιδιαίτεροι ή γενικοί χαρακτηρισμοί του ελαττώματος: ζαβή, ζαβοραγιά, ζαβόλωλη, κουτσάβλα, κουτζουκιά (με κομμένο κάποιο μέλος), τσολάκισσα ή τσολάκα (κουτσή), κουτσοχέρα, κουτσαχείλα, κουτσάφτα.

Πολύ όμορφοι, λυρικοί και ποιητικοί είναι οι θετικοί χαρακτηρισμοί του σώματος: κεπαρισσάτη, κορμερή (δυνατή), μπογλού (ψηλή), πασόρα (καμαρωτή), κορδοπάτα ή καμαροπερπατούσα στο βάδισμά της, αγγελοκάμωτη, εμορφοκαμωμένη, λαμπαδοχυτή, βεργολυ’ερή και τουρνεμένη (καλοφτιαγμένη), λιανοκοκαλάτη, ασημόβεργα ή φαρδοκόκαλη ως προς το σκελετό, κρινάτη κι αγγελικάτη η όμορφη και άσπρη, αρκοντοδαχτυλούσα, ‘μορφοδαχτυλούσα και ‘μορφοχέρα εκείνη με τα λεπτά ωραία δάχτυλα ή χέρια, ανεφράτα, τρουφαντή, ψωμάτη, στριμπουλίτσα, ζουμπουρλού και μπαμπατζάνα, η καμπυλόγραμμη γυναίκα, μια και της μόδας ήταν τότε οι αφράτες και στρουμπουλές, σε αντίθεση με τις γλινές, τις τριτσασμένες, τις λιμιγκέρισσες, τα γλαντιά, δηλαδή τις αδύνατες, λιποβαρείς και κοκαλιάρες.

Πολλά από τα παραπάνω επίθετα απαντώνται συχνότατα και στα δημοτικά τραγούδια της Ερυθραίας και της Σμύρνης, ιδίως τα ερωτικά.

Είσαι, ψηλή, είσαι γλινή και λιανοκοκαλάτη,

εσέ πρέπει το κάντρο σου σε γυάλινο παλάτι.

 

Εμορφοκαμωμένη μου κι αρκοντοδαχτυλούσα,

όταν σ’ εγέννα η μάνα σου, ούλα τα δέντρα ανθούσα.

 

Αγγελοκαμωμένη μου και λαμπαδοχυτή μου,

κανακαριά τση μάνας σου και στέρηση δική μου.

 

Πολύ εκφραστικά είναι όμως και τα αρνητικά για μια γυναίκα, που δηλώνουν ασχήμια ή ατέλειες διαφόρων μερών του σώματος. Φτενή κι αχαμνή η μικροκαμωμένη κι αδύναμη, κρεμανταλού, ανεσούμπουλη, μπατάλα, ψηλολέλεκας, καρακαηδόνα, μάκραινα, καλαμοκάνα, αλετροκάνα κι αρδαχτοπόδαρη η πολύ ψηλή, η άχαρη και με υπερβολικά μακριά πόδια, λιοφρυμένη και μαυροτσουκάλω η πολύ μελαχρινή, τσαλοπάτα, στρεβλοπόδα, στραβαρίδα η στραβοπόδαρη, ντουζνταμπάνα η πλατυπόδα, κουτρούμπα, κοντορούπα ή φιντάν μπογλού (ψηλή σαν… φιντάνι!) η πολύ κοντή, στουμποκώλα, λαμπούρδα και μπούρδα η κοντόχοντρη, κακοθώρητη και κακοσούλουπη η γενικά άσχημη γυναίκα, σε αντίθεση με τη λιμπισίμια, το επιθυμητό καθ’ όλα θηλυκό.

Ως προς τα σουσούμια τση κεφαλής γιά τση μούρης, δηλαδή τα χαρακτηριστικά του προσώπου και του κεφαλιού, έχομε κι εδώ, όπως είναι πολύ φυσικό, έξοχους και πολύ πετυχημένους χαρακτηρισμούς. Σγουροξανθομαλλούσα ή μαλλούσαινα όποια έχει ωραία μαλλιά, ενώ η απεριποίητη στα μαλλιά λέγεται ξέξα, δηλαδή ξεμαλλιάρα. Καμαροφρυδούσα, τσαταλοφρυδούσα και γαϊτανοφρύδα η έχουσα ωραία, καλοσχηματισμένα φρύδια. Περδικομάτα, αστερομάτα, σκιζαμυγδαλάτη αυτή που έχει ωραία μάτια, τσακίρα ή τσακιρίτσα η γαλανομάτα και πρασινομάτα, ενώ σουρμελού ή σουρμελίτσα η μαυρομάτα. Αντιθέτως βουδομάτες και γρυλλομάτες καλούνται οι γουρλομάτισσες και τσιμπλούδες όσες έχουν μικρά άσκημα μάτια. Νεραντζομαουλάτη η καλλιπάρειος και κοντυλομύτα εκείνη με την όμορφη μύτη, ενώ ελαττώματα μύτης, λαιμού και προσώπου (εκ φύσεως ή από ασθένεια) έχει η σουγλομύτα, η βρουλολαίμα, η μακρομούρα, η τσεπραδιάρα (η γεμάτη φακίδες), η τσιμπινή και η κουρμπαδού, η βλογιοκομμένη.

Η γυναίκα που έχει ωραίο στόμα και διαθέτει γλυκιά φωνή ονομάζεται βεργετόστομη, αηδονοφωνούσα, γλυκολαλούσα ή σοροπένιος στόμας, σε αντίθεση με την αχειλού, την κουτσαχείλα, την πουταχείλα, την τζιβδή ή τη φαρμακόστομη.

Συνώνυμα της πεντάμορφης είναι τα μεταφορικά ποιητικά επίθετα χρουσομελιγγάτη (με τους χρυσούς κροτάφους) και σαρανταπλεξουδίτσα (με τις σαράντα λεπτές πλεξίδες, που κάποτε χτένιζαν τα μαλλιά τους οι πολύ όμορφες αρχοντοπούλες).

Η γυναίκα που ασχολείται πολύ με τα καλλυντικά, τα ψιμύθια κι ούλο βάνει τα εφταμόρφια στα μούτρα τσης λέγεται σουρμαδού, φτιασιδού και ραστικωμένη.

Την εμφάνισή τους την πρόσεχαν πάρα πολύ οι γυναίκες της περιοχής της Σμύρνης κι έτσι έμειναν στην ιστορία ως παροιμιώδεις κοκέτες, φιλάρεσκες και φιλόκαλες. Η καλοντυμένη, κομψή, εμφανίσιμη και επιβλητική στην εμφάνιση καλείται γαρμπόζα, σένια, λουσού, τυποδεμένη, σισταρισμένη, ζαρίφισσα (εκλεπτυσμένη), τζορμπατζίνα και τσελεμπίνα (αρχοντική), σαλτανατζού (μεγαλειώδης), φανούσιμη, δαντελομανικούσα.

Τρομερό ελάττωμα θεωρούνταν η έλλειψη κομψότητας και περιποίησης. Όποια γυναίκα παρατούσε τον εαυτό της κι αδιαφορούσε για τη φιλοκαλία καλούνταν ασουλούπωτη ή κακοσούλουπη, άσιαχτη, ασιστάριστη κι ατυπόδετη (άφτιαχτη, άντυτη), λέτσα ή λέτσικια, λεχρίτισσα, αξεβράκωτη (κακοντυμένη), άγαρμπη και χαρχάλα (άκομψη, κακόγουστη), τσαλαχούρα, τσολόχα ή τσολοχού (ατημέλητη και βρόμικη), κλεντιάρα, κλεντιάρισσα και ρουβελιάρα (κουρελιάρα -πολύ της μόδας σήμερα!!!), μεσκίνισσα ή μισκινού (ελεεινή, άθλια), διακονιάρα (ζητιάνα). Αλλά κι εκείνη που στολιζόταν υπερβολικά, χάνοντας το μέτρο και το γούστο, χαρακτηριζόταν πολύ εύστοχα ως χαντρωμένη, τουλού (παραφορτωμένη) και τουρκόνυφη, ιδίως αν φορούσε μπαργιαμλίδικα (έντονα, χτυπητά) χρώματα.

Η ακάθαρτη και βρομιάρα έχει σειρά ολόκληρη επιθέτων, ενδεικτικών της ρυπαρότητας: γλιτζού, γλιτσαχείλα, λίγδισσα, σπούτσα ή σπουτσού, κοντριάρα, κασιδού και κασίδισσα, κονιδού, ψειριάρα, τσολού ή τσόλισσα.

Η γυναίκα είναι από τη φύση της ερωτικό πλάσμα και κατά συνέπεια αρέσκεται σε καμώματα, ερωτισμό, φιλοφρονήσεις, ακκισμούς και νάζια. Ως εκ τούτου, η «Σμυρνιά» που διαθέτει τα παραπάνω, και πετυχαίνει μάλιστα με τα καμώματά της ό,τι βάλει στο νου της, αποκαλείται καμωματού, τσακίστρα, ναζιάρα ή ναζλού, μαριόλα, τζιρβελού, σκερτσόζα, μαλαγάνα, γαλίφα και μαλιματσού, κομπλιμεντόζα και τσεριμονιόζα, λούρδα ή λούρδισσα, κόφτρα. Επίσης σεβνταλού, γερέντισσα, μαΐστρα ή μά’ισσα, καψοκαρδούσα, ποθορεχτικιά και λιμπισίμια είναι κάθε ερωτική, ποθητή, ελκυστική κι επιθυμητή γυναίκα, που μαγεύει τ’ αρσενικά και «βάνει φωτιές, καύει καρδιές, μαραίνει παλικάρια».

Στις παλιότερες εποχές, σε κάθε ελληνική περιοχή, βασικός σκοπός της γυναίκας ήταν ο γάμος και η τεκνοποιία. Μια γυναίκα όμως, για να παντρευτεί γρήγορα, να αποκατασταθεί και να πάρει έναν καλό γαμπρό, έπρεπε να είναι καλομοίρα, εφτάμοιρη, σοϊλού, μπερεκετλού, πολλοφουμισμένη και πολλοπουρκισμένη. Ιδιαίτερα προσόντα που βάραιναν πολύ σ’ ένα γάμο είχε η καλόμαθη, καλοπάκουη, χαϊρλού, καλόταχτη και καλόρεχτη γυναίκα, που ήξερε δηλαδή πολλά, ήταν υπάκουη, προκομμένη, οργανωτική, ταχτική και πρόθυμη σε όλα. Επίσης η παπλωμάτα, η διπλωμάτισσα που ήξερε να κουκουλώνει και να καλύπτει πολλά οικογενειακά και άλλα θέματα. Η χαδεμένη, η γουρλού, η καλοπόδαρη κι η ζουλευτή είχαν επίσης μια καλή τύχη στη ζωή.

Μετά το γάμο, σύντομα αποδεικνυόταν αναλόγως αν η γυναίκα ήταν καλαντρούσα, να καλόχει, δηλαδή, και να περιποιείται πολύ τον άντρα της, και πολλοπαιδούσα ή καλογαλούσα, αν έκανε πολλά υγιή παιδιά και τα ανέτρεφε η ίδια με το γάλα της. Τότε έχαιρε της εκτιμήσεως όχι μόνο της οικογενείας, μα και της μικρής ή μεγάλης κοινωνίας, όπου ζούσε.

Αλίμονο όμως στις αργομοίρες και τις βαριόμοιρες! Η βαριορίζικια, η κακομοίτσα, η κακοσούρα (κακότυχη) κι η ζάβαλη (κακόμοιρη) προκαλούσε τον οίκτο του περίγυρού της, επειδής ηπόμενε άβια (άτεκνη), άμοιρη (ανύπαντρη) κι αστεφάνωτη.

Αλλ’ αλίμονο και τρισαλί στον άντρα που ηκουκουλωνούντανε (παντρευόταν) μια γυναίκα γουρσούζα, χαϊρσίζα ή ανηπρόκοπη, ανευκαρίστητη, κλιαμούρα (γρινιάρα), χατάλα ή χαταλού (ζημιάρα), αναλέτισσα (ανάποδη), κακόταχτη κι αχαΐρευτη (ανοργάνωτη, ανοικοκύρευτη), κρεβατομουρμουρίστρα, χαντούμισσα (στείρα), υπναλού (κοιμισμένη, βραδύνους), μιζμίζα ή μουσμούνα (μεμψίμοιρη)! Τότες ηκακόπεσε, έχοντας αποτύχει παταγωδώς στο γάμο του.

Όσον αφορά στη νοικοκυροσύνη, την προκοπή, την εργατικότητα και τις ικανότητες της γυναίκας στις δουλειές του σπιτιού, που ήταν τόσο πολλές και χρονοβόρες άλλοτε, έχομε αμέτρητους χαρακτηρισμούς, γιατί το σπίτι και το νοικοκυριό ήταν παλιότερα τομείς σχεδόν αποκλειστικά γυναικείοι. Η γυναίκα μέσα στο σπίτι, αλλά και στις αγροτικές δουλειές, πρέπει να είναι άξα κι αξαζούμενη (ικανή), ‘πιδέξα, προκόπα και χαϊρλού (προκομμένη), καματερή (φίλεργη) και δουλευτάρα, καλονοικοκιουρά, αβάρετη (πρόθυμη), καλόρεχτη (ορεξάτη), καλόταχτη (επιμελής) και κουμανταδόρισσα (οργανωμένη, ικανή στη διεύθυνση του σπιτιού), χαζίρισσα (πανέτοιμη) σε όλα, αλέστα, σερπετή ή αρπετή και σπέρκα, δηλαδή δυναμική, γρήγορη και ταχειά σε ό,τι ασχολείται. Όσες κεντούσαν όμορφα ή έκαναν πολλά ωραία εργόχειρα και άλλα χειροτεχνήματα λέγονταν αρκοντοδαχτυλούσες, γοργοδαχτυλούσες και χρουσοχέρες, ενώ αυτές που εκτελούν όμορφα οποιαδήποτε οικιακή εργασία καλοδούλες και μορφοδούλες.

Κατ’ αντιδιαστολή, όλα τα παραπάνω ακυρώνονται, αν η γυναίκα είναι άμαθη, πρωτόμαθη, ανέβγαρτη ή νιόβγαρτη (αμάθητη, άπειρη) στις δουλειές, ατζαμού, αφάντουρη ή άφραντη (αδέξια), ζερβοχέρα (αριστερόχειρ, άρα αδέξια), άνταφλη, αχμάκα και λαπατζού (νωθρή, άπραγη), γιαβάσαινα, αργενή ή υπνοφάισσα (αργή, κοιμισμένη), άτσαλη, μουρδού κι ανεσούμπουλη, άμα ούλα τα μπουρδουκλώνει και κάνει τσι δουλειές μισές και κούτρουλες. Επίσης μισοδούλα, κακοδούλα και ψευτοδούλα, αν δεν δουλεύει όπως πρέπει και είναι τσαπατσούλα ή κακότεχνη.

Άλλα σοβαρότατα γυναικεία ελαττώματα στον τομέα της δουλειάς έχει η ακαμάτα, η ντεμπέλα, η άτελη, η ανεφέλετη κι αδιαφόρετη (άχρηστη, ανώφελη), η ακουμαντάριστη (ανίκανη), η προπάσα (φυγόπονη), η τσολπαδού (άστατη), η τσαφατίνα, η τσαλαβούτα και η σταφυλοπάτα, δηλαδή η τσαπατσούλα. Εξίσου «ελαττωματική» είναι και η γυναίκα που υπερβολικά ασχολείται με τις δουλειές και λεπτολογεί με εξεταστικό και εξονυχιστικό πνεύμα τα πάντα, η λεγόμενη ‘ποκόντρια, τιτίζα, ‘ξετάστρα και πασπάτα.

Άμελη, ακούρατη ή ακουριάριστη (ανέμελη, άφροντις), ασυλλό’ιστη, ανέγνοιαστη, αψήφιστη, απλάκωτη κι απείκαστη (απερίσκεπτη), κουτουριάρα, ασυμμάτζευτη χαρακτηρίζεται η επιπόλαιη γυναίκα, η βουτηγμένη στην αμεριμνησία, την αφροσύνη, την έλλειψη επιμέλειας και φροντίδας για καθετί. Κοντά σ’ αυτά τα ψεγάδια, η εφτάγνωμη (μεταπτωτική, φοβερά επιπόλαιη), η μπαναμπάκισσα (τυχάρπαστη), η αστάλωτη ή τσακλακούτα (ασταθής) δηλώνουν εύστοχα κάποια ανεπιθύμητα ίδια του χαρακτήρα.

Η σχέση της γυναίκας με την οικονομία και τη διαχείριση, το κουλάντρισμα, των χρημάτων, καθώς και το κουμάντο των προμηθειών της οικογένειας, τη χαρακτηρίζει αναλόγως: κονόμα, σφιχτή, ματζώχτρα, ακριβονοικοκιουρά κι ακριβή, όταν κάνει αιματηρές οικονομίες κι είναι σφιχτοχέρα στα έξοδα, τσιφούτα, καρμίρισσα και, ειρωνικά, «τεβεκέλα», αν υπερβαίνει τα όρια της οικονομίας και γίνεται τσιγκούνα και φιλάργυρη. Κατελύτρα, σκροπαλευρού, σκροποχέρα, τρουποχέρα η σπάταλη γυναίκα που ξοδεύει ασυλλόγιστα υλικά και χρήμα. Μπαταξού και κακοπλερώτρα εκείνη που δεν είναι εντάξει στα χρέη της, φουντουξούδαινα και μοναχοφάισσα,η ιδιοτελής, που επωφελείται από τα πάντα για την πάρτη τσης, και ταμαχκιάρα η πλεονέκτρια, που αγχώνεται για ν’ αποκτήσει τα πάντα.

    Καλοψουνίστρα, μεζελού, καλοφα’ού και μερακλού είναι η νοικοκερά που ξέρει να ψωνίζει τα καλύτερα υλικά, να τρώει καλά και να μαγειρεύει αριστοτεχνικά. Εκείνη όμως που έχει το νου τσης μόνε στο φαΐ, τρώει πολύ, είναι λαίμαργη, λιχούδα κι αδηφάγος αποκαλείται φαγάνα, φαού, ανεχόρταη, άγραδη (χωρίς μέτρο στο φαΐ), χαφτάνα, μονάντερη, γουλιάρα, γλεγουδιάρα, λιμάρα ή λιμάντερη, λιξάρα, λίξα ή λιξού, λιούγκρα, λιούγκρισσα και ρουγκλίτσα, σε αντίθεση με την ψιλοστόμαχη (μίζερη, εκλεκτική στο φαγητό) ή τη γληγοροχόρτατη, που χορταίνει σύντομα, τρώγοντας λίγο.

Στις κοινωνικές σχέσεις, τη στάση και τη συμπεριφορά μιας γυναίκας προς τους άλλους ανθρώπους, συγγενείς, φίλους ή αγνώστους, διαπιστώνουμε πλήθος επιθέτων και μετοχών που τη χαρακτηρίζουν. Έτσι, λοιπόν, μια γυναίκα που όλοι αγαπούν κι εκτιμούν είναι καλοβέσουλη (καλότροπη, καλόβολη) και καλομπεγέντιστη (ευπρόσδεκτη), καλοσύχαρη (καλόκαρδη), καλοσύγνωμη (καλόγνωμη), καλοσυγκόλλητη (κοινωνική), απαραβάρετη (αξιαγάπητη), γκαρδιακιά (εγκάρδια) και γελαζούμενη, γλυκάντερη (καλοπροαίρετη), αφούρκιστη (ήρεμη), άχολη (γαλήνια) κι ασυνόριστη (ανεκτική). Στις παρέες μάλιστα προτιμάται πολύ η γκεβεζέ (αστειολόγος), η κουριόζα (πειραχτήρι) κι η χωρατατζού, η μερακλού και η κεφλού, η εγλεντζέ (εύθυμη), η χορεύτρα, η ντερμπεντέρισσα (ανέμελη) κι η νυχτογυρίστρα, αν και οι δυο τελευταίοι χαρακτηρισμοί έχουν αρνητική κυρίως έννοια.

Κανείς βέβαια δε θέλει να έχει σχέση με μια γυναίκα κακοσυγκόλλητη ή ασυγκόλλευτη (μονόχνοτη), κακοβέσουλη (κακότροπη), αγέλαστη, αβόλετη (ιδιότροπη), πικράντερη (κακοπροαίρετη) κι ανευκαρίστητη (αχάριστη), ανεκατώστρα, ‘ξετάστρα, κουσελιάρα, ξομπλιάστρα, σουρεύτρα ή λαδικό (κουτσομπόλα), κρυονίνα (σαχλή), ανταγιάντιστη (ανυπόφορη), μαλώτρα και πυροαίματη (καβγατζού, ευέξαπτη), αχριλάντιστη (απρεπή, ακοινώνητη), ακαγιάρωτη (αγενή), αξελέστατη (ανάγωγη), απύλωτη και άγραδη (αχαλίνωτη), αστάλωτη και τσακλακούτα (ασταθή), μπελαλού και χαταλού (επιζήμια), ασαΐντιστη (θρασεία), θυμωσάρα ή μανισάρα (οξύθυμη), εντεψίζα (αδιάντροπη), αρσίζα (αναιδή) κι αξετσίπωτη, τζαχιλού ή χεργκελέ (απαίδευτη, άξεστη).

Επίσης στις κοινωνικές επαφές αποφεύγεται κάθε σκουντουφλή και μουφλούζα (βαρύθυμη) γυναίκα, τζιτζικώλα (άθλια), σουρατλού (μουτρωμένη) και τζεριάρα ή τζιριασμένη (κατηφής, θυμωμένη), επειδής έχει κατεβασμένη την τζέρα τσης (κάνει μούτρα).

Άλλοτε ο κόσμος έδινε πολύ μεγάλη σημασία στο ήθος μιας γυναίκας. Η ηθική, με τα μέτρα και τους κανόνες κάθε περιοχής και κάθε εποχής, θεωρούνταν υψίστη αρετή, ενώ οποιαδήποτε ανηθικότητα και παράβαση των καθιερωμένων ηθικών αξιών αποτελούσε ένα από τα σοβαρότερα αμαρτήματα. Το ζητούμενο ήταν η γυναίκα να χαίρει συνολικά της εκτιμήσεως του κοινωνικού της περιγύρου. Τότε όλοι τη θεωρούσαν ονοράτη (έντιμη), μπεγεντισμένη (σεβαστή), φουμισμένη, μουρμουρισμένη και φαμόζα (φημισμένη, αξιόλογη), μπιστεμένη, στάμπελη (σταθερή) και ραγκιονάτη (αξιοπρεπή), παραμένοντας αξόμπλιαστη, χωρίς κουτσομπολιά και λόγια εις βάρος της.

Ένα σωρό αρνητικούς χαρακτηρισμούς –μάλλον βρισιές, θα λέγαμε– χρησιμοποιούσαν οι Σμυρνιοί κι οι Ερυθραιώτες για τις γυναίκες χαμηλών ηθικών αντιστάσεων και εν γένει μεμπτής κι ανάρμοστης ηθικής, ιδίως όσον αφορά στις σχέσεις τους με τους άντρες.

    Γυρουλού, γυρίστρα, χωριογυρού, πορτογύρα, ασυμμάτζευτη, σουρτούκα, σεϊρτζού, σουρουκλεμέ, ντουρσεκού, ρεμπέτα για τη γυναίκα που τριγυρνά εδώ κι εκεί, συνήθως άσκοπα, και δεν συμμαζεύεται στο σπίτι και στο νοικοκυριό της.

    Αλίμπερτη, ρέμπελη και σούγελο, ξεκαλλίβωτη, αλανιάρα, τσολπού ή τσολπαδού γι’ αυτήν που δρα ανεξέλεγκτα κι αλητεύει.

Οι χαρακτηρισμοί διαλαλημένη, μπομπεμένη, ρεματισμένη, ναμουσούζα, αξετσίπωτη, τσιλημπούρδα, λωλοτάρλα (πεταχτούλα), γεβεντισμένη και ξεγιαρντισμένη είναι αΐπι (ντροπή) και ‘νείδιο (όνειδος) για μια γυναίκα ατιμασμένη, ρεζιλεμένη, ξεφτιλισμένη, που έχει ξεφύγει από τον ορθό δρόμο και δεν έχει πια ηθικούς φραγμούς.

    Τουρκικής κυρίως προέλευσης χαρακτηρισμοί συνώνυμοι της ασελγούς, του παλιοθήλυκου, της πόρνης και της ιεροδούλου είναι η μουρντάρα και μουρντάρισσα, η καραβοπηδήχτρα, η ρουσπού και ρουσπουδίτσα, η καρακαχπέ και η καχπεδίτσα, η καλτάκα κι η καρακαλτάκα.

Τα επίθετα νταφραλού (σθεναρή), μπεσαλού (έμπιστη), ντρέτη (ειλικρινής), σέρια (σοβαρή) και κουραγιόζα, αδείμαντη, σύψυχια ή ψυχερή (θαρραλέα, εμψυχωμένη) αναφέρονται στη γενναιότητα, την αφοβιά, την τόλμη και τις σπουδαίες ψυχικές δυνάμεις που έχει μια γυναίκα.

Η δολιότητα, η σκληρότητα, οι μηχανορραφίες, η ψευτιά, η πανουργία, η προδοσία κι η απάτη αναφέρονται συχνά από αιώνων ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των γυναικών. Έτσι, έχομε τη σιγανοπορπατούσαινα (υποχθόνια, μεταφορικώς), τη μουλωχτή κι απολλογυρίστρα (που τα γυρίζει, ψεύτρα), την κακονούσαινα (κακόβουλη), τη μαλιτσιόζα (πανούργα), τη μουζεβίρισσα (συκοφάντη) και την ψεματάρα, τη χιναέτισσα ή χιανέτισσα (προδότρα), τη σέρτισσα, σερέτισσα ή ανέκαρδη (σκληρή, κακιά, άκαρδη), την καλκαμπάνα, καρπουζάνα ή κάλπισσα (δόλια, απατεώνισσα), την αβανιάρα, μαναφουκιάρα, φιτιλιάρα, μπισμπιλιάρα, αγκυλομύτα, ζουλουκιάρα κι αγλατζινιάρα (ζαβολιάρα, κακεντρεχή, μηχανορράφο).

Προσόν σε μια Μικρασιάτισσα της περιοχής της Σμύρνης θεωρούνταν ο καλός κι όμορφος τρόπος ομιλίας, ο μετρημένος κι ευχάριστος λόγος, ενώ η αμετροέπεια, η κακογλωσσιά, η φλυαρία κι η κενολογία στηλιτεύονταν ως αξιόμεμπτα ψεγάδια. Η λι’ομίλητη, η χρουσομίλητη κι η μελόγλωσση (γλυκομίλητη), η δροσολο’ού (ευχάριστη αφηγήτρια) μαζί με τη μασαλτζού (παραμυθού) δεν είχαν καμιά σχέση με τη βρομολο’ού, την εφτάγλωσση (γλωσσοκοπάνα) και την απύλωτη (γλωσσού), την ατσαλόγλωσση κι ατσαλόστομη (αισχρολόγο), την αγκυλόγλωσση κι αψομίλητη (κακόγλωσση), τη ραπάνα, φαρμακόγλωσση, φαρμακόστομη και ψακόστομη (κακεντρεχή, πικρόχολη), τη χασολο’ού και τη φαρφαλιάρα (κενολόγο), τη λαφαζάνα, τη μπαρνταμπούρντα, τη φασαφίσα, τη σαλιαμπάλια, τη σαλιαρού ή λιαλιαρού, τη φαλακούπα, την τσατσαρόνα ή τη λο’ού, δηλαδή τη φλύαρη, την πολυλογού, τη σαχλή.

Ως προς την ανισορροπία και τη λωλάδα, μια γυναίκα χαρακτηριζόταν ως λωλοσερβάγια, λωλομπερλού, λωλομπαντιέρα ή λωλομπανγκέρα, λωλοφισέγκω και λωλομαργίτσα, όταν είχε τα μυαλά πάνω από το κεφάλι της, σκονταμμένη, ζαβόλωλη, απόλωλη και σπιταγιόρα, όταν ήταν σχεδόν τρελή, για δέσιμο, αφρογκαμήλα, αζντισμένη και λωλαγγρισμένη, όταν, εκτός εαυτού, φρένιαζε και λυσσούσε από θυμό.

Η οργή κι ο θυμός, η βία, η καταπίεση, το πείσμα, η υποκρισία και η ισχυρογνωμοσύνη έχουν κι αυτά τη θέση τους στην ψυχή των γυναικών, όπως και των αντρών φυσικά. Έτσι, μια γυναίκα, στα σμυρναίικα κι ερυθραιώτικα ιδιώματα, μπορεί να είναι εφτάχολη (οξύθυμη), αράθυμη, αψόθυμη και αψά, όταν εύκολα θυμώνει, αντάρισσα (βίαιη, παράφορη), ψυχοβγάρτρα, ζορλού ή ζορλούδικια και ζορμπαλού (καταπιεστική). Επίσης βουργαροκέφαλη, κακοκέφαλη, τουρκοκέφαλη, ντουροκέφαλη, ντρίτσα, ντορμούζα, καραζλού και γκερεμέ χαρακτηρίζεται η ξεροκέφαλη, αμετάπειστη, πεισματάρα και ισχυρογνώμων γυναίκα. Η καραναζιάρα είναι πνεύμα αντιλογίας κι η κοντρεσταδόρισσα αντιρρησίας, που πάει κόντρα σε όλα. Όσες πάλι έχουν χαρακτήρα υποκριτικό και διπρόσωπο είναι δίγνωμες, δίμουρες, διμούτσουνες, εφταπρόσωπες και καβουξούδες, κρυμμένες στο καβούκι τους.

Μεγάλη συμφορά στο σπίτι, στις κοινωνικές σχέσεις, ακόμη και στην αγορά ή σε κάθε εκδήλωση της καθημερινότητας μια γυναίκα κακάντερη (μνησίκακη), κακαβρακάτη, αζάφτιστη, ακουλάντριστη, αγριοπούτα και τσαούσα (ανυπάκουη, απειλητική, ανεξέλεγκτη), τζαναμπέτα, μουσουμπέτα ή μπέτισσα (ιδιότροπη), κακάρεστη (δυσαρεστημένη), ανευκαρίστητη κι αβόλετη (ανικανοποίητη), κακανάθρεφη, φραμασόνα (κακεντρεχής), φαρμακομύτα ή μπαξομύτα (στριμμένη), ανεποδιασμένη, λοξή, τσουνιάρα και τέρσικια (δύστροπη, κακότροπη), χουιλαμού (ιδιόμορφη, με πολλά χούγια), τζαμούζα (απειθής, δυσήνια), αναμκιόρα ή ναμικιόρα και μπιλμέζα (αχάριστη, αγνώμων), πικράντερη (μοχθηρή), αφρίτισσα και κατσιποδιάρα (δαιμόνια, σατανική), πωρικό (πονηρή), χαρχαλέζα και σιρνασίκισσα (ενοχλητική).

Οι χαρακτηρισμοί που αναφέρονται στην έλλειψη νοητικών ικανοτήτων, στις μαθησιακές δυσκολίες και στη γενική διανοητική κατάσταση, δηλαδή στη βραδύνοια, την ευήθεια, την ηλιθιότητα, τη βλακεία, τη χαζομάρα και την ανοησία είναι μπόλικοι, με ιδιαίτερες αποχρώσεις στην περιγραφή. Αγαβή, βαβού, φιρφιρού, κουτούκα, μωροπίστευτη, αλαφριά, αλαφρονούσαινα, φυρονούσαινα, ανέμυαλη, ρεχόμυαλη και χάφτρα καλείται η αγαθιάρα, η χαζούλα, η κουτή, η εύπιστη κι ελαφρόμυαλη. Μπουνταλού, βούδακας, αφτάλα, σαλόζα, σαλαϊδή, κελέκα θεωρείται η ηλίθια, η χοντροκέφαλη, ενώ ζεβζέκα, αλαλαχτή, φυρή, σερσερού και σερσέμα ονομάζεται η ανόητη, η χαζή, η βλαξ. Πολύ εκφραστικοί είναι επίσης οι μεταφορικοί χαρακτηρισμοί της κατηγορίας αυτής, όπως αργοξύπνητη (αργόστροφη), κοιμίσαινα και υπναλού (κοιμισμένη), γούργια ή ούργκια (κλούβια), παρτσακλή (σπασμένη, ελλιπής), αλαούτα (κολοκύθα), κρυόμπλαστρη (σαχλή, άνοστη), ξικού ή ξίκισσα (λειψή), καζάν καφαλή (καζανοκέφαλη).

Στον όχτο τον καρσινό (στην αντίθετη πλευρά), η ευφυία, η ευστροφία, η εξυπνάδα, η σύνεση, η διορατικότητα χαρακτηρίζουν μια γυναίκα σπιρτόζα (ευφυή), ανοιχτομάτα, κόφτρα (τετραπέρατη), τσίφτισσα, σαΐνι κι αλεπουδιάρα (πανέξυπνη), καλονούσαινα και καλοσύγνωμη (συνετή), φρένιμη, καλόταχτη (εφευρετική), προμηθεμένη (διορατική), κουρνάζα (πολυμήχανη), ιδιότητες που κάνουν όσες γυναίκες τις διαθέτουν καλομπεγέντιστες και πολλοφουμισμένες στον κύκλο τους.

Όλες αυτές οι λέξεις που χαρακτηρίζουν κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά, ήθος, ικανότητες, ελλείψεις, προτερήματα και ψεγάδια, είτε παλιές είναι είτε νεότερες, είτε ελληνικές είτε ξενικής προελεύσεως, αποτελούν δείγματα της πλούσιας γλωσσοπλαστικής φαντασίας των Ελλήνων μιας περιοχής της Ιωνίας. Σχηματίστηκαν για να αποδώσουν τη συναισθηματική φόρτιση και τις εντυπώσεις μιας συγκεκριμένης στιγμής ενός ή περισσοτέρων ατόμων. Αρκετές από αυτές, ευτυχώς, ακούγονται ακόμη στο περιβάλλον πολλών προσφυγικών οικογενειών ανά την Ελλάδα.

Φανερώνουν την έντονη παρουσία του γνήσιου κι ανόθευτου λαϊκού πνεύματος στην πιο σπουδαία μορφή του, τη γλώσσα. Μαρτυρούν ακόμη την ψυχική διάθεση των Ελλήνων της Ιωνίας και καθορίζουν ορισμένους λαϊκούς κώδικες ηθικής για την αξιολόγηση των γυναικών στους τόπους εκείνους της Μικρασίας. Και τέλος, θεωρούμε ότι αποτελούν σπουδαιότατα στοιχεία για κοινωνιολογικές, ψυχογραφικές και εθνογραφικές μελέτες.

Νοεμβρίου 2015 Θοδωρής Κοντάρας,φιλόλογος

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ