Η σημασία των πρόσφατων αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για την Αποκατάσταση των Ιδιοκτησιακών Δικαιωμάτων των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης

1
653

 

giosa

Πηνελόπη Αλεξία Γιώσα

Πτυχιούχος Δικηγόρος Α.Π.Θ

Μετ. Διπλ. Ναυτ. Δίκαιου University College London

«Ο παππούς στυλώνεται. Στέκεται μια στιγμή μπρος στη μεγάλη πόρτα του υποστατικού με τα μάτια γυρισμένα σ’ αυτό. Όρθια η βασιλική μας δρυς, στεφανωμένη με τα μαλλιά που τα λεύκανε ο καιρός, τυλιγμένη στα χρυσά χρώματα του ήλιου που βασιλεύει, στέκεται κει σα να προσεύχεται.
Έπειτα βγάζει το καλπάκι του, γονατίζει ταπεινά, σκύβει και φιλά το χώμα που το βλόγησε με τη ζωή του.
– Έχε γεια!» Ηλίας Βενέζης, Αιολική Γη.

Αυτό το χαρακτηριστικό απόσπασμα, παρμένο από το ιστορικό μυθιστόρημα του συγγραφέα Ηλία Βενέζη, παρουσιάζει με γλαφυρό και βαθύτατα ανθρώπινο τρόπο, τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τη γη της Μικράς Ασίας το 1922. Έναν τέτοιο ξεριζωμό έμελλε να ζήσει και ο Ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης τόσο το Σεπτέμβρη του 1955, όσο και το έτος 1964 με την οριστική απέλαση όσων κατοίκων της Πόλης κατείχαν Ελληνική υπηκοότητα.

Την ίδια περίοδο μάλιστα, το 1964, συντάχτηκε μυστικό κυβερνητικό διάταγμα, το λεγόμενο Kararname, με αριθμό απόφασης 6/3801, το οποίο ουδέποτε δημοσιεύτηκε στην επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης, από φόβο ότι θα χαρακτηριστεί αντισυνταγματικό. Σύμφωνα με το εν λόγω κυβερνητικό διάταγμα, αναστελλόταν κάθε ενέργεια σχετική με τη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων και των άλλων εμπράγματων δικαιωμάτων πάνω στα ακίνητα, που βρίσκονταν στην Τουρκία και ανήκαν σε πρόσωπα ελληνικής ιθαγένειας, καθώς και κάθε

άλλη πράξη που θα είχε σαν συνέπειά της τη μεταβίβαση των παραπάνω δικαιωμάτων. Επιπλέον, κάθε τίμημα, πρόσοδος και εισόδημα που έφεραν τα ακίνητα που βρίσκονταν στην Τουρκία και ανήκαν σε πρόσωπα ελληνικής ιθαγένειας θα δεσμεύονταν χωρίς καμία εξαίρεση.

Χρειάστηκε να περάσουν περίπου τέσσερις δεκαετίες από τότε για να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη σχετικά με τις ακίνητες περιουσίες των Ελλήνων Κωνσταντινοπολιτών και να διαπιστωθεί και επισήμως πλέον από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η κατάφωρη αδικία που για τόσα χρόνια υφίσταντο στωικά οι Έλληνες της Πόλης. Έτσι, το μαρτυρικό Σεπτέμβρη του 1955 έρχεται τώρα να διαδεχτεί ο λυτρωτικός Σεπτέμβρης του 2009 που με την υπ’ αριθμό 31206/02 ομόφωνη απόφαση του ΕΔΔΑ, ανοίγει το δρόμο στην Ομογένεια της Πόλης για περαιτέρω αποζημιώσεις σχετικά με τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα που στερήθηκαν αυθαίρετα όλα αυτά τα χρόνια.

Αξίζει λοιπόν, να μελετήσουμε αυτή την ιστορική πλέον απόφαση του ΕΔΔΑ, παρουσιάζοντας πρώτα εν συντομία τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, έπειτα αναλύοντας τα νομικά τεχνάσματα που έβρισκε το Τουρκικό κράτος όλον αυτόν τον καιρό, προκειμένου να στερήσει τις περιουσίες από τους δικαιούχους τους, μόνο και μόνο επειδή είχαν την Ελληνική ιθαγένεια και ύστερα προβάλλοντας και εξηγώντας το αιτιολογικό της εν λόγω απόφασης.

Η δεσποινίς Πολυξένη Πιστικά ήταν μια Ελληνίδα υπήκοος που γεννήθηκε το 1943. Τα αδέρφια της, Ιωάννης και Ευάγγελος Φωκάς, που αποτελούν τους αιτούντες διάδικους ή αλλιώς τους προσφεύγοντες της εν λόγω υπόθεσης, γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα, στην πόλη της Κατερίνης. Το 1954, σε ηλικία 11 ετών, η Πολυξένη Πιστικά υιοθετήθηκε από ένα ζευγάρι επιφανών Κωνσταντινοπολιτών, τον κύριο Απόστολο Πιστικά και τη γυναίκα του Ελισάβετ. Και οι δυο τους ήταν Τούρκοι υπήκοοι και διακεκριμένα μέλη της Ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης. Η υιοθεσία έγινε σύμφωνα με τις δικαστικές αποφάσεις τόσο των Ελληνικών όσο και των Τουρκικών δικαστηρίων. Όταν ο κύριος Απόστολος Πιστικάς απεβίωσε στις 24 Νοεμβρίου 1981, η σύζυγός του, κυρία Ελισάβετ Πιστικά, κληρονόμησε όλη του την περιουσία. Έξι χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο και της κυρίας Ελισάβετ Πιστικά, μόνη κληρονόμος της κινητής και ακίνητης περιουσίας της οικογένειας Πιστικά κατέστη η δεσποινίς Πολυξένη Πιστικά-Φωκά. Έτσι, στις 3 Ιουλίου 1987, το τρίτο αστικό δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης (Asliye Hukuk), αποφάσισε ότι όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία, μεταξύ της οποίας και τρία ακίνητα στην Κωνσταντινούπολη, θα μεταφέρονταν στη δεσποινίδα Πολυξένη Πιστικά, ως η μόνη κληρονόμος της κυρίας Ελισάβετ Πιστικά (δικαστική απόφαση υπ’ αριθμό 1197/1261) . Εντούτοις, στις 15 Ιουλίου 1991, η δεσποινίς Πολυξένη Πιστικά εισήχθη στην πτέρυγα ψυχιατρικής του Νοσοκομείου Βαλουκλί στο Zeytinburnu, στην Κωνσταντινούπολη, καθώς κρίθηκε ανίκανη να διαχειριστεί τις προσωπικές της υποθέσεις. Για το λόγο αυτό, οι Τουρκικές Αρχές διόρισαν ως επίτροπο για τη διαχείριση της περιουσίας της, τον Πρόεδρο του Ιδρύματος Βαλουκλί, τον κύριο Καραγιάννη, παρά τις προσπάθειες του πρώτου προσφεύγοντος, του κύριου Ιωάννη Φωκά, να διορίσει ο ίδιος έναν επίτροπο της επιλογής του. Από εκείνο λοιπόν το σημείο, τα αδέρφια Φωκά ξεκίνησαν δικαστικές ενέργειες, προκειμένου να αποδείξουν την αδερφική τους σχέση με τη δεσποινίδα Πολυξένη Πιστικά. Ο δικαστικός αγώνας ήταν μακροχρόνιος και επίπονος, αφού ακόμα και τα Τουρκικά Μέσα Ενημέρωσης, σαμποτάριζαν επιμελώς τη σχέση που υπήρχε μεταξύ των αδερφών Φωκά και της Πολυξένης Πιστικά. Χαρακτηριστικά, η εφημερίδα Hürriyet ανέφερε στις αρχές του δικαστικού μαραθώνιου αγώνα πως «κάποιος ισχυρίζεται πως είναι αδερφός της Πιστικά».

Αξίζει τον κόπο να αναφέρουμε συνοπτικά κάποιες ημερομηνίες- σταθμούς για την υπόθεση Πιστικά, προτού εισαχθεί στο ΕΔΑΔ και εξαντλήσουν οι μετέπειτα προσφεύγοντες τα εσωτερικά ένδικα μέσα.

31 Ιουλίου 1996: Οι Τουρκικές Αρχές άσκησαν αίτηση για την ακύρωση της δικαστικής απόφασης βάσει της οποίας η Πολυξένη Πιστικά κληρονόμησε τη θετή της μητέρα Ελισάβετ Πιστικά. Τα επιχειρήματα των Τουρκικών Αρχών περιστρέφονταν γύρω από το inter alia νομοθετικό διάταγμα υπ’ αριθμό 1062 και τις αποφάσεις υπ’ αριθμό 6/3706 στις 25 Σεπτεμβρίου 1964 και 6/3801 στις 2 Νοεμβρίου 1964. Το εν λόγω διάταγμα δεν είναι άλλο από το προαναφερόμενο μυστικό διάταγμα, Kararname, το οποίο όμως είχε ήδη καταργηθεί από το Συμβούλιο Υπουργών της Τουρκίας στις 3 Φεβρουαρίου 1988, ύστερα από διαπραγματεύσεις μεταξύ του Έλληνα και Τούρκου πρωθυπουργού. Παρ’ όλα αυτά, τα Τουρκικά δικαστήρια πεισματικά συνεχίζουν να εφαρμόζουν το εν λόγω νομοθετικό διάταγμα, όπως έγινε χαρακτηριστικά και στην υπόθεση της κυρίας Μαγδαληνής Καλλύβογλου.

27 Νοεμβρίου 1997: Το έβδομο πρωτοβάθμιο Αστικό Δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης ακύρωσε τη δικαστική απόφαση που καθιστούσε την Πολυξένη Πιστικά ως κληρονόμο και η περιουσία της περιήλθε στο Τουρκικό Κράτος, αν και η δεσποινίς Πολυξένη Πιστικά είχε ήδη πληρώσει το φόρο κληρονομιάς προς το Τουρκικό κράτος.

2 Φεβρουαρίου 1998: Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Τουρκίας επικύρωσε το διατακτικό της δικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

12 Οκτωβρίου 1998: Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Τουρκίας απέρριψε το αίτημα για διόρθωση της απόφασής του, στερώντας έτσι από την Πολυξένη Πιστικά όλα τα εισοδήματα και τους λογαριασμούς της.

24 Απριλίου 2000: Η Πολυξένη Πιστικά απεβίωσε. Ο θάνατός της θέτει τέλος τόσο στις διαδικασίες έφεσης που είχε αρχίσει ο επίτροπος και νόμιμος εκπρόσωπός της όσο και στις περαιτέρω δικαστικές διαδικασίες στο τέταρτο Τμήμα του Διοικητικού Δικαστηρίου της Άγκυρας.

26 Σεπτεμβρίου 2000: Οι προσφεύγοντες, με την ιδιότητά τους ως μόνοι κληρονόμοι της περιουσίας της αδερφής τους, κάνουν αίτηση για χορήγηση κληρονομητηρίου.

19 Απριλίου 2001: Το πρωτοβάθμιο Τουρκικό Δικαστήριο Beyoğlu, απέρριψε το αίτημα των προσφευγόντων να κληρονομήσουν την ακίνητη περιουσία της αδερφής τους, αλλά δέχτηκε το αίτημά τους σχετικά με την κινητή περιουσία, εν όψει της «αρχής αμοιβαιότητας» μεταξύ Ελλάδος- Τουρκίας. Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Τουρκίας, η πρακτική των Ελληνικών Αρχών σχετικά με την κινητή περιουσία των Τούρκων πολιτών στην Ελλάδα είναι τέτοια που να επιτρέπει και να υποδεικνύει αντίστοιχα και στην Τουρκία τη χορήγηση κινητών περιουσιών στην Ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης. Οι προσφεύγοντες υπέβαλαν έφεση κατά αυτής της δικαστικής απόφασης.

14 Σεπτεμβρίου 2001: Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Τουρκίας απέρριψε την έφεση.

20 Νοεμβρίου 2001: Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Τουρκίας απέρριψε και το αίτημα για διόρθωση της εν λόγω απόφασης.

Ύστερα από την απόφαση του Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Τουρκίας που απέρριπτε το ένδικο μέσο της έφεσης που ασκήθηκε από πλευράς των προσφευγόντων, οι οποίοι είχαν ήδη εξαντλήσει όλα τα ένδικα μέσα της εσωτερικής έννομης τάξης του Τουρκικού κράτους, η υποβολή προσφυγής προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου φάνταζε μονόδρομος για τους αδελφούς Φωκά, προκειμένου να δικαιωθούν. Το ΕΔΑΔ έκρινε παραδεκτή την προσφυγή των αδελφών Φωκά, αναγνωρίζοντας τη δικαστική απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού στις 20 Νοέμβρη 2001 ως την τελευταία της εσωτερικής έννομης τάξης, απορρίπτοντας έτσι τον ισχυρισμό της Τουρκικής πλευράς ότι η δικαστική απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού που εκδόθηκε πριν από το θάνατο της Πολυξένης Πιστικά, δηλαδή στις 12 Οκτωβρίου 1998, ήταν η τελευταία της εσωτερικής έννομης τάξης. Με τον ισχυρισμό αυτό η Τουρκική κυβέρνηση αποσκοπούσε να καταστήσει εκπρόθεσμη την προσφυγή των αδελφών Φωκά στο ΕΔΑΔ, λέγοντας ότι η προβλεπόμενη εξάμηνη προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκούνται οι προσφυγές των πολιτών ή των μη κυβερνητικών οργανώσεων κατά των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου είχε παρέλθει, αφού έπρεπε να αρχίσει να τρέχει στις 12 Οκτωβρίου 1998 κι όχι στις 20 Νοεμβρίου 2001.

Επί της ουσίας, η Τουρκική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν μπορούσαν να επικαλεστούν την παραβίαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, διότι το άρθρο αυτό αναφέρεται μόνο σε δικαιώματα επί υφιστάμενης περιουσίας κι όχι σε δικαιώματα να αποκτήσει κανείς περιουσία. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου προβλέπει ότι: «Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους έκρινε αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.» Έτσι η Τουρκία αρνήθηκε ότι οι προσφεύγοντες έχουν οποιοδήποτε περιουσιακό δικαίωμα από την κληρονομιά της περιουσίας της Πολυξένης Πιστικά, αφού εν τέλει η απόφαση που καθιστούσε κληρονόμο την Πολυξένη Πιστικά ακυρώθηκε, η περιουσία της είχε περιέλθει στο Τουρκικό κράτος κι άρα οι αδελφοί Φωκά δεν κληρονόμησαν καμιά ακίνητη περιουσία από την αδερφή τους.

Επιπλέον, η Τουρκική πλευρά επικαλέστηκε το άρθρο 35 του νόμου 2644 περί Κτηματολογίου, κατά το οποίο «Τα φυσικά πρόσωπα ξένης υπηκοότητας υπό την προϋπόθεση της αμοιβαιότητας και της συμφωνίας με τις κείμενες διατάξεις των νόμων, μπορούνε να αποκτήσουν ακίνητα μέσα στα όρια του Τουρκικού κράτους τα οποία είναι ενταγμένα στα σχέδια πόλεως και είναι αναγνωρισμένα ως κτήσεις νόμιμες. Ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις για τυχόν φραγμούς στην εφαρμογή αυτών των κανόνων. Φυσικά πρόσωπα ξένης υπηκοότητας δεν μπορούνε να αγοράσουν πάνω από 2,5 εκτάρια (10 στρέμματα)». Το άρθρο αυτό του νόμου περί Κτηματολογίου σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του νομοθετικού διατάγματος 1062( του προαναφερόμενου Kararname) σχετικά με την εφαρμογή του όρου της αμοιβαιότητας, είχε ως συνέπεια τη μη αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος των Ελλήνων υπηκόων. Κι αυτό συνέβη επειδή ο ελληνικός νόμος 1892/1990 απαγορεύει τις όποιες δικαιοπραξίες επί ακινήτων από αλλοδαπούς στις παραμεθόριες περιοχές, χωρίς όμως να προσβάλλονται τα όποια κληρονομικά δικαιώματα των αλλοδαπών. Κατά αντίστοιχο τρόπο λοιπόν, και με μια διάθεση για «αντίποινα», οι Τουρκικές Αρχές επέλεξαν να χαρακτηρίσουν ως «παραμεθόριες» τις περιοχές της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου να εμποδίσουν τους Έλληνες υπηκόους να αποκτήσουν ακίνητη περιουσία από κληρονομιά. Αυτόν τον κατάφωρα παράνομο χαρακτήρα του τουρκικού νόμου 2644 που παραβιάζει το ανθρώπινο δικαίωμα στην περιουσία, θέλησε το Τουρκικό κράτος να τροποποιήσει με το νέο νόμο 5444/06, ο οποίος λέει χαρακτηριστικά ότι: «Οι υπήκοοι ξένων χωρών, χώρες που η Τουρκική Δημοκρατία δεν έχει συμβληθεί αμοιβαία, τα ακίνητα και τα δικαιώματα που θα αποκτήσουν από κληρονομιά, μετά από τις πράξεις μεταβιβάσεις υπόκεινται σε αυτόματη εκκαθάριση». Αυτό λοιπόν που προκύπτει από τη νέα ρύθμιση του Τουρκικού νόμου είναι ναι μεν η αναγνώριση των Ελλήνων υπηκόων ως κληρονόμων, αλλά ταυτόχρονα τα ακίνητα θα τίθενται σε καθεστώς δήμευσης από το Τουρκικό κράτος, το οποίο υποτυπωδώς μόνο και πολύ πιο κάτω από την αντικειμενική αξία των ακινήτων θα αποζημιώνει τους Έλληνες κληρονόμους αυτών. Για το λόγο αυτό, το ΕΔΑΔ έκρινε το νόμο αυτό μη συμβατό με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Σχετικά με όλα τα παραπάνω επιχειρήματα της Τουρκικής πλευράς, το ΕΔΑΔ ξεκαθάρισε ότι ο όρος «περιουσία» στο άρθρο 1, Πρωτόκολλο 1 της ΕΣΔΑ έχει αυτόνομο νόημα, ανεξάρτητο από την επίσημη κατηγοριοποίηση έτσι όπως αυτή έχει στο εσωτερικό δίκαιο. Η περιουσία μπορεί να είναι είτε υπάρχουσα, είτε να συνίσταται στη νόμιμη προσδοκία να αποκτήσει κανείς αποτελεσματική απόλαυση ενός περιουσιακού δικαιώματος. Σε αντίθεση, η ελπίδα να αναγνωριστεί ένα περιουσιακό δικαίωμα όταν είναι αδύνατον να ασκηθεί αποτελεσματικά, δεν θεωρείται περιουσία στα πλαίσια του άρθρου 1, Πρωτόκολλου 1 της ΕΣΔΑ. Στην υπόθεση των αδερφών Φωκά, οι προσφεύγοντες, αν και δεν είχαν υπάρχουσα περιουσία σύμφωνα με το νόημα του άρθρου 1 του Πρωτόκολλου 1 της ΕΣΔΑ, εντούτοις είχαν μία νόμιμη προσδοκία να αναγνωριστούν κληρονόμοι στην ακίνητη περιουσία της αποθανούσης αδελφής τους. Για το λόγο αυτό, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι προσφεύγοντες είχαν δικαίωμα στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας τους και γι’ αυτό το άρθρο 1, Πρωτόκολλο 1 της ΕΣΔΑ εφαρμόστηκε στην υπόθεση Φωκά. Το Δικαστήριο επίσης αποφάσισε ότι παρά τα αυθαίρετα συμπεράσματα των Εθνικών Δικαστηρίων της Τουρκίας ότι Τούρκοι υπήκοοι δεν μπορούν να κληρονομήσουν ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα, αυτό δεν ισχύει στην πραγματικότητα, αφού ακόμα και οι παραμεθόριες περιοχές οι οποίες συγκαταλέγονται στον Ελληνικό νόμο 1892/1990, μπορούν να κληρονομηθούν από Τούρκους υπηκόους. Για αυτούς τους λόγους, το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι προσφεύγοντες νομίμως είχαν πιστέψει ότι πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για να κληρονομήσουν την ακίνητη περιουσία, όπως έγινε με την περίπτωση της κινητής περιουσίας, της αδερφής τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι προσφεύγοντες δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι τα εθνικά δικαστήρια της Τουρκίας θα θεωρούσαν ότι η αρχή της αμοιβαιότητας δεν τηρείται μεταξύ των δύο χωρών. Επίσης, ο τρόπος ερμηνείας και εφαρμογής από τα Τουρκικά Δικαστήρια του άρθρου 35 του τουρκικού νόμου περί Κτηματολογίου, δεν μπορούσε να έχει προβλεφθεί από τους προσφεύγοντες. Τέλος, τα εθνικά δικαστήρια της Τουρκίας με το να ακυρώνουν τη δικαστική απόφαση που είχε καταστήσει κληρονόμο της Ελισάβετ Πιστικά την Πολυξένη Πιστικά-Φωκά, εσφαλμένως βασίζονται στο νομοθετικό διάταγμα της 2 Νοεμβρίου 1964, το Kararname, καθώς το εν λόγω διάταγμα καταργήθηκε από το Συμβούλιο Υπουργών της Τουρκίας στις 3 Φεβρουαρίου 1988, πολύ πριν την ακύρωση του κληρονομητηρίου το 1996.

Επομένως, το ΕΔΑΔ κατέληξε με ομόφωνη απόφαση ότι υπήρχε παραβίαση του άρθρου 1του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Μετά την ομόφωνη αυτή απόφαση, η Τουρκία είχε δικαίωμα σε τρεις μήνες από την έκδοσή της να καταθέσει έφεση εναντίον της, ενέργεια στην οποία τελικά δεν προέβη. Συνεπώς, η απόφαση των Αδερφών Φωκά κατά της Τουρκίας καθίσταται πλέον οριστική και αποτελεί πια νομολογία για το ΕΔΑΔ, η οποία θα χρησιμοποιηθεί εις στο εξής ως δεδικασμένο για όλες τις μη μουσουλμανικές μειονότητες της Τουρκίας. Όπως λοιπόν, όλοι μας καταλαβαίνουμε, η οικονομική και πολιτική σημασία της προκείμενης απόφασης του ΕΔΑΔ είναι ξεχωριστή. Το μόνο που απομένει από μέρους μας είναι να ευχηθούμε ότι θα αποτελέσει το έναυσμα και την έναρξη της διαδρομής για τον κατ’ ουσία εξευρωπαϊσμό της γειτονικής μας χώρας, χωρίς η Τουρκία να αρκεστεί σ’ έναν απλό, κατ’ όνομα ευρωπαϊκό προσανατολισμό, όπως πολύ σωστά τόνισε ο κύριος Γκελντής, δικηγόρος των αδελφών Φωκά, σε συνέντευξή του.

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΤΩΝ

Πρακτικά Ημερίδας

της 56ης επετείου των Σεπτεμβριανών «Χωρίς Αποκατάσταση και Δικαίωση τα Ανθρώπινα Δικαιώματα είναι Γράμματα Κενά Λόγου»

Σάββατο 10/9/2011

Αίθουσα Εκδηλώσεων του Ενοριακού Ι. Ναού Παναγίας Φανερωμένης του Δημοτικού Διαμερίσματος Βουλιαγμένης- Αττικής

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here