Η γενοκτονία ούτε απονέμεται, ούτε τεμαχίζεται … Μέρος 2ο

0
868

genocide6

του Κωνσταντίνου Ν. Θώδη, συγγραφέα – εκπαιδευτικού

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνεργασία μεταξύ ελληνικών και αρμενικών κοινοτήτων της διασποράς σε όλο τον κόσμο για την καταδίκη της γενοκτονίας. Η ιστορική σχέση ανάμεσα στους δύο λαούς είναι πολύ παλιά στο χρόνο. Αρκεί να θυμηθούμε, ότι ο βασιλιάς του Πόντου Μιθριδάτης ΣΤ΄ ο Ευπάτορας για την καταπολέμηση του επεκτατισμού της Ρώμης υπέγραψε συμφωνία με το βασιλιά της Αρμενίας Τιγκράν τον Μέγα, συμφωνία η οποία ενισχύθηκε όταν η κόρη του Μιθριδάτη Κλεοπάτρα παντρεύτηκε τον Τιγκράν τον Β΄. Η κόρη του βασιλιά του Πόντου έγινε βασίλισσα της Μεγάλης Αρμενίας. Κι όταν στον πόλεμο με τη Ρώμη, το έτος 89 μ.Χ. ο βασιλιάς Μιθριδάτης ηττήθηκε και οι Ρωμαίοι κατέλαβαν τον Πόντο, ο Τιγκράν ο Β΄ πολέμησε εναντίον της Ρώμης και με τη βοήθεια του Μιθριδάτη ανέκτησε τη βασιλεία του. Ο Τιγκράν ο Β΄ συνένωσε την κοιλάδα της Κιλικίας με την Αρμενία, ενώ το ορεινό τμήμα της Κιλικίας, η οροσειρά του Ταύρου, πέρασε στο σύμμαχο βασιλιά του Πόντου, Μιθριδάτη τον ΣΤ΄.

 

Οι Επτά Εκκλησίες, οι επτά λύχνοι του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού έσβησαν. Η γη της Μικράς Ασίας, όπου πάνω από 3000 χρόνια ο ελληνικός πολιτισμός άνθισε, πάρθηκε με την εισβολή ξένων, των Τούρκων. Οι Τούρκοι βεβήλωσαν τη Μικρά Ασία με δύο κύματα : Ένα στο τέλος του 11ου αι. με τους Σελτζούκους και αργότερα στις αρχές του 13ου αι. με τους Οθωμανούς. Μέσα από τα εγκλήματα, τη βία, τη γενοκτονία και τους αναγκαστικούς εκτουρκισμούς, κατέσχεσαν τις περιουσίες των ιδιοκτητών – Ελλήνων, Αρμενίων, Κούρδων και Αράβων -, πολλοί εκ των απογόνων των οποίων σήμερα ζουν στην ξενιτιά. Οι Ουϊγούροι, ένα τουρκικό φύλο των τουρκο – μογγολικών ομάδων εγκαταστάθηκαν τον 8ο αι. μ.Χ. στο Τουρκεστάν, αφήνοντας πίσω την πατρίδα τους την Μογγολία. Οι Σελτζούκοι, μια νομαδική φυλή κτηνοτρόφων και ένα μέρος των Ουϊγούρων έφτασε στη Μεσοποταμία – το σημερινό Ιράκ – όπου υπηρέτησε ως μισθοφορικό τμήμα τους χαλίφηδες της Βαγδάτης. Κατά την επαφή τους με τον προηγμένο πολιτισμό των Περσών και των Αράβων εμπλούτισαν το πενιχρό λεξιλόγιό τους δανείζοντας από την αραβική γραφή και δεχόμενοι το ισλάμ, παραμένοντας ωστόσο, νομάδες πολεμιστές. Ο αρχηγός τους Αλπ – Αρσλάν (1063 – 1072) έφερε σε επαφή όλες τις φυλές των Σελτζούκων εισβάλλοντας στην Αρμενία το έτος 1064, καταστρέφοντας την πρωτεύουσά της Ανί. Αμέσως μετά κατέκτησαν τη Γεωργία και εισέβαλαν στο Βυζάντιο. Το 1071 στο Ματζικέρτ, κοντά στα σύνορα της Τουρκίας σήμερα με το Ιράν νίκησαν τους Βυζαντινούς συλλαμβάνοντας τον αυτοκράτορα Ρωμανό Δ΄ Διογένη. Εκμεταλευόμενοι τη σύγχυση, οι Σελτζούκοι κατέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος των Βυζαντινών επαρχιών της Μικράς Ασίας στις οποίες ποτέ δεν έζησαν στο παρελθόν Τούρκοι. Σε αυτές τις περιοχές της Μικράς Ασίας, ξένες εντελώς προς αυτούς, οι Σελτζούκοι δημιούργησαν πολλά εμιράτα. Λίγο αργότερα οι Βυζαντινοί και οι Σταυροφόροι απέλασαν τους Τούρκους από αυτά και κατάργησαν τα εμιράτα, όλα εκτός ενός : του Εμιράτου του Ικονίου – σήμερα πόλη Konya – που το ονόμασαν Εμιράτο των Ρουμ (Rum), δηλαδή Χώρα των Ρωμαίων. Η εισβολή του Τζενγκίζ Χαν (1167 – 1227) εξανάγκασε ένα άλλο τουρκικό φύλο με επικεφαλής τον Σουλεϊμάν – Σαχ να εγκαταλείψει το Τουρκεστάν και να κινηθεί προς τα δυτικά. Αυτό το φύλο προσπάθησε να εγκατασταθεί στη Μικρά Ασία, αλλά εκδιώχθηκε από τους Αρμένιους και τους Κούρδους. Ο Σουλεϊμάν – Σαχ πνίγηκε κατά τη διέλευσή του από τον Ευφράτη ποταμό και τάφηκε εκεί στη θέση που μέχρι σήμερα ονομάζεται «Turk Mezari» δηλ. «Ο τάφος του Τούρκου», ονομασία που αποδεικνύει και μόνο από τον τίτλο της, ότι οι Τούρκοι στις περιοχές αυτές ήταν ξένοι. Στη συνέχεια αυτό το φύλο προχώρησε και εγκαταστάθηκε στο Σουλτανάτο Ρουμί ως συνοριοφυλακή. Ο εγγονός του Σουλεϊμάν, Οσμάν (1259 – 1326) πήρε τον τίτλο σουλτάνος και συνέδεσε το όνομά του με μια νέα ονομασία του κράτους τους που έγινε γνωστή ως Οθωμανική.

 

Οι ηγέτες τους σύντομα συνειδητοποίησαν ότι είναι μόνο μια μικρή ομάδα ένοπλων εισβολέων σε μια ξένη χώρα και θα ήταν πολύ δύσκολο να κρατούν στα χέρια τους το σύνολο της χώρας, την οποία κατέκτησαν με τη βία και ακόμη περισσότερο, ώστε να συνεχίσουν να κατακτούν νέα εδάφη, αν δεν λάβουν ειδικά και έκτακτα μέτρα. Από τότε άρχισαν να εφαρμόζουν μεθόδους που ήταν άγνωστες πριν στην ιστορία. Τα βασικά μέτρα που σχεδίασαν και έλαβαν κατά περιόδους ήταν τα εξής :

 

1. 1.Υιοθέτησαν την απάνθρωπη μέθοδο της απαγωγής παιδιών. Βίαια άρπαζαν νεαρά αγόρια από τις χριστιανικές οικογένειες των υποδουλομένων λαών, στην αρχή Ελλήνων, Αρμενίων κι αργότερα Σέρβων, Βουλγάρων και Αλβανών στέλνοντάς τα να μεγαλώσουν σε ειδικά στρατόπεδα. Στα παιδιά έλεγαν ότι ήταν γιοι του σουλτάνου και ότι αν πεθάνουν στη μάχη, θα πάνε στη συνέχεια στον ουρανό. Με τον τρόπο αυτό τα μετέτρεψαν σς φανατικούς Τούρκους οι οποίοι ήδη διαποτισμένοι με το πνεύμα της άγριας Τουρκίας, ενώ αποκόπτονταν από την ίδια τη φυλή τους χωρίς καν να το γνωρίζουν. Ήταν οι γνωστοί Γενίτσαροι.

 

2. 2.Ονόμαζαν το κράτος τους «ιερό», τον πόλεμο για την υπεράσπισή του επίσης «ιερό» και τον οποίο παρέτασαν ως αναγκαστικό για την καταπολέμηση των απίστων. Έτσι, όλοι πολεμούσαν για την πίστη. Για παράδειγμα, τη Σμύρνη την ονόμαζαν «Γκιαούρ Ιζμίρ» δηλ. «Σμύρνη των απίστων» επειδή εκεί ζούσαν πολλοί Έλληνες, Αρμένιοι και Ευρωπαίοι.

 

3. 3.Υπέβαλαν συστηματικά σε σφαγή εκατομύρια ιθαγενών κατοίκων της Μικράς Ασίας προκειμένου να αλλάξουν τον εθνογραφικό χαρακτήρα και την εικόνα της περιοχής.

 

«Στη διάρκεια 7 αιώνων τουρκικής κατάκτησης στη Μικρά Ασία σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις αφανίστηκαν με αυτό τον τρόπο 16 – 20 εκατομμύρια ‘Ελληνες, τουλάχιστον 2,3 εκατομμύρια Αρμένιοι και περισσότεροι από 2 εκατομμύρια Κούρδοι και Άραβες. Μόνο κατά τη διάρκεια ενός αιώνα, του 20ού αι., εξοντώθηκαν περίπου 1,5 εκατομμύριο Αρμένιοι και 1 εκατομύριο Έλληνες…» γράφει ο Αρμένιος ιστορικός Ε. Αγκανεσιάν σε άρθρο του στο περιοδικό «Βυζαντινή κληρονομιά». Οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Μικρά Ασία και συνεχίζουν να μένουν μέχρι σήμερα εκεί, όπου ο ελληνικός πολιτισμός ήκμασε 2000 χρόνια πριν την άφιξη του πρώτου Τούρκου σ’ αυτήν. Στο παρελθόν οι Έλληνες κατακτήθηκαν από Ρωμαίους κι από Φράγκους, αλλά από τον ελληνικό πολιτισμό αυτοί διδάχθηκαν και τον παραδέχθηκαν ως ανώτερο πολιτισμό για να «πατήσουν» στα θεμέλιά του και να χτίσουν στη συνέχεια το δικό τους. Οι Τούρκοι δεν έκαναν ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Δεν θα μπορούσαν να κυβερνήσουν δίκαια και με βάση την αποδοχή της αρχής της πολυπολιτισμικότητας τους λαούς που κατέκτησαν. Νόμοι γι αυτούς δεν υπήρχαν. Στην πρωτεύουσα ο νόμος ταυτίστηκε με τις επιθυμίες και την απολυταρχία του σουλτάνου. Στις επαρχίες οι τοπικοί Τούρκοι διοικητές αυθαιρετούσαν εις βάρος του δικαίου των υποδουλωμένων. Είναι γνωστή η δράση των Ζεϊμπέκηδων στην περιοχή της Λυδίας που συχνά κινούνταν εναντίον της αυθαιρεσίας των Τούρκων βαλήδων, καϊμακάμηδων, μπέηδων, αγάδων και άλλων αξιωματούχων αποδίδοντας το δίκαιο των φτωχών και αδύναμων ραγιάδων με την δύναμη των όπλων. Τα μόνα μέσα που χρησιμοποιούσαν για να συγκρατήσουν τους ανθρώπους μέσα σε αυτή την πολυεθνική αυτοκρατορία ήταν η υπακοή, η βία, το μακελιό και η σφαγή αδιακρίτως και κυρίως αθώων. Όποιος δεν ήταν Τούρκος ήδη ήταν ένοχος. Οι κατακτημένοι λαοί μισούσαν ιδιαίτερα την τουρκική διοίκηση. Οι προσδοκίες τους το συντομώτερο δυνατό να απαλλαγούν από αυτή την τρομερή δύναμη ήταν φυσικές και δικαιολογημένες. Οι Τούρκοι δεν ήταν σε θέση να απορροφήσουν και να δεχτούν τις διάφορες εθνότητες, δεν ήταν σε θέση να κρίνουν δίκαια, ούτε να αντιμετωπίσουν ανταγωνιστικά εκείνα τα έθνη που ήταν οικονομικά ανθηρά, διότι όλο σχεδόν το εμπόριο βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, των Αρμενίων και λίγων Εβραίων. Οι Τούρκοι απλά ασχολούνταν με εκβιασμούς, λεηλασίες και δολοφονίες των υποδουλωμένων λαών. Συνέπεια όλων αυτών ήταν μια σειρά επαναστάσεων, στα Βαλκάνια κυρίως, για την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό που χρησίμευσαν ως πρόδρομοι της ελληνικής επανάστασης του 1821. Αποτέλεσμα αυτών των επαναστάσεων ήταν η διαμόρφωση αρκετών ανεξάρτητων κρατών.

 

Το 1908 ξέσπασε η Επανάσταση των Νεοτούρκων αναγκάζοντας το σουλτάνο να αποδεχθεί σύνταγμα. Αυτή η επανάσταση έγινε με συμμετοχή του στρατού και απόντος του λαού. Παρά το φαινομενικό του φιλελευθερισμού αυτής της επανάστασης, στον τομέα του δικαίου συνεχίστηκαν να αναπτύσσονται οι ίδιες φυγόκεντρες τάσεις και η απολυταρχία του σουλτάνου. Για να αποφευχθεί η απώλεια περιοχών όπου ζούσαν πληθυσμοί μη τουρκικής φυλής και να δημιουργηθεί ένα μονοεθνοτικό τουρκικό κράτος, οι Νεότουρκοι έθεσαν ως στόχο να απαλλαγούν από τους ανθρώπους των άλλων εθνοτήτων. Η πιο προσφιλής μέθοδος γι αυτούς ήταν η γενοκτονία. Τέτοιες περιοχές, όπως προαναφέραμε ήταν η Ανατολική Θράκη, η Αιγαιακή Μικρά Ασία και ο Πόντος, περιοχές όπου οι Έλληνες είχαν την πλειοψηφία, η ανατολική περιοχή της Μικράς Ασίας, όπου οι Αρμένιοι αποτελούσαν την πλειοψηφία και η νοτιοανατολική περιοχή της Μικράς Ασίας, όπου το κουρδικό στοιχείο ήταν σχεδόν 100%.

 

Στην εφημερίδα του Λονδίνου “The Times” στις 03.10.1911 δημοσιεύθηκε έκθεση σχετικά με το έργο των Νεοτούρκων, του κόμματος του Κογκρέσου «Ένωση και Πρόοδος» που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη κατά τη συνεδρίαση αυτή αποφασίστηκε να καταφύγει η Τουρκία στον εκτουρκισμό – Turkized – όλων των υπό κατάκτηση λαών που δεν είχαν την τουρκική ιθαγένεια ή τη μείωσή τους και να το πράξουν αυτό με τη δύναμη των όπλων. Η πρώτη αφορμή για τις διώξεις ήταν ο Βαλκανικός πόλεμος του 1912 – 1913. Άρχισαν οι απελάσεις, οι ληστείες, οι εμπρησμοί και οι φόνοι από τις αρχές εναντίον των Ελλήνων. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγκάστηκε στις 25 Μάη 1914 να ενημερώσει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία τελεί υπό διωγμό και ως ένδειξη πένθους για τη βία και τις δολοφονίες εναντίον των Ελλήνων, έκλεισε όλες τις εκκλησίες και τα σχολεία που ανήκαν στη δικαιοδοσία και αρμοδιότητά του. Ιδιαίτερο ζήλο στις εκκαθαρίσεις εναντίον των Ελλήνων επέδειξε ο Ταλαάτ – πασάς υπουργός εσωτερικών του σουλτάνου. Τα θύματα αυτής της περιόδου ήταν 2,5 εκατομμύρια άνθρωποι, εκ των οποίων 1 εκατομμύριο ήταν Έλληνες.

 

Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα συμμαχικά κράτη αναγνώρισαν ότι οι περιουσίες, η αξιοπρέπεια και η ζωή των Ελλήνων πολιτών στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν μπορεί να προστατεύεται από την κυβέρνηση αυτού του κράτους και ως εκ τούτου διέταξε να παραπέμψει τις περιοχές της Ελλάδας, της Ανατολικής Θράκης και της περιοχής της Σμύρνης να απαλλαγούν από την τυραννία του τουρκικού κράτους σε αυτές τις περιοχές, ο μεγαλύτερος πληθυσμός των οποίων ήταν Έλληνες. Η απαίτηση αυτή επισημοποιήθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Την ίδια χρονική στιγμή δημιουργήθηκε και η ανεξαρτησία της περιοχής του Πόντου. Ο πρόεδρος του Συμβουλίου των Συμμαχικών Δυνάμεων Αλεξάντρ Μιλεράν το 1920 δήλωσε : «Η τουρκική κυβέρνηση όχι μόνο παραβίασε το καθήκον της να προστατεύσει τους πολίτες της μη τουρκικής ιθαγένειας, αλλά υπάρχουν αρκετά στοιχεία ότι η ίδια έχει οργανώσει βίαιες πράξεις που διαπράχθηκαν από ανθρώπους της κατά αυτών που όφειλε να προστατεύσει. Γι αυτό το λόγο οι σύμμαχοι αποφάσισαν να απελευθερώσουν από τον τουρκικό ζυγό όλες τις περιοχές όπου το μεγάλο μέρος των κατοίκων δεν είναι τουρκικής ιθαγένειας.» Η Συνθήκη των Σεβρών υπογράφηκε επίσης από την τουρκική κυβέρνηση, αλλά ο Μουσταφά Κεμάλ αρνήθηκε να την παραδεχθεί. Με την στήριξη κάποιων συμμαχικών δυνάμεων ξεκίνησε πόλεμο κατά της Ελλάδας. Χάρη σ’ ένα παιχνίδι αντιθέσεων μεταξύ των συμμαχικών δυνάμεων με οικονομικά κυρίως ανταλλάγματα και κίνητρα ο Κεμάλ κατάφερε να αγοράσει όπλα από τη Γαλλία και την Ιταλία καθώς και να λάβει στρατιωτική βοήθεια από τους μπολσεβίκους του Λένιν – περίπου 10 εκατομμύρια ρούβλια σε χρυσό, όπλα και πυρομαχικά. Έτσι ανασυντάχθηκε και επέστρεψε στη μάχη. Ο πόλεμος αυτός διήρκεσε 40 μήνες και έληξε με ήττα των Ελλήνων. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1922 οι Τούρκοι εισέβαλαν στη Σμύρνη όπου είχαν συγκεντρωθεί για να φύγουν στην Ελλάδα πρόσφυγες από όλα τα μέρη της Μικράς Ασίας. Η Σμύρνη πυρπολήθηκε και αμέσως μετά άρχισε η σφαγή Ελλήνων και Αρμενίων. Ακολούθησαν φρικιαστικές σκηνές τη σφαγή αυτή. Οι γονείς κρατούσαν τα παιδιά τους από το μέρος της θάλασσας στην παραλία της Σμύρνης έτοιμοι να πέσουν μαζί με αυτά στο νερό αν χρειαστεί για να αποφύγουν το βιασμό και τη σφαγή. Η θάλασσα βάφτηκε με αίμα. Ο επίσκοπος Χρυσόστομος υποβλήθηκε σε βασανιστήρια και θανατώθηκε. Το τουρκικό γιαταγάνι δεν κατάφεραν να αποφύγουν ούτε γέροι, ούτε γυναίκες, ούτε παιδιά. Τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 1922 οι Τούρκοι πυρπόλυσαν τις ελληνικές, αρμενικές και ευρωπαϊκές συνοικίες της πόλης της Σμύρνης και έσφαξαν τους χριστιανούς. Ο αριθμός των νεκρών κατά τη διάρκεια των 7 ημερών πογκρόμ ήταν περίπου 100.000 άνθρωποι. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια του εμπρησμού και της σφαγής οι Βρεττανοί παρακολουθούσαν από τα πολεμικά τους πλοία τους βανδαλισμούς, ενώ είχαν πάρει εντολή να μην παρεμβαίνουν σε ότι κι αν συμβεί. Ο γενικός πρόξενος των Η.Π.Α στη Σμύρνη Τζόρτζ Χόρτον στο βιβλίο του «Η κατάρα της Ασίας» – έκδ. Bobbs & Merryl, Indianapolis, 1925 – προσπαθεί να δώσει μια μετριοπαθή περιγραφή των φρικαλεοτήτων των Τούρκων : “… εγκλήματα που για κάθε πολιτισμένο άνθρωπο προκαλούν μόνο φρίκη και αηδία… Μια από τις κυριώτερες εντυπώσεις μου ήταν η αίσθηση ντροπής για το ότι ανήκω στην ανθρώπινη φυλή…”. Η αμερικανική εφημερίδα “New York Times” στις 21.09.1979 έγραψε : “ Σύμφωνα με τις τελευταίες στατιστικές ο χριστιανικός πληθυσμός της Τουρκίας από 4,5 εκατομμύρια μειώθηκε στις αρχές του αιώνα σε 150.000. Έλληνες παρέμειναν όχι περισσότεροι από 7.000, ενώ το 1923 υπήρχαν 1,2 εκατομμύρια…”.

 

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

Απάντηση