By 6 Νοεμβρίου 2009 0 Comments

Η Ελλη Παππά, η Διδώ Σωτηρίου και ο Κιρκιντζές

image-kirk

Δρ. Ανδρέας Φρ. Μιχαηλίδης

Για όσους δεν γνωρίζουν, η Ε. Παππά  αυτή η σπουδαία γυναία υπήρξε η σύντροφος στη ζωή του μαρτυρικού αγωνιστή της Αριστεράς Νίκου Μπελογιάννη. Έζησαν μαζί για λίγο διάστημα, στα χρόνια των μετεμφυλιακών διωγμών και της παρανομίας και απέκτησαν μαζί ένα παιδί. Καταδικάστηκαν και οι δυο σε θάνατο. Η υπόθεση συγκλόνισε τότε όλο τον κόσμο και παρ’ όλη τη διεθνή κινητοποίηση, η ποινή εκτελέστηκε για το Νίκο, ενώ η Έλλη γλύτωσε μια και ήταν μωρομάνα. Η Ε. Παππά παρέμεινε συνεπής και ανυποχώρητη στις ιδέες της μέχρι το θάνατό της.

Αδελφή της Έλλης Παππά ήταν η μεγάλη σύγχρονη ελληνίδα συγγραφέας Διδώ Σωτηρίου. Η Διδώ μάλιστα μεγάλωσε στην ουσία το παιδί της Έλλης, το μικρό Νίκο, μια και η αδελφή της πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής της στις εξορίες, τις φυλακές και τα ξερονήσια.

Και οι δυο αυτές σπουδαίες γυναίκες ήταν μικρασιάτισσες, με καταγωγή από το χωριό Κίρκεντζε, που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα έξω από την Έφεσσο. Με αφορμή τον πρόσφατο θάνατο της Έλλης Παππά, παραθέτουμε αυτό το μικρό αφιέρωμα στις δυο μεγάλες αυτές ελληνίδες και στο χωριό τους τον Κίρκεντζε, στις πάντα φιλόξενες σελίδες της Δημοκρατικής.

Ο Κιρκιντζές

Το χωριό Κιρκιντζές βρισκεται σε πλαγιά του βουνού Ovacik Dag σε υψόμετρο 400-500 μ., σε απόσταση 4 χλμ. ανατολικά της σιδηροδρομικής γραμμής Σμύρνης- Αϊδινίου.

Το όνομα του χωριού προέρχεται πιθανά από την τουρκική λέξη cirkince που σημαίνει «ασχημούλης». Όπως φαίνεται από τα οθωμανικά κατάστιχα και από τις μαρτυρίες των κατοίκων του χωριού, το χωριό λεγόταν Τσιρκιντζέ, αλλά με το πέρασμα του χρόνου το όνομα μετατράπηκε από τους κατοίκους του σε Κιρκιντζέ. Στα ελληνικά έγγραφα το όνομα του χωριού αναφερόταν ως «Ορεινή Έφεσος». Μετά την αποχώρηση των ορθόδοξων κατοίκων του χωριού και την εγκατάσταση των Τούρκων ονομάστηκε Sirince.

Δε διαθέτουμε ακριβή στοιχεία για την ίδρυση του χωριού. Διάφορες εκδοχές για τη χρονολογία ίδρυσής του την τοποθετούν ανάμεσα στον 11ο και το 17ο αιώνα. Πάντως ήδη το 1747 αναφέρεται η ύπαρξη του χωριού από τους ταξιδιώτες της εποχής. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή οι πρώτοι κάτοικοι του Κιρκιντζέ ζούσαν στο Αγιασολούκ (Έφεσο) και εγκατέλειψαν τον τόπο τους λόγω των ενοχλήσεων που δέχονταν από τους γενίτσαρους. Το 1747 αναφέρεται ότι ο Κιρκιντζές κατοικούνταν από χριστιανούς ορθόδοξους, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται ο αριθμός τους. Το 1832 στο χωριό υπήρχαν 300 σπίτια όπου κατοικούσαν περίπου 1.500 άτομα, όλοι χριστιανοί ορθόδοξοι, αλλά τουρκόφωνοι. Στα τέλη του 19ου αιώνα στο χωριό κατοικούσαν χριστιανοί ορθόδοξοι και λίγοι μουσουλμάνοι, που είχαν αναλάβει κρατικές υπηρεσίες στο χωριό, όπως φοροεισπράκτορες. Το 1919 ο αριθμός των κατοίκων ανερχόταν σε 7.000 (όλοι χριστιανοί ορθόδοξοι), ενώ το 1921 μειώθηκε σε 3.500 (3.491 ορθόδοξοι και 9 ξένοι). Το κύμα μετανάστευσης προς το χωριό ξεκίνησε τα τελευταία χρόνια πριν από τη μικρασιατική καταστροφή. Στον πρώτο διωγμό των ελληνορθόδοξων, το 1914, οι χριστιανοί κάτοικοι του χωριού δεν εκδιώχθηκαν, ενδεχομένως λόγω της απομόνωσης του χωριού. Από το 1914 ως το 1917 έφτασαν στο χωριό Τουρκοκρητικοί πρόσφυγες. Η εγκατάσταση των προσφύγων αυτών έφερε τριβές με τους κατοίκους του χωριού. Σημειώθηκαν μάλιστα συμπλοκές και φόνοι. Κατά τη μικρασιατική καταστροφή το χωριό εγκαταλείφθηκε από τους ορθόδοξους κατοίκους του.

Εκκλησία

Το χωριό υπαγόταν στη μητρόπολη Ηλιουπόλεως και Θυατείρων, η έδρα της οποίας βρισκόταν στο Αϊδίνι. Στο χωριό υπήρχαν δύο εκκλησίες, του Αγίου Ιωάννου και του Αγίου Δημητρίου. Η μεγαλύτερη ήταν του Αγίου Ιωάννου που χτίστηκε το 1805 και επισκευάστηκε το 1904. Σε αυτήν φυλασσόταν το θεωρούμενο χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Αγίου Ιωάννου. Η εκκλησία ήταν τρίκλιτη βασιλική με τρούλο και είχε διαστάσεις 20,20 Χ 13,40 μ. Στον αυλόγυρό της βρισκόταν το γραφείο στο οποίο συνεδρίαζε η δημογεροντία και εκεί δεχόταν ο μητροπολίτης τους πιστούς, όταν ερχόταν στο χωριό.

Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου είχε μέτριες διαστάσεις και ήταν μονόχωρο οικοδόμημα. Οι δύο εκκλησίες του χωριού σώζονται σήμερα, μάλιστα αυτή του Αγίου Ιωάννη έχει συντηρηθεί.

Γύρω από το χωριό υπήρχαν πολλά ξωκλήσια, όπως του Προφήτη Ηλία, της Αγίας Τριάδας, του Αρχάγγελου, του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Νικολάου του Ορφανού, της Αγίας Κυριακής, του Αγίου Κωνσταντίνου και του Αγίου Αθανασίου. Έξω από το χωριό βρισκόταν και η τοποθεσία της Παναγιάς Γαλατερής (Sόtlό panagia), η οποία ήταν ιερή και για τους μουσουλμάνους. Ονομάστηκε έτσι διότι από ένα βράχο έτρεχε νερό (ενίοτε και γάλα, σύμφωνα με την παράδοση), που θεωρούνταν θαυματουργό.

Πλάκα εντοιχισμένη στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου

«Ο περικαλλής ούτος ναός του Προφήτου και Βαπτιστού Ιωάννου του Προδρόμου ανοικοδόμηται εκ βάθρων προστασία τε και εμμελεία του θεοφιλεστάτου επισκόπου Αγίου Ηλιουπόλεως Κου Καλληνίκου του Σιφνίου διά συνδρομής δε και βοηθείας πάντων των ευσεβών Χριστιανών, εντοπίων τε και ξένων, εις την αποπεράτωσιν του οποίου συνέβησαν έξοδα όχι ολίγα, επειδή τελειωθείς το πρώτον εκρεμνίσθη και δι’ αδρών αύθις και μεγάλων αναλωμάτων, κόπου τε πολλού και δυσχερείας ότι πλείστης τέλος έσχεν αίσιον τη του Θεού βοηθεία κατά το 1805 έτος, κατά μήνα Σεπτέμβριον».

Σχολεία

Η πρώτη πληροφορία για την ύπαρξη ενός μικρού σχολείου αναφέρεται το Μάρτιο του 1832. Υπήρχαν ένας δάσκαλος και δέκα μαθητές. Το 1885 ιδρύθηκε Σχολείο στο χωριό από τη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία «Όμηρος» της Σμύρνης. Στις αρχές του 20ού αιώνα στο χωριό υπήρχαν τρία σχολεία, αρρένων, θηλέων και νηπιαγωγείο. Το αρρεναγωγείο μαζί με το νηπιαγωγείο βρίσκονταν στον αυλόγυρο της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου. Στο αρρεναγωγείο δίδασκαν δύο δάσκαλοι. Το κτήριο του παρθεναγωγείου χτίστηκε τον 20ό αιώνα και αποκαλούνταν «μεγάλο σχολείο» λόγω του μεγέθους του. Βρίσκεται δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, σώζεται και σήμερα λειτουργεί ως εστιατόριο.

Τα σχολεία αρρένων και θηλέων του χωριού ήταν πλήρη δημοτικά και έφταναν ως την έβδομη τάξη. Σε κάθε τάξη δίδασκε διαφορετικός δάσκαλος. Βασικό μέλημα του μητροπολίτη, ο οποίος επέβλεπε την εκπαιδευτική διαδικασία, ήταν να μάθουν οι μαθητές και μαθήτριες τα ελληνικά και να μη χρησιμοποιούν τα τουρκικά. Γι’ αυτό το λόγο οι υπεύθυνοι του σχολείου είχαν απαγορέψει στους μαθητές να μιλούν την τούρκικη γλώσσα και υπήρχε παιδονόμος, ο οποίος φρόντιζε για την επιβολή της απαγόρευσης αυτής. Κατά τα σχολικά έτη 1921-1922 στο σχολείο θηλέων δίδασκαν πέντε δασκάλες και σπούδαζαν 250 μαθήτριες. Στο σχολείο αρρένων 3 δάσκαλοι δίδασκαν 370 μαθητές, ενώ το νηπιαγωγείο παρακολουθούσαν 260 νήπια.

Πηγή: Δημοκρατική

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

About the Author:

Post a Comment

Mikrasiatis.gr