By 23 Απριλίου 2019 0 Comments

Η Αιολίδα του Αιγαίου και της Ανατολής

του Κωνσταντίνου Ν. Θώδη, συγγραφέα – ιστορικού ερευνητή

«Όταν παραμέρισαν τα κύματα του Αιγαίου κι άρχισαν ν’ αναδύονται απ’ το βυθό τα νερά της Λέσβου υγρά, στιλπνά και γαλήνια, τα κύματα είδαν ξαφνιασμένα το νησί, το νέο τους φίλο… Ας πάμε το μήνυμα στην πιο κοντινή γη, στη γη της Αιολίδας. Ας της πούμε για το νησί, τη νέα γη που έδεσε το φως με τη γαλήνη, για τη γραμμή και την κίνησή του που είναι τόσο ήμερη σα να έχει μέσα της τη σιωπή, ας της πούμε για το θαύμα του Αιγαίου!..»

απόσπασμα από την «Αιολική γη» του Ηλία Βενέζη, 1943.

 

Στη ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, περισσότερο από τις άλλες αποικίες των Ελλήνων, άνθισαν οι αιολικές και οι ιωνικές αποικίες, στις οποίες οι Έλληνες υποχρεώθηκαν να αναπτύξουν την ποίηση, την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη φιλοσοφία. Σε πολιτικό επίπεδο, οι αποικίες συνέβαλαν στη διάδοση των δημοκρατικών ιδεών, αφού εδώ ήταν πιο εύκολο να εξομαλυνθούν οι διαφορές και οι απόγονοι των αρχαίων γενεών δεν δεσμεύονταν να υποθηκεύσουν την τιμή και την αξιοπιστία, που κρατούσαν στις μητροπόλεις. Γενικά στις αποικίες ήταν πιο εύκολο να αφαιρεθούν ή να αντικατασταθούν όλες οι παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα, που δεν ήταν κατάλληλα ή δεν εναρμονίζονταν με τις νέες συνθήκες της καθημερινής ζωής. Τα αίτια του αποικισμού συνίστατο γενικά στην επιδίωξη των Ελλήνων για τη βελτίωση της καθημερινής τους ζωής, καθώς οι “ηττημένοι“ της καθημερινότητας, που δεν επιθυμούσαν να υπακούσουν στους “νικητές“ εγκατέλειπαν τη μητρόπολη για να αναζητήσουν την ευτυχία σε ξένα εδάφη. Σε άλλες περιπτώσεις, το ίδιο το κράτος έδιωχνε το πλεόνασμα του λαού για την πρόληψη της φτώχειας, αλλά και των συγκρούσεων από τις εσωτερικές διαμάχες ανάμεσα στα κόμματα.  Μέσω του αποικισμού παρείχε άσυλο στα εμπορικά πλοία προκειμένου να προσεγγίσουν απομακρυσμένες και αφιλόξενες θάλασσες, να γνωριστούν με τον πλούτο των άλλων χωρών και έτσι να ανοίξει μια νέα αγορά για την εμπορία των προϊόντων τους. Γι αυτό σχεδόν όλες οι αποικίες  ιδρύθηκαν στις ακτές και συχνά είχαν ως επίμονους εχθρούς τους, τους κατοίκους της ενδοχώρας. Εξαίρεση αποτελούσαν δύο πόλεις με την ονομασία “Μαγνησία”, που τις έκτισαν στην ενδοχώρα. Η Μαγνησία επί Μαιάνδρω, στην όχθη του ποταμού Μαιάνδρου και η Μαγνησία υπό Σιπύλω κάτω από το όρος Σίπυλος κοντά στον ποταμό Έρμο – σήμερα Γεντίζ. Έτσι, κάποιες από αυτές υπέφεραν πολύ συχνά πολέμους, ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι άποικοι δεν ηττήθηκαν από τους ντόπιους, ενώ σύντομα και σταθερά ρίζωσαν στη νέα τους πατρίδα και με γρήγορα βήματα προώθησαν την υψηλή πολιτιστική τους ανάπτυξη. Στο μεγάλο έργο του αποικισμού συμμετείχαν όλες οι ελληνικές φυλές, αλλά μεγαλύτερο μέρος σε αυτόν συνέβαλαν οι Ίωνες, κατ΄εξοχήν δραστήρια φυλή, που κατείχαν την ικανότητα γρήγορα να είναι παραγωγικοί παντού, όπου κι αν εμφανίζονταν. Η αναγκαιότητα και οι τρόποι για την ίδρυση αποικιών είχαν διαφορετική βάση και αφετηρία. Πρώτα από όλα, για τη λήψη της απόφασης θεωρήθηκε απαραίτητη η συμβουλή του μαντείου, χωρίς την οποία οι επιθυμούντες να μετακινηθούν δεν τολμούσαν να αφήσουν για πάντα την πατρίδα, τα ιερά και τα οστά των προγόνων τους. Τα μαντεία της Δωδώνης και των Δελφών έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις τους.  Μαζί με την έγκριση των προθέσεών τους, τους έδιδαν χρήσιμες συμβουλές και οδηγίες, ενώ είχαν συχνή επαφή, όχι μόνο με τους Έλληνες, αλλά και με τους άλλους λαούς και κατείχαν μεγάλες γεωγραφικές πληροφορίες. Οι ενδεχόμενοι μετανάστες αποτελούνταν ή από τα πρόσωπα εκείνα, που εξαναγκαστικά υποχρεώνονταν σε μετανάστευση λόγω των πολιτικών περιστάσεων ή εάν η ίδρυση της αποικίας υποστηρίζονταν από κρατικούς θεσμούς και πρόσωπα, από εκείνους που δήλωσαν στις αρχές την επιθυμία να μετακινηθούν. Στην τελευταία περίπτωση, σύμφωνα με το Θουκυδίδη, ήταν προσκεκλημένοι να συμμετάσχουν  σε φιλικά τους κράτη. Την επιχείρηση διηύθυνε ο “ΟΙΚΙΣΤΗΣ”, που ή τον υποδείκνυαν οι ίδιες οι περιστάσεις, ή οριζόταν από το κράτος και είχε απεριόριστες εξουσίες. Οι άποικοι, που αποστέλλονταν με εντολή της κυβέρνησης, λάβαιναν επιστολή, στην οποία καθορίζονταν οι οδηγίες σχετικά με την ίδρυση της αποικίας και τις σχέσεις της με τη μητρόπολη. Γράφει ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς: “ Όσης αξιούσι τιμής τυγχάνειν οι πατέρες παρά των εκγόνων, τοσαύτης οι κτίσαντες τας πόλεις παρά των αποίκων ”. Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα απεικόνιση των σχέσεων της αποικίας  με τη μητρόπολη βρίσκουμε στην απόφαση των κατοίκων της Χερσονήσου της Ταυρίδας προς τιμήν των πολιτών της μητρόπολης της Ποντικής Ηράκλειας (βλ. Latishev, 1895). Οι πολίτες της Ηράκλειας χειροκροτούν για τη στάση των Χερσονησιτών για μια πολύ σημαντική γι αυτούς υπόθεση ενώπιον του αυτοκράτορος Αντωνίνου Πίου. Ευχαριστούν δε τους πολίτες της Χερσονήσου με την έκφραση : “…επειδή τοι ευσεβέστατοι πατέρες Ηρακλεώται οικείω πάθει ταν υπέρ τας ημετέρας σωτηρίας επωάσαντο φροντίδα, πάσαν σπουδήν και πάσαν φιλοστοργίαν κεχρημένοι…  “.

Οι αρχαίοι έλληνες πίστευαν ότι οι Αιολείς προέρχονται από τον Αίολο, γιο του Έλληνα και το αρχικό μέρος της εγκατάστασής τους ήταν η βόρεια γεωργική περιοχή της Θεσσαλίας. Αργότερα εμφανίστηκαν στη Βοιωτία. Στη δυτική ακτή της Μικράς Ασίας, βόρεια της μικρασιατικής Ιωνίας, προέκυψε ο αποικισμός των Αιολέων. Στην σύνθεση της Αιολίδας περιλαμβάνετο και το νησί της Λέσβου.
Στην Αρχαία Ελλάδα δεν εκτιμούσαν ιδιαίτερα τη συμβολή των Αιολέων στον κοινό ελληνικό πολιτισμό. Ακόμη και ο Πλάτωνας αποκαλούσε την αιολική διάλεκτο, βάρβαρη.

Οι Αιολείς μετέφεραν και διέδωσαν στις αποικίες τους περισσότερους μύθους των αρχαίων Ελλήνων. Αιολείς ήταν οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές Ησίοδος και Αλκαίος, ο πεζογράφος Ελλάνικος και η πρώτη γνωστή γυναίκα-ποιήτρια, η Σαπφώ.
Η  πιο διάσημη αιολική πόλη ήταν η ΘΗΒΑ. Η πόλη αυτή ακολούθησε ανεξάρτητη πολιτική από την Αθήνα και τη Σπάρτη. Το 378 π. Χ. η Θήβα υπέστη σκληρή ήττα από τη Σπάρτη, ενώ μέχρι την κατάκτηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου παρέμεινε πόλη ηγεμονική και κυρίαρχη σε όλη την βαλκανική Ελλάδα.

Οι Αιολείς ήταν οι πρώτοι από τους Έλληνες που αποφάσισαν να ιδρύσουν αποικίες στη Μικρά Ασία. Ώθηση σε αυτή την επιλογή έδωσαν οι εισβολές εξωτερικών εχθρών. Οι αρχαίοι ιστορικοί αναφέρουν, ότι ταυτόχρονα με  τους Δωριείς στη βόρεια Ελλάδα εισέβαλαν και φυλές Θεσσαλών, που μιλούσαν στην αιολική διάλεκτο την ελληνική γλώσσα. Αποτέλεσμα αυτών των εισβολών ήταν από τη βόρεια Ελλάδα οι Αιολείς να υποχωρήσουν προς το νότο, συγκεκριμένα στη Βοιωτία, αλλά και προς το Αιγαίο και τη Μικρά Ασία, συγκεκριμένα στη Λέσβο, τη Χίο, την Τένεδο και την παράλια ζώνη στα νότια της Τρωάδας μέχρι τη Σμύρνη και τη χερσόνησο του Μίμαντα. Δεν κατέλαβαν όμως την Τρωάδα,η οποία κατελήφθη τον 7ο αι. από τους Έλληνες σύμφωνα με το μύθο της Τρωϊκής εκστρατείας.

Σύντομα, οι Αιολείς εξέλεξαν τον ηγέτη τους, τον Αχαιό βασιλιά Πάμφυλο, αδελφό του βασιλιά των Μυκηνών Τισαμενού και ξεκίνησαν την πορεία τους. Το εγχείρημα ήταν πολύ δύσκολο και διήρκεσε για πολλά χρόνια. Ο ίδιος ο Πάμφυλος κατάφερε να φτάσει μόνο μέχρι τη Θράκη. Όταν πέθανε, τους αποίκους οδήγησε ο γιος του, Αρχέλαος. Αυτός ο βασιλιάς έφερε τους Αχαιούς του βορρά, μετέπειτα Αιολείς, στην ασιατική ακτή της Προποντίδας – θάλασσα του Μαρμαρά – εκεί όπου λίγους αιώνες αργότερα, ιδρύθηκε η ιωνική πόλη Κύζικος.

Συγκεκριμένα, ο Στράβωνας αναφέρει, ότι αρχικά ο Ορέστης – σημαίνει “ορεσείβιος”- ο οποίος ήταν αρχηγέτης της μετανάστευσης των βόρειων Αχαιών, πέθανε στην Αρκαδία και ότι ο γιος του Πάμφυλος έφτασε μέχρι τη Θράκη, ενώ ένας άλλος γιος του, ο Αρχέλαος, ίδρυσε την αποικία των Αιολέων στην περιοχή της Κυζίκου κοντά στο Δασκύλειον. Ωστόσο, ο Γράσος, ο νεότερος γιος του Αρχελάου, έφτασε μέχρι τον ποταμό Γρανικό, οδηγώντας το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων στη Λέσβο την οποία και κατέλαβε. Εξόρισαν όσους Θράκες ζούσαν στο νησί και εγκαταστάθηκαν οι ίδιοι σε αυτό. Αυτό συνέβη κατά τον περίφημο ιστορικό Ερατοσθένη, το 1053 π. Χ. Με άλλα λόγια, για να περάσουν από τη μία ακτή του Αιγαίου στην άλλη, οι Αιολείς χρειάστηκε να περάσουν περίπου 70 χρόνια!

Η ονομασία “Αιολείς” πιθανόν να αποκτήθηκε στο μικρασιατικό έδαφος, όπου οι νέοι κάτοικοι απέκτησαν νέα φυλετική ή εθνική συνείδηση.

Οι Αιολείς στη Μικρά Ασία ίδρυσαν μια ένωση δώδεκα πόλεων με θρησκευτικό κυρίως χαρακτήρα – ένα είδος αμφικτυονίας με κέντρο το ιερό του Απόλλωνα στο Γρύνειο. Οι Δώδεκα πόλεις της Αιολίδας, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ήταν: η Κύμη ή Φρικωνίς, το Νέον Τείχος, οι Λήρισαι, η Τήμνος, η Κίλλα, η Αιγιρόεσσα, το Νότιον, η Πιτάνη, οι Αιγαίαι, η Μύρινα, το Γρύνειον και η Σμύρνη. Εκτός από τις πόλεις αυτές, οι Αιολείς κατείχαν την Τένεδο, τις Εκατοννήσους, τη Λέσβο και τη Χίο (έγινε αργότερα ιωνική).

 

Γράφει ο Φώτης Κόντογλου στο «Αϊβαλί, η πατρίδα μου», 1962: “Αυτά τα ρημονήσια τα λέγανε στ’ αρχαία Εκατόννησα, δηλαδή νησιά του Εκάτου, που θα πει τ’ Απόλλωνα. Ίσως-ίσως λεγόντανε και Νησιά της Εκάτης, δηλαδή του Φεγγαριού”…. “Ο Μελέτιος γράφει : Πιτάνη μεταξύ Αδραμυττίου και Κάϊκου, τανύν είναι ερείπιον και καλείται Παλαιόκαστρον ή Άγιος Γεώργιος.  είχε το πάλαι δύο λιμένας. Εκεί κοντά τρέχει ο Εύηνος ποταμός, τούρκικα Καραντιρέκ Σου ή Φλένελι Τσάι…”.

 

Οι πόλεις των Αιολέων εκτείνονταν από την Τρωάδα στο βορρά μέχρι τις εκβολές του ποταμού Έρμου στο νότο. Από τότε αυτή η παράκτια περιοχή της Μικράς Ασίας αναφέρετο ως «ΑΙΟΛΙΣ». Η γη εδώ, παντού ήταν πολύ εύφορη, στις πλαγιές των βουνών υπήρχαν υπέροχα δάση, ενώ τα έγκατα του εδάφους ήταν πλούσια σε ορυκτά.

Ο Στράβων μας αναφέρει, ότι μετά τον Τρωϊκό πόλεμο, όλη η Τρωάδα, από την Κύζικο μέχρι τον Κάϊκο, ήταν αιολική, δηλαδή, ήταν γεμάτη αποικίες, μορφωμένων από την Πελοπόννησο και τη Βοιωτία, Αχαιών, που εκδιώχθησαν από τις οικίες τους κατά τη δωρική εισβολή. Όπως, επίσης, ορθά παρατηρεί ο Gladston στο βιβλίο του “Ομηρικός Συγχρονισμός”, ο Όμηρος δεν γνώριζε τίποτα για ύπαρξη «Αιολέων», αλλά μόνο για ύπαρξη «Αιολίδας». Ωστόσο, σε μεταγενέστερες ελληνικές παραδόσεις και πηγές, έχουμε πολλές αναφορές για εγκατάσταση Αιολέων σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Στον Όμηρο, διάφορα πρόσωπα και οικογένειες, που κατείχαν τις πιο υψηλές θέσεις και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αρχαία ιστορία, προέρχοντο από το μυθικό επώνυμο “Αίολος” ή συνδέονται με αυτό. Ωστόσο, σχετικά με την φυλή των Αιολέων, δεν αναφέρει σχετικά τίποτε.

Από ευρήματα της πρωτογεωμετρικής κεραμικής στη Λέσβο, αλλά και σε άλλες πόλεις της Αιολίδας, οι αρχαιολόγοι εξάγουν το συμπέρασμα, ότι η εγκατάσταση πραγματοποιήθηκε στο διάστημα 1050 με 900 π. Χ.

Η ΑΙΟΛΙΚΗ ΚΥΜΗ θεωρείται μια από τις πρώτες ελληνικές αποικίες στη Μικρά Ασία. Ιδρύθηκε από ένα μέρος Αιολέων εποίκων που μετοίκησαν στη Μικρά Ασία από το όρος Φρίκιο στη Λοκρίδα, με επικεφαλής αρχηγέτες τους απογόνους του Αγαμέμνονα και του Ορέστη, Κλεύη και Μάλαο. Οι υπόλοιπες πόλεις των Αιολέων στη Μικρά Ασία ιδρύθηκαν από τους αποίκους Αιολείς από τη Λέσβο.

Εκτός από τις παραπάνω πόλεις, στην ηπειρωτική χώρα, οι Αιολείς είχαν ακόμα επτά πόλεις στα νησιά. Από αυτές, οι έξι αρχικά και πέντε μετέπειτα βρίσκονταν στη ΛΕΣΒΟ (Μυτιλήνη, Ερεσσός, Μήθυμνα, Πύρρα και  Άντισσα) και μια στην Τένεδο. Οι περισσότερες αιολικές αποικίες στη Μικρά Ασία ήταν μικρές και έπαιξαν στην ιστορία αρκετά μικρό ρόλο. Εξαίρεση αποτελούσε μόνο η κύρια πόλη της Λέσβου, η ΜΥΤΙΛΗΝΗ.

Άποικοι από τη Μήθυμνα ίδρυσαν την πόλη Άσσο στον κόλπο του Αδραμυττίου γύρω στα τέλη του 8ου αι. π. Χ. Στην Τένεδο, η αποικία έφερε την ονομασία “Τενεδίων Περαία”. Επίσης ιδρύθηκαν και άλλες αποικίες από τους Αιολείς στην Τρωάδα, από τον κόλπο του Αδραμυττίου μέχρι τον Ελλήσποντο, όπως η Άντανδρος, η Λάρισα, οι Κολωνές, το Πολυμήδιο, η Αμαξιτός, το Σίγειο, η Σηστός και η Μάδυτος. Στα μέσα του 8ου αι. οι Αιολείς ίδρυσαν οικισμό κοντά στην τοποθεσία της αρχαίας Τροίας με την ονομασία “Ίλιον”.

Και συνεχίζει ο Φώτης Κόντογλου: “Παραμέσα από τη γωνιά που κάνει ο κόρφος τ’ Αδραμυττιού, απλώνει ένας κάμπος όλο νερά γάργαρα και πρασινάδα κι αυτός ο κάμπος είναι το Πεδίον της Θήβης που γράφουνε οι παλιοί.  εκεί πέρα βρισκόντανε πολλές πλούσιες πολιτείες, η Θήβη, η Λυρνησσός, η Κίλλα, η Χρύσα, χτισμένες πριν από τον πόλεμο της Τρωάδας… τη λύρα του Ερμή λέγανε πως τη φυλάγανε από χρόνια παμπάλαια στη Λυρνησσό… Η χώρα τούτη λεγότανε Μυσία, κι ύστερα την είπανε Αιολίδα. Η πρώτη φυλή που την κατοίκησε σταθήκανε οι Πελασγοί, και τους είπανε έτσι γιατί ήτανε αγριανθρώποι κι η ομιλία τους παρομοίαζε με των λελεκιών, επειδή στ’ αρχαία ελληνικά πελαργός θα πει λελέκι…”.

Η ονομασία  «Αιολίς» γεωγραφικά οριοθετούσε όλα τα παράλια της Μικράς Ασίας από την Άβυδο μέχρι την Κύμη. Η Σμύρνη ήταν, επίσης αποικία των Αχαιών – Αιολέων, αλλά σύντομα πέρασε κάτω από την εξουσία των Ιώνων. Ήταν εύφορη χώρα και η κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η γεωργία. Με το θαλάσσιο εμπόριο δεν ασχολήθηκαν οι Αιολείς ενεργά.  Οι αιολικές πόλεις ήταν αυτάρκεις κράτη – μέλη τα οποία τελούσαν σε συμμαχία μεταξύ τους. Οι αποικίες είχαν κοινές γιορτές στο ναό του Γρύνειου Απόλλωνα στο ακρωτήριο των Κανών.  Εδώ κατά την πραγματοποίηση των κοινών θυσιών, πραγματοποιούνταν κάποιες συναντήσεις για θέματα της αιολικής ένωσης, αλλά οι Αιολείς δεν είχαν ούτε κοινό συνέδριο της ένωσης σε περίπτωση κρίσεων, ούτε συμμαχική κυβέρνηση.

Η αιολική Κύμη, μαζί με τις πόλεις της Εύβοιας, Χαλκίδα και Ερέτρια, ίδρυσαν στα μέσα του 8ου αι. π.Χ. την Κύμη, την πρώτη ελληνική αποικία στην ιταλική ενδοχώρα. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, η Κύμη ήταν η γενέτειρα του Δίου, πατρός του Ησιόδου, που μετανάστευσε εκεί από τη Βοιωτία.

Κατά τον Στράβωνα (βλ. βιβλίο ΙΓ), η αιολική Κύμη ιδρύθηκε στη μικρασιατική Φρυγία από  Λοκρούς, Θεσσαλούς και ίσως Βοιωτούς Αιολείς, συγκεκριμένα από εκείνους που διαχώρισαν την πορεία τους και που δεν εκπορεύθηκαν από τα νησιά , αλλά κατευθύνθηκαν κατευθείαν στην Μικρά Ασία (βλ. Huxley, 1966). Κατά την άφιξή τους, οι  έποικοι κινήθηκαν προς τα νότια κατά μήκος της ακτής και στην πορεία τους νικώντας τους βάρβαρους, ίδρυσαν στη θέση των οικισμών που διέμεναν αυτοί ελληνικές αποικίες. Πρώτη εξ αυτών ήταν η Κύμη. Αυτά τα γεγονότα χρονολογούνται στα τέλη του 11ου αι. (βλ. Boardman, 1989). Από την ιστορία της αποικίας, είναι ελάχιστα γνωστά, αν και εδώ τον 8ο αι. έζησε ο πατέρας του φημισμένου ποιητή Ησιόδου, για τον οποίο γνωρίζουμε, ότι στη συνέχεια επέστρεψε στην ιστορική πατρίδα του, τη Βοιωτία (βλ. Boardman, 1980 – Yailenko, 1990). Στα τέλη του 7ου με αρχές του 6ου αι. π.Χ. οι άποικοι της Κύμης μαζί με αποίκους της Λέσβου ίδρυσαν την αποικία Αίνος στο βόρειο Αιγαίο (βλ. Λουκοπούλου, 1989).

 

Άγιος Κωνσταντίνος Αγρινίου 17.04.2019

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

About the Author:

Post a Comment

Mikrasiatis.gr