Δέσποινα Φαρασοπούλου. Μια γιαγιά 104 ετών από την Καππαδοκία

0
10203

img_20170104_135805_1cs-1021x580

Όταν ανέβηκε πάνω στο βαπόρι με τους δικούς της ήταν δέκα ετών. Εκείνο το ταξίδι, θυμάται σήμερα στα 104 της χρόνια, διήρκεσε 18 μέρες. Ένας πάνω στον άλλο με την πίκρα του ξεριζωμού να τους συντροφεύει και την αγωνία για την επόμενη μέρα.

Η Δέσποινα Φαρασοπούλου από την Κομοτηνή, θυμάται πώς κατά τη διάρκεια του ταξιδιού πολλοί έχασαν τη ζωή τους και το καράβι με τους ξεριζωμένους πρόσφυγες το «ακολουθούσαν» δεκάδες πτώματα που επέπλεαν μέχρι που κάποιος πρότεινε να βάζουν στις σορούς κάτι βαρύ που θα τραβά στον βυθό της θάλασσας τα πτώματα.

«Το ταξίδι κράτησε δεκαοκτώ μέρες» λέει ξανά και σημειώνει για τη ζωή στην Καππαδοκία «ζούσαμε πάντα με το φόβο. Οι Τούρκοι ζητούσαν συνέχεια λεφτά για να μην μας πειράξουν. Κι ο παππούς μου για να προστατέψει την οικογένεια, ό,τι είχε το έδινε. Δούλευε το Χειμώνα στο Γιαχανέ και το καλοκαίρι ήταν μαζί μας στα χωράφια. Οι γυναίκες έκαναν όλες τις δουλειές.»

 

Όταν ερχόταν οι Τσέτες, η γιαγιά Δέσποινα, που μεγάλωσε ορφανή από πατέρα, θυμάται καλά πως όλοι κρύβονταν στα μνήματα των Τούρκων για να γλυτώσουν. «Επειδή ήταν οι πέτρες- οι πλάκες υψηλές. Ένας δρόμος χώριζε τα σπίτια μας. Καθόμασταν πίσω από τις πέτρες και περιμέναμε να φύγουν για να επιστρέψουμε. Κάναμε και κουλούρια να έχουμε να τρώμε, αλλά εκείνη την ώρα ποιός είναι ψύχραιμος για να σκεφτεί το φαγητό;»

Το 1924 ήρθαν στην Ελλάδα. Για λόγους καραντίνας παρέμειναν είκοσι μέρες αποκλεισμένοι. Τους άφησαν να φύγουν, αφού πρώτα κούρεψαν τα μαλλιά τους. «Όλοι στεναχωρηθήκαμε πολύ. Εγώ από τότε μαλλί ξανά δεν έκοψα. Πολύς κόσμος «έφυγε» στη διάρκεια της διαδρομής. Εμείς χάσαμε ένα μικρό κοριτσάκι, δεν άντεξε το καημένο. «Καθαριστήκαμε» στη Δράμα, είχαμε συγγενείς εκεί, και μετά πήγαμε στην Αρίσβη. Όπου βρήκαμε άδειο σπίτι, μπήκαμε».

Όσον αφορά στις αντιδράσεις των ντόπιων σημειώνει «Μας έλεγαν κατσίβελους. Ειδικά μερικοί δεν μας φέρθηκαν καλά. «Να μάθετε ελληνικά» μας έλεγαν. «θα τα μάθουμε» απαντούσαμε εμείς.»

Από το 1924 η γιαγιά Δέσποινα επισκέφτηκε μια φορά την Καππαδοκία. «Πήγαμε με τον άντρα μου μια φορά, δεν πήγαμε ποτέ ξανά. Το μοναστήρι της Αγίας Κυριακής που είχαμε το βρήκαμε. Λένε πως ένας Τούρκος πήγε να πάρει την πόρτα του και έπεσε κάτω σαν να του έδωσε κάποιος ένα δυνατό χαστούκι και δεν σηκώθηκε ξανά. Ακόμη και οι Τούρκοι πήγαιναν κι άναβαν κεριά. Τα ντουβάρια ήταν κατάμαυρα. Πίστευαν κι εκείνοι πολύ».
Φώτο:Δέσποινα Φαρασοπούλου Φωτογράφος:Μαρία Νικολάου
ert.gr

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ