By 10 Δεκεμβρίου 2009 0 Comments

Αρχαία και βυζαντινή Σμύρνη

Αρχαία και βυζαντινή Σμύρνη

Tου Πέτρου Μεχτίδη*

Τα δραματικά γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής και η πυρπόληση της Σμύρνης το 1922 είναι γεγονότα που- δικαιολογημένα ίσως- μάς οδηγούνε σε μία πιο συστηματική μελέτη της νεότερης ιστορίας της Σμύρνης ξεχνώντας ότι το 1922 τερματίστηκε με τον πιο βίαιο τρόπο η τρισχιλιετής Ελληνική παρουσία στην περιοχή.

Οι αρχαίοι μύθοι συνδέουν τη Σμύρνη με τις Αμαζόνες, τους Λέλεγες, τους Λυδούς, τον Τάνταλο και τη μετανάστευση των Ετρούσκων από τη Μ. Ασία προς την Ιταλία. Το όνομα της η πόλη το πήρε από την Αμαζόνα Σμύρνη. Οι αναφορές στις Αμαζόνες της Μ. Ασίας θεωρείται ότι προέρχονται από μία πιθανή παρανόηση της ενδυμασίας των Χετταίων από τους πρώτους Έλληνες αποίκους της περιοχής. Ο μύθος που αναφέρει τη Σμύρνη ως πρωτεύουσα του Ταντάλου, ο οποίος επιτέθηκε στο Ίλιον- Τροία δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται αφού υπήρχε ισχυρή η παράδοση ανάμεσα στους κατοίκους ότι η πόλη του Ταντάλου βρισκόταν δυτικότερα, στις πλαγιές του όρους Σίπυλος. Εκτός αυτού, η αρχαϊκή Σμύρνη που αποκαλύφθηκε από τις ανασκαφές της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής της Αθήνας και του Πανεπιστημίου της Άγκυρας από τους John Cook και Ekrem Akurgal από το 1948- 51 και 1966- 93 δεν ήταν παρά ένας μικρός οικισμός σε σχέση με την Τροία.

Οι συστηματικές ανασκαφές στο προάστιο Bayrakli της Σμύρνης αποκάλυψαν διάφορες οικιστικές φάσεις από την 3η χιλιετία π.Χ. έως και την κλασική περίοδο. Ο οικισμός της 2ης χιλιετίας π.Χ. είχε σχέσεις τόσο με τους πολιτισμούς του Αιγαίου όσο και με το εσωτερικό της Ανατολίας. Όμως ακόμα αναζητείται το όνομα με το οποίο πιθανώς αναφερόταν στα χετταϊκά αρχεία όπως και η σχέση που ίσως είχε με τα δύο ανάγλυφα χετταϊκής τέχνης λίγα χιλιόμετρα προς το εσωτερικό. Οι Αιολείς άποικοι εγκαθίστανται περίπου το 1000 π.Χ., όπως τουλάχιστον προκύπτει από την κεραμική που αποκαλύφθηκε. Τον 9ο αιώνα π.Χ. ο οικισμός προστατεύτηκε με ισχυρό τείχος και αναπτύχθηκε κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. φτάνοντας τις 450 περίπου οικίες. Η κατάληψη της πόλης από Κολοφώνιους και η σταδιακή της μετατροπή σε ιωνική πόλη αναφέρεται από τον Ηρόδοτο. Την περίοδο αυτή οι κάτοικοι έχουν εμπορικές σχέσεις με τη Χίο και τη Λέσβο (εισαγωγή κρασιού), την Κόρινθο και την Αθήνα (Πρωτοκορινθιακή κεραμική και τύπου Διπύλου). Τον 7ο αιώνα άλλαξε ο σχεδιασμός της πόλης λόγω της επέκτασης του ιερού της Αθηνάς και η πόλη επεκτάθηκε στη γειτονική ακτή. Ο ναός της Αθηνάς χρονολογήθηκε στο 700 περίπου π.Χ. και θεωρείται ως ένας από τους παλαιότερους μνημειακούς ελληνικούς ναούς της Μ. Ασίας. Η Σμύρνη δεν διακρίθηκε στην ίδρυση αποικιών, αλλά ήταν περισσότερο μία αγροτική πόλη μικρότερη από τη γειτονική Κύμη και τις μεγαλύτερες ιωνικές Έφεσο, Ερυθραί και Μίλητο. Η πρώτη οικιστική φάση της Σμύρνης τερματίστηκε περίπου το 600 π.Χ., με την πολιορκία του Λυδού Αλυτάττη. Η άμυνα των κατοίκων περιγράφηκε από τον Ηρόδοτο, υμνήθηκε από το Μίμνερμο και επιβεβαιώθηκε ανασκαφικά με την εύρεση όπλων Σμυρναίων και Λυδών. Είκοσι χρόνια αργότερα άρχισε η επανακατοίκηση της πόλης, η οποία αναπτύχθηκε γρήγορα, όπως φαίνεται από τις πολλές πλούσιες ταφές σε Κλαζομενιακές σαρκοφάγους. Η νέα καταστροφή στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. φαίνεται να σχετίζεται με την αποτυχημένη ιωνική επανάσταση. Κατά τον 5ο αιώνα η Σμύρνη συνέχισε να είναι ένα από σημαντικότερα λιμάνια του Ερμαίου κόλπου, αλλά δεν συμμετείχε στην Αθηναϊκή- Δηλιακή συμμαχία. Τα αρχαιολογικά δεδομένα πριν την επανίδρυση της Σμύρνης κατά τον 4ο αιώνα δείχνουν μία ακμάζουσα πόλη και διαψεύδουν την αναφορά του Στράβωνα «διετέλεσε οικούμενη κωμηδόν». Οι κώμες αυτές αναζητούνται στο όρος Τμώλος, όπου και το αναφερόμενο από τον Παυσανία ιερό των Νεμέσεων με τα αγάλματα των Χαρίτων, έργο του Βουπάλου.

Η τοπική παράδοση για επανίδρυση της πόλης από τον Αλέξανδρο αναφέρεται από τον Παυσανία. Αντίθετα ο Στράβων τη θεωρεί ίδρυμα του Αντίγονου και του Λυσίμαχου. Η σύνδεση των δυο παραδόσεων γίνεται με την υπόθεση ότι ο Αλέξανδρος σχεδίασε και οι διάδοχοί του υλοποίησαν το σχέδιο. Πάντως η εγκατάλειψη της «παλαιάς Σμύρνης» χρονολογήθηκε στα χρόνια του Αλεξάνδρου.

Η ανασύνθεση της ιστορίας και της τοπογραφίας της ελληνιστικής και ρωμαϊκής Σμύρνης είναι περισσότερο δυνατή μέσα από τις αρχαίες πηγές και λιγότερο από τις ανασκαφές σε μία πόλη ταχύτατα αναπτυσσόμενη. Οι μόνες ανασκαφές έγιναν τη δεκαετία του 1930 νότια του όρους Πάγου και αποκάλυψαν τη δημόσια αγορά και το βωμό του Δία. Η Σμύρνη έφτασε να έχει πληθυσμό 100.000 κατοίκων και ήταν απλωμένη στις πλαγιές του όρους Πάγος, δυτικότερα προς το λιμάνι, όπου ο ναός της Μεγάλης Μητέρας, η σιταποθήκη του Αδριανού και η εμπορική αγορά. Οι δύο μεγάλες πλακόστρωτοι οδοί της πόλης ήταν η Ιερά Οδός και η Χρυσή Οδός με κατεύθυνση ανατολή- δύση. Η πόλη προστατευόταν από Λυσιμάχεια τείχη με τρεις πύλες και την ακρόπολη στην νότια ράχη του όρους Πάγος. Τμήμα των τειχών σωζόταν έως τον 19ο αιώνα, όπως μαρτυρούν δυτικοί περιηγητές. Λίγα τμήματα από το θέατρο της Σμύρνης, του 2ου αιώνα μ.Χ., σώζονταν έως και τη δεκαετία του 1950 στη βορειοδυτική πλαγιά του όρους Πάγου. Από τα ελάχιστα στοιχεία υπολογίστηκε η χωρητικότητα σε 16.000 θεατές.

Η Σμύρνη κατά τους βυζαντινούς χρόνους εξελίχτηκε στο σημαντικότερο λιμάνι των παραλίων της δυτικής Μ. Ασίας μετά την παρακμή της Εφέσου και της Μιλήτου από τις προσχώσεις του Κάυστρου και του Μαιάνδρου. Παρά τις επισκευές των τειχών από τον Αρκάδιο και τον Ηράκλειο οι Άραβες με αρχηγό τον Muawiya λεηλατησαν την πόλη το 654 και την κατέλαβαν το 672/3. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος την αναφέρει ως πόλη του θέματος Θρακησίων και πρωτεύουσα του θέματος Σάμου. Έως το 1097 την πόλη κατείχε ο Σελτζούκος Τζαχάς διενεργώντας επιδρομές στα γειτονικά παράλια και νησιά.

Η Σμύρνη προστατευόταν από την ακρόπολη στο λόφο Πάγο, η οποία επισκευάστηκε στα χρόνια του Ιωάννη Κομνηνού (1118- 1143), από το «παλαιόν κάστρον της Σμύρνης» και το «φρούριο του Αγίου Πέτρου», που προστάτευε το λιμάνι.

Η πόλη κατελήφθη από τους Τούρκους του εμιράτου του Αϊδινίου το 1317. Το 1344 στόλος ιπποτών Hospitallers, Βενετών και Κυπρίων ανακατέλαβε την πόλη, την οποία και ήλεγχαν έως το 1402 και την καταστροφή από τον Ταμερλάνο. Η καταστροφή περιγράφηκε με τρόμο από τον Μιχαήλ Δούκα: «… Μόλις κατέλαβαν την ακρόπολη, συγκέντρωσαν σε ένα σημείο τους αιχμαλώτους, που μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά ξεπερνούσαν τους χίλιους και τους οδήγησαν εμπρός στον Τεμήρ ο οποίος έδωσε εντολή να αποκοπεί δια ξίφους το κεφάλι όλων. Μάλιστα έχτισε ένα πύργο, συναρμόζοντας μία πέτρα με ένα κεφάλι…έτσι που όλα τα πρόσωπα κοιτούσαν προς την εξωτερική επιφάνεια. Μάτια ανθρώπου δεν είχαν ποτέ ξαναδεί παρόμοιο φρικτό και κτηνώδες ανοσιούργημα» (Μιχαήλ Δούκας «Βυζαντινοτουρκική Ιστορία» XVII, 4 Μετάφραση Βρ. Καραλής). Για να ανακάμψει η Σμύρνη από αυτόν τον τρόμο έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια.

smyrna-pm

a. Το βυζαντινό κάστρο της Σμύρνης (λόφος του Πάγου, Κατιφέ καλέ) σε επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ου αιώνα

Βιβλιογραφία:

· J. M. Cook «The Greeks in the East» (1962)

· J. M. Cook «Old Smyrna 1948- 1951» (B.S.A. 53-54)

· «The Oxford dictionary of Byzantium», Συλλογική Έκδοση, «Oxford University Press», Ν. Υόρκη- Οξφόρδη, 1991

· J. Dedeoglu «Izmir archaeological museum» (1993)

· Π. Μεχτίδης «Ιωνία: Η ιστορία, ο πολιτισμός και τα μνημεία» (Βάνιας 2005)

*  Πέτρος Στ.  Μεχτίδης, Αρχαιολόγος -Συντηρητής Εργων Τέχνης, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

About the Author:

Post a Comment

Mikrasiatis.gr