Ανακαλύπτοντας ένα σπάνιο φωτογραφικό αρχείο

0
547

fokaia_2_0

Τα 90 τόσα χρόνια που χωρίζουν τις φωτογραφικές μαρτυρίες αυτές με το σήμερα, είναι ακριβώς μία γενιά ολόκληρη. Αυτή η γενιά των τελευταίων Ελλήνων που έζησαν στις αρχές του 20ού αιώνα στα μικρασιατικά παράλια, είχε την ατυχία να ζήσει όχι ένα, αλλά δύο διωγμούς, το 1914 και 1922. Ο πρώτος διωγμός του Ιουνίου τού 1914 που τον έζησαν κυρίως οι κάτοικοι της περιοχής της Παλαιάς και της Νέας Φώκαιας, έμεινε άγνωστος στη συλλογική μνήμη λόγω απουσίας φωτογραφικών τεκμηρίων. Τα μόνα τεκμήρια που είχαμε, ήτανε μνήμες άυλες, αυτές που έφεραν μαζί τους οι Φωκιανοί πρόσφυγες, αυτές που μπόρεσαν και κράτησαν σα φυλακτά βαθιά μέσα στην ψυχή τους.

Με τις αφηγήσεις στα παιδιά και στα εγγόνια τους καταφέρανε όσο μπορούσαν να μεταφέρουν έως τις μέρες μας την εικόνα της χαμένης τους πατρίδας. Μια εικόνα, που όσο περνούσε ο καιρός και έφευγε ο ένας μετά τον άλλον από τη ζωή, χανότανε και αυτή σιγά – σιγά.

 

Οι φωτογραφίες τού Σαρτιώ

Η εύρεση των φωτογραφιών τού Φελίξ Σαρτιώ, όμως, έρχεται να συγκεκριμενοποιήσει μια για πάντα την ιστορία, αλλά και το δράμα αυτού του τόπου. Ενός τόπου με ιδιαίτερα ένδοξη ιστορία. Οι Φωκιανοί είναι αυτοί που στον 6ο αιώνα π.Χ. ίδρυσαν την πόλη της Μασσαλίας, αλλά και άλλες αποικίες, και έτσι διέδωσαν στα νότια παράλια της Γαλλίας και στη δυτική Μεσόγειο τον ελληνισμό.

Στις φωτογραφίες διακρίνεται καπνός να βγαίνει από κάποια συνοικία στη Χερσόνησο, καμμένα και λεηλατημένα σπίτια, πτώματα στην παραλία, κόσμο στο γιαλό να επιβιβάζεται σε βάρκες και πλοιάρια για να μεταφερθεί στην απέναντι όχθη, στη Μυτιλήνη, στη Θεσσαλονίκη ή τον Πειραιά. Μερικές με γαλλικές λεζάντες «Φώκαια, γεγονότα 1914». Η ταυτοποίηση του φωτογράφου με το Γάλλο αρχαιολόγο Φελίξ Σαρτιώ έγινε με την ανακάλυψη ότι είχε γραφτεί το 1914 από αυτόν με το τίτλο «Le sac de Phocée et l’expulsion des Grecs ottomans d’Asie-Mineure» (Η λεηλασία της Φώκαιας και ο διωγμός των Ελλήνων Οθωμανών της Μικράς Ασίας).

Έτσι, η Ιστορία μάς χτύπησε την πόρτα και μας ζήτησε να μεσολαβήσουμε για να παρουσιάσουμε τη «Μνήμη» στους νόμιμους κατόχους της. Βρήκε ότι ο χρόνος που πέρασε, ήταν αρκετός, αλλά έπρεπε να βιαστεί να προλάβει έστω και έναν που να έχει βιώσει το διωγμό και να είναι ακόμα εν ζωή.

Η έκδοση του Φελίξ Σαρτιώ για τη Φώκαια

fokaia_1_0

«… Οι πόρτες και τα παραθυρόφυλλα, που είχαν φροντίσει να τα κλείσουν, έχουν παραβιαστεί».

Ουρλιαχτά ακούγονται, αλαλιασμένοι άνθρωποι φεύγουν τρέχοντας με τα ρούχα σκισμένα και το πρόσωπο ματωμένο, ενώ οι πληγωμένοι σέρνονται στο κατώφλι. Όσοι επιτιθέμενοι είχαν μπει με τη βία στα σπίτια, βγαίνουν με τις αγκαλιές φορτωμένες μπόγους, που τους στοιβάζουν βιαστικά μέσα σε μεγάλα κοφίνια πάνω στα ζώα τους. Ένας φίλος μας, ο Παναγιώτης Παναγιωτάκου, είναι στο σπίτι του, πολύ κοντά μας, μαζί με την αδελφή και την κόρη του. Σαρικοφόροι Τούρκοι εισβάλλουν. Βλέπω την ψηλή κορμοστασιά του να ορθώνεται μπροστά στις δυο γυναίκες. Εκτείνει τα χέρια για να τις προστατεύσει. Του ρίχνουν στην κοιλιά, και αρχίζει να παραπαίει πηγαίνοντας προς τη θάλασσα. Δεν έχει προλάβει να κάνει λίγα βήματα, και δεύτερος πυροβολισμός στην πλάτη τον ξαπλώνει καταγής. Η αδελφή του το βάζει στα πόδια, την παίρνουν στο κατόπι, ο ένας την πνίγει στη θάλασσα. Η κόρη του τρέχει προς εμάς, ουρλιάζοντας φοβισμένη. Για να την προστατεύσουμε, την μπάζουμε σε ένα από τα σπίτια μας.

Επικρατεί τέτοιος πανικός ώστε άλλη γυναίκα πνίγεται μπροστά στα μάτια μας, σε σημείο της ακτής όπου το νερό δεν ξεπερνάει τους 60 πόντους. Το πλήθος ορμάει προς τις προκυμαίες, αναζητώντας με το βλέμμα πλεούμενα για να φύγει. Όλα σχεδόν τα πλεούμενα έχουν εξαφανιστεί από την προηγουμένη. Φωνές φρίκης απαντούν στους πυροβολισμούς. Εγκαταλείπω την ιδέα να περιγράψω όλες τις σκηνές που διαδραματίζονται μπροστά μας. Η συνοικία μας βρίσκεται στην άκρη της θάλασσας, τα σπίτια είναι αραιά χτισμένα, με κήπους γύρω. Η περιοχή είναι ανοιχτή και σχετικά εύκολα μπορείς να φύγεις και να ξεφύγεις από τους φονιάδες. Τι να έγινε στα λαβυρινθώδη σοκάκια, όπου είναι κρυμμένος ο όγκος του πληθυσμού; Τι φρικαλεότητες να έγιναν στη σκιά, μακριά από το επικριτικό μας βλέμμα; Δε θα το μάθουμε ποτέ.

Οι θύτες

Σύντομα καταφέρνω να ελέγξω τη συγκίνησή μου και παρατηρώ αυτούς που μας επιτίθενται. Πολλοί με πλησιάζουν και μου απλώνουν το χέρι. Αναγνωρίζω μερικούς. Ένας από τους συντρόφους μας, που κατοικεί στην περιοχή από πολλά χρόνια, αναγνωρίζει περισσότερους. Είναι όλοι χωρικοί από τα γύρω τούρκικα χωριά, το Ουλουμπουνάρ, το Κοζμπεαλί, το Ισικκιεβέ, το Γενίκιοϊ, που τα επισκέφθηκα για καιρό αναζητώντας αρχαιότητες. Δεν είναι ούτε έποικοι από τη Μακεδονία ούτε επαγγελματίες ληστές. Είναι οι συνήθως τόσο πράοι, τόσο ειρηνικοί και τίμιοι άνθρωποι, με ηρεμία και γλύκα παροιμιώδη, όπως έγραφε πολύ σωστά η Αυτού Εξοχότητα ο Σαΐντ Χαλίμ πασάς. Με έχουν φιλοξενήσει επανειλημμένα. Είναι προφανές ότι δεν ενεργούν αυτοβούλως. Μας το λένε οι ίδιοι: «Λάβαμε διαταγές, τις εκτελούμε, απλώς αποδίδουμε δικαιοσύνη».
Λεηλατούν, πυρπολούν, σκοτώνουν ψυχρά, χωρίς μίσος, κατά μια έννοια μεθοδικά. Επικεφαλής τους είναι δύο άτομα που πολλοί τα γνωρίζουν στην περιοχή ως ενεργά μέλη της Τοπικής Επιτροπής «Ένωση και Πρόοδος». Εφαρμόζουν πρόγραμμα που τους το έχουν σχεδιάσει, στο όνομα των ανώτερων συμφερόντων της Αυτοκρατορίας και της θρησκείας. Η λεηλασία, οι προσωπικές εκδικήσεις, ο βιασμός είναι ο μισθός τους.

   

Ο αρχαιολόγος, Φελίξ Σαρτιώ

Ποιο χέρι κατευθύνει αυτούς τους άμοιρους; Τα όπλα που κρατούν, είναι του κράτους, ντουφέκια Μαρτίνι και βραχύκαννα μουσκέτα πυροβολικού. Ποιος τους εξόπλισε με τόσα όπλα και κανονικά πολεμοφόδια; Οι τοπικές αρχές είναι μιλημένες, αφού δεν πάρθηκε κανένα μέτρο προστασίας και, εκτός από τους τέσσερις δικούς μας χωροφύλακες, κανένας άνδρας της τριανταμελούς φρουράς, κανένας αξιωματικός δεν έκανε έστω μια κίνηση για να εμποδίσει φόνο ή λεηλασία. Ο γενικός κυβερνήτης Ραχμί Μπέης είχε προειδοποιηθεί εν ευθέτω χρόνω. Καμμιά πενηνταριά άνδρες και μαζί οι τριάντα χωροφύλακες της Φώκαιας θα είχαν σταματήσει την κίνηση. Τι λέω, ένας μονάχα απεσταλμένος, με διαταγή ανωτέρου, θα αρκούσε. Οι κινήσεις των τεσσάρων χωροφυλάκων προστάτευσαν πλήρως τα σπίτια μας. Ο Ραχμί Μπέης δεν είναι ο μόνος υπεύθυνος. Ολόκληρη η ακτή, από το Ισμίντ, στα ανατολικά της θάλασσας του Μαρμαρά, μέχρι τον Τσεσμέ, στα νότια της Σμύρνης, έχει υποστεί παρόμοιες καταστροφές.
Ο βαλής της Προύσσας, ο μουττεσαρίφ (έπαρχος) των Δαρδανελλίων είναι επίσης ανακατεμένοι, όπως ανακατεύτηκε, μερικές εβδομάδες πριν, ο βαλής της Αδριανούπολης.

Η οργάνωση δίνει, άρα, διαταγές στους γενικούς κυβερνήτες των επαρχιών. Είναι δεν είναι πέντε χρόνια που η κυβέρνηση Νεοτούρκων εγκαινίαζε το Σύνταγμα με τη σφαγή 25.000 Αρμενίων στα Άδανα και την Ταρσό, παρουσία των καταδρομικών των Μεγάλων Δυνάμεων. Το 1895, 150.000 Αρμένιοι σφαγιάστηκαν στην αυτοκρατορία και πολλοί μπροστά στα μάτια των πρεσβευτών στην Κωνσταντινούπολη. Μπορούμε άραγε να ελπίζουμε ότι η Ευρώπη θα ενδιαφερθεί για την τύχη του δύστυχου αυτού πληθυσμού της Μικράς Ασίας, που τα δικαιώματά του στη χώρα και οι παλιές παραδόσεις, αν εξαιρέσουμε το αίσθημα της ανθρωπιάς, μετρούν δυστυχώς ελάχιστα, προκειμένου να αντιμετωπιστούν με καλοσύνη και έλεος, μπροστά στα μεγάλα συμφέροντα που διαιρούν τις Δυνάμεις;

 Ο Φελίξ Σαρτιώ με Έλληνες στη Φώκαια

Η εθνική εκκαθάριση

Όλη τη μέρα του Σαββάτου 13 Ιουνίου, μέχρι τις επτά περίπου το βράδυ, εκτυλίσσονται ταυτόχρονα οι σκηνές των δυο μεγάλων πράξεων του δράματος: η οικτρή έξοδος και η αναίσχυντη λεηλασία. Τρεις χιλιάδες οκτακόσιοι Έλληνες Οθωμανοί έφυγαν για τη Θεσσαλονίκη με το πρώτο πλοίο και δυο χιλιάδες περίπου με το δεύτερο για τον Πειραιά. Τηλεγράφησα ήδη από το πρωί στη Σμύρνη για να μας στείλουν κι άλλα πλοία. Υπάρχουν επτά χιλιάδες Έλληνες στην Παλαιά Φώκαια (7.077, σύμφωνα με την επίσημη τουρκική στατιστική τού 1913). Πρόσφυγες από τα γύρω χωριά ενώθηκαν μαζί τους. Τα δυο πρώτα πλοία δεν μπορούσαν να τους χωρέσουν. Δυο ρυμουλκά που έστειλε αμέσως ένας γενναιόδωρος Γάλλος της Σμύρνης, ο κ. Γκυφραί, φτάνουν υπό τη σημαία μας το απόγευμα και ξαναφεύγουν φορτωμένα για τη Μυτιλήνη.

Καθώς τα σπίτια μας αδειάζουν από τους πρόσφυγες της προηγουμένης, γεμίζουν ξανά από νεοφερμένους, που ασφαλείς απέναντι στις βιαιότητες αισθάνονται μόνον κάτω από τη δική μας στέγη. Τη ζωή τους την οφείλουν αποκλειστικά στο ότι παράτησαν τα πάντα. Οι περισσότεροι φορούν σκισμένα ρούχα, πολλοί είναι μέσα στα αίματα. Με την ορμή που είχε η επίθεση και ο διωγμός, δεν μπόρεσαν να πάρουν ούτε ψωμί για το δρόμο.

Πλούσιοι προύχοντες της περιοχής φεύγουν ξυπόλυτοι, τους έχουν πάρει μέχρι και τα παπούτσια τους. Τα παιδιά κλαίνε ψάχνοντας τους γονείς τους. Δεν αποκαλύπτουμε σε μια μητέρα ότι τα δυο μωρά της δολοφονήθηκαν. Περιμαζεύουμε στο δρόμο αρτιγέννητο βρέφος, δεν καταφέρνουμε όμως να βρούμε τη μάνα του και το αναθέτουμε σε άλλη γυναίκα που θηλάζει το δικό της. Γυναίκες ρίχνονται στο λαιμό μας, μας ικετεύουν να βρούμε τον άντρα ή τον πατέρα τους, τις κόρες τους, που τις βίασαν ή τις απήγαγαν. Οι πιο συγκινητικές σκηνές είναι ο αποχαιρετισμός των παλιών και καλών μας φίλων.

Άλλοι με αγκαλιάζουν και με λυγμούς μού εκφράζουν την αιώνια ευγνωμοσύνη τους. Άλλοι καταφέρνουν και ελέγχουν τον πόνο τους, μου απλώνουν τα δυο χέρια, ενώ με τα γλυκά και αγαθά βλέμματά τους καρφωμένα για ώρα στο δικό μου, βουτούν μέχρι τα βάθη της ψυχής μου σε ένα τελευταίο και βουβό «αντίο»…

Στις 13, όλη τη μέρα, με βάρκες να πηγαινοέρχονται ανάμεσα στην ακτή και με τα ρυμουλκά τα οποία ζήτησα να έρθουν από τη Σμύρνη, οργανώνουμε την έξοδο των άμοιρων ανθρώπων, που είχαν συγκεντρώσει εδώ, στην προγονική τους γη, τους καρπούς της δουλειάς τους, τις αποταμιεύσεις, τις μνήμες τους. Έφυγαν χωρίς το παραμικρό, αφού τους άρπαξαν ό,τι είχαν και δεν είχαν. Μαζί τους πήραν μονάχα ό,τι ρούχα φορούσαν πάνω τους, αφού από ορισμένους άρπαξαν ακόμα και τα παπούτσια. Στην προκυμαία, όπου τους επιβιβάζουμε στα πλεούμενα, τους ταλαιπωρούν και πάλι, αρπάζοντας οι άπληστοι από τις γυναίκες δέματα με κουρέλια και υποβάλλοντας σε σωματική έρευνα άντρες, γυναίκες και παιδιά για να τους πάρουν τα πουγκιά τους και ό,τι μικροαντικείμενα μπορεί να έκρυβαν πάνω τους.

 Φωκιανοί πρόσφυγες στη Μυτιλήνη

Στις επτά το βράδυ, όλα έχουν τελειώσει. Η καταστροφή έχει συντελεστεί. Σιωπή και ερείπια στην ερημωμένη πολίχνη όπου μόλις την προηγουμένη έθαλλε ειρηνική και ευτυχισμένη η ζωή, η χαρά και η εργασία, κάτω από τον κατακάθαρο ουρανό, μέσα στο φως του ήλιου της Ανατολής.

Τα ίδια γεγονότα παρατηρήθηκαν σε όλες τις παράκτιες περιοχές από την Προύσσα μέχρι τα νότια της Σμύρνης. Όταν έφυγα από την Ανατολή τον Ιούλιο του 1914, ο αριθμός των εκδιωγμένων ανερχόταν σε εκατόν είκοσι περίπου χιλιάδες. Υπολόγιζα ότι τα κέρδη από την όλη επιχείρηση, όσον αφορά τα ιδιόκτητα κτήρια και τα κοπάδια μόνο, ανέρχονταν σε πέντε εκατομμύρια. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι άρπαγες και οι σφαγείς ικανοποίησαν πλήρως και με τρόπο αριστοτεχνικό τα άγρια ένστικτά τους…

(Το κείμενο αυτό του Φελίξ Σαρτιώ μεταφράστηκε από το Χάρη Γιακουμή και δημοσιεύτηκε στο δίγλωσσο λεύκωμα «Phocée 1913 – 1914. Le témoignage de Félix Sartiaux», εκδ. Kallimages, Παρίσι, 2008)

Χάρης Γιακουμής

emprosnet.gr

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here