93 χρόνια μικρασιατικού ελληνισμού

0
706

thumb_640

Είναι μεγάλη μου τιμή να βρίσκομαι σήμερα εδώ για να εκφωνήσω αυτή την ομιλία, ουσιαστικά να πω δυο λόγια για ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της νεοελληνικής ιστορίας, μια σελίδα οδυνηρή του εθνικού μας βίου του 20ου αιώνα: τους διωγμούς εναντίον του Ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης, της Δυτικής Μικράς Ασίας και του Πόντου από το 1908-1920, με αποκορύφωμα τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.

Ένα κεφάλαιο της ιστορίας μας που με αγγίζει και προσωπικά, μια και οι δυο παππούδες μου, τόσο από τη μεριά του πατέρα μου, όσο και από τη μεριά της μητέρας μου, ήταν πρόσφυγες Μικρασιάτες, οι μεν από τη Σμύρνη (Βουρλά), οι δε από το Εγγλεζονήσι, ένα μικρό νησάκι στον κόλπο της Σμύρνης, οι οποίοι μετέπειτα εγκαταστάθηκαν στη Νέα Ιωνία Βόλου, κατεξοχήν προσφυγικό συνοικισμό. [Αυτή τη μικρασιατική καταγωγή την καμαρώνουμε οικογενειακώς ιδιαίτερα.]

Ας δούμε όμως συνοπτικά τα ιστορικά γεγονότα ως είχαν: ήδη από το 1908 το εθνικιστικό κίνημα του Κεμάλ με τους Νεότουρκους προσπάθησε να μειώσει την επιρροή των χριστιανικών πληθυσμών του οθωμανικού κράτους. Η πολιτική του εκτουρκισμού και των διωγμών εντάθηκε ακόμη περισσότερο μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-13.

Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και με το πρόσχημα της ασφάλειας των τουρκικών πόλεων, μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού εκτοπίζεται προς τη μικρασιατική ενδοχώρα, όπου μακριά από το Πατριαρχείο και χωρίς ελληνικά σχολεία  εξαναγκάζεται να εκτουρκιστεί. Πρώτα θύματα υπήρξαν οι Έλληνες κάτοικοι της Ανατολικής Θράκης που εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους στις αρχές του 1914, ενώ σταδιακά οι διώξεις επεκτάθηκαν στη δυτική Μικρά Ασία και τον Πόντο.

Τα καταπιεστικά μέτρα των Νεοτούρκων συνοψίζονται στα εξής:
Α) Έκτακτες οικονομικές επιβαρύνσεις των ελληνοφώνων χριστιανών υπηκόων για τις ανάγκες του πολέμου.

Β) Εμπόδια στις οικονομικές δραστηριότητες του ελληνικού πληθυσμού.

Γ) Βίαιες μετατοπίσεις στην τουρκική ενδοχώρα.

Δ) Το πιο εξοντωτικό όμως μέτρο ήταν τα λεγόμενα «τάγματα εργασίας» (τουρκ. αμελέ ταμπουρού), όπου αναγκάζονταν να υπηρετούν άνδρες αιχμάλωτοι. Ουσιαστικά επρόκειτο για στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στα βάθη της Μικράς Ασίας. Όσοι υπηρετούσαν σε αυτά δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία, στη διάνοιξη δρόμων και αλλού σε συνθήκες εξουθενωτικές. Τα αμελέ ταμπουρού τα περιγράφει πολύ παραστατικά και με έντονο δραματισμό ο Μικρασιάτης συγγραφέας μας, Ηλίας Βενέζης, στο συγκλονιστικό βιβλίο του «Το νούμερο 31.328».

Εκεί, ο συγγραφέας της «Αιολικής Γης», μάς διηγείται πώς τα τάγματα εργασίας αποτέλεσαν χώρο μαρτυρίου για χιλιάδες Έλληνες, οι οποίοι σύρθηκαν βίαια μέχρι εκεί (ανάμεσά τους κι ο ίδιος ο συγγραφέας), έχασαν την ταυτότητά τους, αντιπροσωπεύοντας απλώς ένα νούμερο σε ένα βασανιζόμενο πλήθος και υπέστησαν ανείπωτα βασανιστήρια, πόνο και εξευτελισμούς μέσα στη γενική φρίκη και τον παραλογισμό του πολέμου. Οι περισσότεροι πέθαιναν στην πορεία, περπατώντας, από τις κακουχίες, την κούραση, την πείνα και τη δίψα, οι δε «λιποτάκτες», συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν επί τόπου.

Στην εισαγωγή του συγκλονιστικού βιβλίου του ο Βενέζης συνοψίζει την τραγωδία που έζησε η γενιά του (και που οι ατσαλάκωτοι, όπως λέει, Ευρωπαίοι ούτε υποψιάζονταν) με τα εξής αλησμόνητα λόγια: «Δεν θέλω να μιλήσω για το ύφος του βιβλίου μου. Προτιμώ να μιλήσω για την καυτή ύλη, για τη σάρκα που στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες του. Για την ανθρώπινη καρδιά που σπαράζει, όχι για την ψυχή. Εδώ μέσα δεν υπάρχει ψυχή, δεν υπάρχει περιθώριο για ταξίδι σε χώρους της μεταφυσικής».

Στον Πόντο οι Έλληνες αποτελούσαν το 40% του πληθυσμού (ποσοστό εντυπωσιακό) και μαζί με τους Αρμένιους, κρατούσαν στα χέρια τους την οικονομική ζωή της περιοχής. Το 1915 το μεγαλύτερο μέρος του αρμένικου πληθυσμού της Τουρκίας σφαγιάστηκε. Και οι Έλληνες του Πόντου όμως δεν είχαν καλύτερη τύχη.

Με το τέλος τους Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα με αρχηγό τον Μουσταφά Κεμάλ βρισκόταν σε μεγάλη έξαρση και οι Τούρκοι τώρα και επίσημα προσπαθούν να εξοντώσουν το ελληνικό στοιχείο του Πόντου.

Το 1919 οι Πόντιοι μαζί με τους Αρμένιους και με την πρόσκαιρη υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης (ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος συνομίλησε με το Βενιζέλο στο Παρίσι την άνοιξη του 1919) προσπάθησαν να προωθήσουν το δημιουργία ενός αυτόνομου ελληνικού κράτους των Ελλήνων του Πόντου, στα πλαίσια μιας Ποντοαρμενικής Ομοσπονδίας. Το σχέδιο αυτό γρήγορα ματαιώθηκε και βάφτηκε στο αίμα: έκτακτα τουρκικά δικαστήρια θανάτωσαν βίαια δεκάδες Έλληνες Ποντίους που είχαν αναμιχθεί στην κίνηση αυτή ενώ στα χρόνια 1915-1922, περισσότεροι από 200.000 Έλληνες Πόντιοι χάθηκαν ή θανατώθηκαν.

Όλοι αυτοί οι συστηματικοί διωγμοί, αυτά τα πογκρώμ κατά του ελληνικού στοιχείου είχαν ως αποτέλεσμα οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, του Πόντου και της Μικράς Ασίας να καταφύγουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα ή ακόμα και σε άλλα κράτη, (όπως για παράδειγμα αρκετοί Πόντιοι κατέφυγαν στη Ν. Ρωσία).

Έτσι, μετά την εκκένωση περιοχών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από ελληνικούς πληθυσμούς, πρόσφυγες κατέφυγαν στην Ελλάδα από την Ανατολική Θράκη (256.000, αρχές του 14), από τη Δυτική Μικρά Ασία (πάνω από 600.000, Μάιος του 14, ποσοστό 51% των συνολικά εκτοπισμένων), από το Μαρμαρά και τον Πόντο (182.000, 1918) κι από την Κωνσταντινούπολη (38.000).

Το αποκορύφωμα όμως όλου αυτού του ξεριζωμού ήταν, όπως είπαμε και στην αρχή, η μικρασιατική καταστροφή του 1922, το οριστικό ναυάγιο της Μεγάλης Ιδέας. Φέτος συμπληρώνονται 93 χρόνια (1922-2015) και ευχόμαστε να αξιωθούμε να τιμήσουμε και τα 100 χρόνια του μικρασιατικού ελληνισμού. Συνολικά, 1.500.000 Έλληνες υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες που κατείχαν επί 2.500 χρόνια, τη γη των πατέρων τους και κρίθηκαν ‘ανταλλάξιμοι’ στην τότε ανταλλαγή πληθυσμών με τους μουσουλμάνους που κατοικούσαν στην Ελλάδα. (Ας σκεφτούμε πώς ακούγεται το επίθετο ‘ανταλλάξιμοι’.

Όπως έλεγε κι ο Γ. Σεφέρης στον «Τελευταίο Σταθμό»: για τι ανθρωπιά να μιλάμε όταν ο άνθρωπος έχει καταντήσει πραμάτεια, εμπόρευμα στα τραπέζια των διπλωματών. «Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε. Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς»).

Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των προσφύγων διοχετεύτηκε κατά κύριο λόγο στη Μακεδονία αλλά και σε άλλα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας μας (Στερεά Ελλάδα, Δυτική Θράκη, Θεσσαλία). Οι άνθρωποι αυτοί, ενώ στα σπίτια τους ήταν νοικοκυραίοι, ευκατάστατοι και –ας σημειωθεί- με υψηλό επίπεδο παιδείας και πολιτισμού, τα έχασαν όλα ξαφνικά και ξεκίνησαν από το μηδέν και μέσα από τις πιο αντίξοες συνθήκες πρόκοψαν και βοήθησαν και τον τόπο να πάει μπροστά (τόνωσαν την τοπική οικονομία, τη δημογραφική σύνθεση του ελληνικού πληθυσμού, πυκνώνοντάς τον σε περιοχές αραιοκατοικημένες, μπόλιασαν γόνιμα με τις παραδόσεις και τον πολιτισμό τους τη νεοελληνική κουλτούρα του 20ου αιώνα, κλπ).

Αν και οι πληθυσμοί αυτοί από την Τουρκία εκδιώχθηκαν ως Έλληνες, στην Ελλάδα, δυστυχώς, οι ντόπιοι πληθυσμοί τους αντιμετώπισαν με πολλή δυσπιστία, απωθώντας τους στις παρυφές των πόλεων σε βρώμικες συνοικίες, σε άθλιες συνθήκες και αποκαλώντας τους υποτιμητικά «Τουρκόσπορους». Η ενσωμάτωση των Μικρασιατών προσφύγων στη νεοελληνική κοινωνία υπήρξε μια πραγματική εποποιία της νεότερης ιστορίας μας.

Οι Έλληνες Μικρασιάτες δεν έχασαν το κουράγιο τους και, πάνω απ’ όλα, δεν ξέχασαν ποτέ τις πατρίδες τους, αντίθετα, ένιωθαν έντονη νοσταλγία και διατηρούσαν ζωντανή την ελπίδα της επιστροφής σε αυτές (με αυτή την ελπίδα θέλω να καταθέσω εδώ πως πέθανε και ο παππούς και ο προπάππους μου). Ο μεγάλος μας ποιητής, ο Αλεξανδρινός Κωνσταντίνος Καβάφης, θα γράψει: «Ω γη της Ιωνίας, σένα αγαπούν ακόμη, σένα η ψυχές των ενθυμούνται ακόμη» («ΙΩΝΙΚΟΝ»).

Εκείνος όμως από τους λογοτέχνες μας που κατεξοχήν επηρεάστηκε από το δράμα της προσφυγιάς και του ξεριζωμού, «την Ελλάδα των αρχαίων μνημείων και της σύγχρονης θλίψης», είναι ο Νομπελίστας Γιώργος Σεφέρης. Ο Σεφέρης καταγόταν από τη Σμύρνη και ο καημός για την τραγωδία της φυλής του έχει διαποτίσει βαθιά την ποίησή του, μια ποίηση που, όπως επισημαίνει εύστοχα ο Λίνος Πολίτης, έχει «τη θλίψη του ανθρώπου που συλλογίζεται πάνω στα ανθρώπινα κι ακόμα του Έλληνα με το κατακάθι της πίκρας για τις εθνικές περιπέτειες.»

Δεν θα ήθελα να μακρηγορήσω άλλο. Κλείνοντας, Θα επιθυμούσα μόνο να τονίσω την ανάγκη εμείς, οι Νεοέλληνες του 21ου αιώνα, να μην ξεχνάμε αυτές τις τραγικές σελίδες της ιστορίας μας, αυτά τα ατομικά και συλλογικά δράματα του παρελθόντος μας και να μην μιλάμε απλώς για «συνωστισμό» στην προκυμαία της Σμύρνης τον Αύγουστο του 22 ή για απλή «ανταλλαγή πληθυσμών». Οι μαρτυρίες πολλές και δραματικές, μπορεί να τις αναζητήσει κανείς συγκεντρωμένες στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού στην Αθήνα. Τη μνήμη αυτή την οφείλουμε στους προγόνους μας, στους παππούδες, προπαππούδες και τις γιαγιάδες μας.

Οι μνήμες είναι ακόμα νωπές. Θυμίζω ότι πριν από λίγα χρόνια πέθανε η Φιλιώ Χαϊδεμένου, η οποία περιγράφει τις συγκλονιστικές εμπειρίες που έζησε από πρώτο χέρι στο βιβλίο της «Τρεις αιώνες, μια ζωή. 1899-2005». Η «γιαγιά Φιλιώ» καταγόταν από τα Βουρλά της Σμύρνης και ταξίδεψε στα γεράματά της μέχρι εκεί, για να φέρει χώμα και σκόνη από την πατρίδα της και να το εναποθέσει στο Μουσείο Μικρασιατικού Ελληνισμού στη Νέα Φιλαδέλφεια, μουσείο που ιδρύθηκε με δική της πρωτοβουλία και επιμονή.

Οι άνθρωποι αυτοί, οι πρόσφυγες, χωρίς να έχουν φταίξει σε τίποτα, είδαν από τη μια μέρα στην άλλη τις ζωές τους να αλλάζουν δραματικά, ‘να πνίγονται στο αίμα και στο δάκρυ’ (όπως γράφει και η Διδώ Σωτηρίου στα Ματωμένα Χώματα) και να παίρνουν οριστικά το δρόμο της αιχμαλωσίας ή της προσφυγιάς, πεθαίνοντας τελικά με το απραγματοποίητο όνειρο της επιστροφής στις χαμένες πατρίδες.

Ομιλία εκφωνηθείσα από τη Στέλλα Π. Βουτσά
φιλόλογο Γυμνασίου Καλυθιών Ρόδου και Δρ. Λογοτεχνίας
στην επιμνημόσυνη δέηση για τους πεσόντες και  σφαγιασθέντες κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή στον Ιερό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (Ρόδος, 4-10-2015)

rodiaki.gr

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here