By 24 Μαΐου 2010 2 Σχόλια

19 Μαΐου 1919 – Πόντος: Ώρα μηδέν! | Της Χριστιάννας Λούπα

Της Χριστιάννας Λούπα*

Η γενοκτονία, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, θεωρείται έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και δεν παραγράφεται όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Μήπως ήρθε επιτέλους η ώρα να κόψει η Τουρκία τον ομφάλιο λώρο που τη δένει με τα εγκλήματα του παρελθόντος και να κάνει ένα βήμα μπροστά;

Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι παρά ένα ευλαβικό μνημόσυνο για τις χιλιάδες αθώες ψυχές που χάθηκαν μεταξύ 1914 και 1922, επειδή είχαν την ατυχία να κατοικούν στα παράλια του Εύξεινου Πόντου και να είναι χριστιανοί. Ο σκοπός του είναι να θυμίσει μα πάνω απ’ όλα να ενημερώσει τους Νεοέλληνες για τη μεγάλη σφαγή που έγινε στο όνομα της τουρκικής εθνοκάθαρσης, εμπνευστής της οποίας υπήρξε ο Κεμάλ Ατατούρκ. Πρόκειται για την γενοκτονία των Ποντίων.

Ανατρέχοντας στο παρελθόν θα διαπιστώσουμε ότι μετά τη διάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας και την άλωση της Κωνσταντινούπολης ένα σημαντικό κομμάτι του ελληνισμού, ο Πόντος, παρέμενε ελεύθερο. Το 1461, η άλωση της Τραπεζούντας σήμανε την απώλεια της ανεξαρτησίας του, αλλά όχι και της εθνικής συνείδησής του, η οποία διατηρήθηκε αμείωτη στο πέρασμα των αιώνων. Περίπου 600.000 Έλληνες παρέμειναν εγκατεστημένοι στην περιοχή, ενώ, μετά την άλωση, 150.000 μετοίκησαν στον Καύκασο.

Πράγματι, η περιοχή ακμάζει, τα γράμματα και οι τέχνες ανθίζουν. Τα αμέτρητα ελληνικά σχολεία – με πιο φημισμένο το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας – δεν παύουν στιγμή να διδάσκουν στα παιδιά την ελληνική κουλτούρα και να μεταλαμπαδεύουν την πολιτιστική μας κληρονομιά. Οι εφημερίδες, τα περιοδικά, τα τυπογραφεία, οι λέσχες και τα θέατρα δεν μπορούν παρά να μαρτυρούν το ψηλό πνευματικό επίπεδο των Ελλήνων του Πόντου.

Η εμπλοκή της Τουρκίας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό των Γερμανών, ωστόσο, και η ανοδική πορεία των Νεοτούρκων και του Μουσταφά Κεμάλ προς την εξουσία, έμελλαν να αλλάξουν το ρου της Ιστορίας και να μετατρέψουν τη ζωή των λαών, που επί αιώνες ζούσαν ειρηνικά στα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας, σε έναν ανατριχιαστικό εφιάλτη.

Το 1914, οι ίδιοι οι Γερμανοί – συνυπεύθυνοι της γενοκτονίας – με σκοπό να αλώσουν οικονομικά και πολιτικοστρατιωτικά την Εγγύς και Μέση Ανατολή, συμβούλεψαν τους συμμάχους τους να εκτοπίσουν στο εσωτερικό της Ανατολίας σε βάθος τουλάχιστον διακοσίων χιλιομέτρων τους χριστιανούς, επειδή πίστευαν ότι θα ήταν επικίνδυνοι για την έκβαση του πολέμου, ενώ ο Κεμάλ, γνωστός πια σαν «γκρίζος λύκος», οραματίζεται την οικονομική απεξάρτηση από τις Μεγάλες Δυνάμεις και την εθνοκάθαρση, ξεριζώνοντας τις «αμελητέες» μειονότητες και παραδίδοντας την «Τουρκία στους Τούρκους».

Το 1915 καταρτίζεται το σχέδιο της εξολόθρευσης των χριστιανικών πληθυσμών, ενώ τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς διαδραματίζεται η φοβερή σφαγή των Αρμενίων. Ταυτόχρονα, υιοθετείται σειρά μέτρων για την εξόντωση των Ελλήνων, που αφορά περιορισμούς στην άσκηση του επαγγέλματός τους και απαγόρευση στους μουσουλμάνους να εργάζονται με Έλληνες. Όλα δείχνουν πως η μοίρα του ποντιακού ελληνισμού είναι μάλλον προκαθορισμένη, εκείνοι, όμως, δεν φαίνονται καθόλου διατεθειμένοι να το βάλουν κάτω εύκολα. Και στο σημείο αυτό ανοίγει μια σελίδα της Ιστορίας που ελάχιστος κόσμος γνωρίζει.

Τα παλικάρια του Πόντου οργανώνουν ένα εκπληκτικό αντάρτικο, που θα δυσκολέψει κατά πολύ τη ζωή του τουρκικού στρατού, αλλά και θα καταφέρει να σώσει ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού. Κι ενώ έχει ήδη αποφασιστεί ο μαζικός εκτοπισμός των αντρών 20 – 45 ετών στα φοβερά τάγματα εργασίας, απ’ όπου ελάχιστοι θα επιζήσουν, αρχίζουν και οργανώνονται οι πρώτες ανταρτικές ομάδες, κυρίως στο Δυτικό Πόντο, στις περιοχές της Αμισού και της Πάφρας, με κύριο σκοπό την προστασία του πληθυσμού, που είναι έρμαιο των λεηλασιών, των εξευτελισμών, των εκτελέσεων και των βιασμών.

Έξι έως επτά χιλιάδες υπολογίζεται ότι ήταν οι αντάρτες. Η δύσκολη ζωή τους μέσα σε σπηλιές και καλύβες, πάνω στα απόκρημνα βουνά με τις αντίξοες καιρικές συνθήκες και τη δυσεύρετη τροφή, τους έκανε σκληροτράχηλους και εξαιρετικούς πολεμιστές. Το χιόνι διέκοπτε την τροφοδοσία, ενώ τα όπλα τους στην αρχή δεν ήταν παρά μαχαίρια και αξίνες. Επανειλημμένες εκκλήσεις για βοήθεια προς την ελληνική κυβέρνηση δεν βρήκαν καμία απήχηση. Αργότερα τους προμήθευσαν με όπλα οι Ρώσοι. Είναι πολύ πιθανό, αν οι αντάρτες είχαν από κάπου υποστήριξη, η Ιστορία να είχε πάρει άλλη τροπή.

Στο μεταξύ, οι Τσέτες (κυρίως ληστές) που έχουν ενταχθεί στην τουρκική χωροφυλακή δεν αφήνουν τίποτε όρθιο. Πλήθος φρικαλεοτήτων και βιαιοπραγιών ταλανίζουν τον πληθυσμό, ενώ οι μετατοπίσεις συνεχίζονται ολοένα και συστηματικότερα προς το εσωτερικό της χώρας. Οι περισσότεροι θα χάσουν τη ζωή τους στις ατέλειωτες πορείες θανάτου – τα «Άουσβιτς εν ροή» – από την κακομεταχείριση, την έλλειψη τροφής, τη δίψα και τις αρρώστιες. Ατέλειωτα καραβάνια δύστυχων ανθρώπων, γυναικών, παιδιών, γερόντων και ανήμπορων σέρνονται προς τα βάθη της Ανατολής. Οι πεθαμένοι εγκαταλείπονται άταφοι, οι μανάδες δεν μπορούν να κλάψουν τα νεκρά παιδιά τους. Θα μπορούσε κανείς να πει πως ολόκληρος ο δρόμος από τη γη του Πόντου προς το εσωτερικό είναι σπαρμένος με κόκαλα.

Ο ίδιος ο Τζεμάλ Νουζχέτ, άλλωστε, νομικός σύμβουλος στο φρουραρχείο της Κωνσταντινούπολης, αποδοκίμασε έντονα τις πρακτικές του Κεμάλ και κατήγγειλε ότι το 90% των Ελλήνων της Πάφρας είχε εξοντωθεί.

Στις 19 Μαίου 1919 – που ορίστηκε σαν ημέρα μνήμης της γενοκτονίας – ο Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα, έχοντας υπό τις διαταγές του δύο σώματα στρατού. Πρώτη του δουλειά να κηρύξει το μίσος κατά των Ελλήνων και να συστήσει μυστική οργάνωση με το όνομα Mutafai Milliye. Η τελευταία πράξη του δράματος ξεκινά. Όταν τελειώσει δεν θα έχει μείνει τίποτα πια. Μόνο καμένη γη και πτώματα. Τίποτα που να θυμίζει πως εδώ κάποτε έζησαν Έλληνες.

Καθημερινά, χωρικοί βρίσκονται κακοποιημένοι και δολοφονημένοι στα χωράφια τους. Σε όλες τις πόλεις του Πόντου στήνονται τα Έκτακτα Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας, που με συνοπτικές διαδικασίες καταδικάζουν και εκτελούν την ηγεσία του τόπου. Ο ανταποκριτής της Daily Telegraph έγραφε λίγους μήνες αργότερα: «Οι τωρινοί εκτοπισμοί και οι σφαγές στη Μ. Ασία είναι χωρίς προηγούμενο στην τουρκική ιστορία».

Στο διάστημα αυτό και μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου οι Πόντιοι, βλέποντας πως έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση, ζητούν να συμπεριληφθούν στο ελληνικό κράτος. Ο Βενιζέλος όμως αρνείται κατηγορηματικά με την αιτιολογία ότι η περιοχή βρίσκεται πολύ μακριά για να μπορεί η Ελλάδα να την προστατέψει. Τελικά, το 1920 ιδρύεται η Ποντοαρμενική Ομοσπονδία. Συμφωνήθηκε η στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας και Αρμενίας με σκοπό την προστασία του Πόντου από τους Τούρκους. Δυστυχώς όμως η ήττα των Αρμενίων στο Ερζερούμ είχε σαν συνέπεια την εγκατάλειψη των Ποντίων στο έλεος του Θεού.

Περίπου 250.000 Πόντιοι εξοντώθηκαν μεταξύ 1914 και 1922. Τον Οκτώβριο του 1922 με τη μεσολάβηση των συμμάχων η ελληνική κυβέρνηση και ο Κεμάλ συμφώνησαν να μεταφερθούν όσοι Έλληνες του Πόντου είχαν απομείνει, με τουρκικά καράβια στην Κωνσταντινούπολη κι από εκεί με ελληνικά στην Ελλάδα. Έτσι, κατέφθασαν στη μητέρα πατρίδα περί τις 400.000 πρόσφυγες, ανέστιοι και ξεριζωμένοι, που μαζί με τους Ίωνες αναδύθηκαν σε έναν τιτάνιο αγώνα επιβίωσης. Οι πιο πολλοί εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία και τη Θράκη, πολλές χιλιάδες, ωστόσο, βρίσκονται σήμερα εκτός ορίων Ελλάδας, στη Γερμανία, τον Καναδά, την Αμερική, την Αυστραλία, τη Ρωσία, αποτελώντας κι αυτοί ένα κομμάτι της Ομογένειας. Ένα είναι σίγουρο: οι άνθρωποι αυτοί, με την εργατικότητα και το κοφτερό μυαλό τους, όχι μόνο συναρμολόγησαν ξανά τη ζωή τους, αλλά και οι ίδιοι και οι απόγονοί τους, όπου γης, πρόκοψαν και προκόβουν σε όλους τους τομείς και προ παντός είναι πάντα περήφανοι για την καταγωγή τους.

Σαν υστερόγραφο της θλιβερής αυτής αναφοράς, καλό θα ήταν νομίζω, να θυμίσουμε στον κύριο Ερντογάν, που μας τίμησε με την πρόσφατη επίσκεψή του, ότι, όταν ο Γερμανός καγκελάριος Βίλυ Μπραντ επισκέφθηκε την Πολωνία το 1970, γονάτισε μπροστά στο μνημείο του Πολέμου, ζητώντας σιωπηλά συγγνώμη για τα εγκλήματα των ναζί εις βάρος των Πολωνοεβραίων. Επίσης, ο Γερμανός Πρόεδρος Γιοχάνες Ράου, κατά την επίσκεψή του στα Καλάβρυτα το 2000, κατέθεσε στεφάνι και εξέφρασε επανειλημμένα τη βαθειά του οδύνη για τη σφαγή. Με λίγα λόγια η Γερμανία, συνειδητοποιώντας προφανώς το διπλωματικό και πολιτικό όφελος της μεταμέλειας, αποκήρυξε τα ανομήματα του πρόσφατου παρελθόντος της, γι αυτό και κατάφερε να σταθεί – και να κυριαρχήσει – στο διεθνές μεταπολεμικό Forum.

Μήπως, κύριε Ερντογάν, ήρθε πλέον το πλήρωμα του χρόνου για να παραδειγματιστεί η Τουρκία από τα παραπάνω, να σταματήσει να κρύβει τα εγκλήματά της κάτω από το χαλί και και ρίχνοντας ένα ρηξικέλευθο βλέμμα στο μέλλον, να κόψει τον ομφάλιο λώρο που τη δένει με το επαίσχυντο παρελθόν, κάνοντας ένα βήμα προς το ευρωπαϊκό κεκτημένο, με το οποίο άλλωστε ερωτοτροπεί επί μακρόν;

Δείγματα γραφής περιμένουμε, αγαπητοί γείτονες για να πιστέψουμε στην ελληνοτουρκική φιλία – την οποία, να είστε σίγουροι, πραγματικά επιθμούμε – και όχι έπεα πτερόεντα, που σαν μοναδικό σκοπό έχουν τις οικονομικές επενδύσεις σε μια χώρα που ακροβολίζεται από παντού και χαροπαλεύει. Δείγματα γραφής!

TVXS

* Η Χριστιάννα Λούπα είναι δικηγόρος και συγγραφέας

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

About the Author:

2 Σχόλια "19 Μαΐου 1919 – Πόντος: Ώρα μηδέν! | Της Χριστιάννας Λούπα"

Trackback | Comments RSS Feed

  1. Ο/Η annoula λέει:

    Ανήμερα της θλιβερής επετείου της Ποντιακής Γενοκτονίας, την Τετάρτη 19 Μαΐου, η Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων του υπουργείου Παιδείας, ζήτησε από τους μαθητές θεωρητικής κατεύθυνσης της Γ΄ λυκείου που συμμετέχουν στις απολυτήριες εξετάσεις, να αναλύσουν στο μάθημα της Νεοελληνικής…
    Λογοτεχνίας το έργο του Γιώργου Ιωάννου …«Το σπίτι του Κεμάλ». Η επιλογή του συγκεκριμένου κειμένου την συγκεκριμένη ημέρα, προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις αφού το έργο πραγματεύεται τις διαδοχικές επισκέψεις μίας Τουρκάλας, που εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, στο σπίτι που έζησε, δίπλα ακριβώς από αυτό που γεννήθηκε ο Κεμάλ Ατατούρκ και σήμερα στεγάζει το τουρκικό προξενείο. […]

    «Λυπάμαι για αυτό που έγινε. Την ίδια ώρα που ο Ελληνισμός τιμάει τους 350.000 νεκρούς της Ποντιακής Γενοκτονίας, το υπουργείο Παιδείας επέλεξε να τιμήσει τον σφαγέα τον προγόνων μας. Δεν ξέρω αν είναι συμπτωματικό, αλλά πολλά περίεργα συμβαίνουν τελευταία στο υπουργείο Παιδείας» δήλωσε ο πρόεδρος της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδας κ.Γεώργιος Παρχαρίδης που θα αποστείλει σχετική επιστολή διαμαρτυρίας προς την υπουργό Παιδείας κυρία Άννα Διαμαντοπούλου.
    «Με προβληματίζει η επιλογή του συγκεκριμένου θέματος, τη συγκεκριμένη μέρα. Σκεφτείτε τι θα πουν οι Σουηδοί συνάδελφοι που πρόσφατα ψήφισαν υπέρ της αναγνώρισης της Ποντιακής Γενοκτονίας, αν πληροφορηθούν πως αντιμετωπίζει το θέμα το ελληνικό υπουργείο Παιδείας» δήλωσε από την πλευρά του ο βουλευτής Σερρών της ΝΔ κ.Αναστάσιος Καρυπίδης.

    Την ίδια ώρα, χιλιάδες κόσμου συμμετείχαν στη συγκέντρωση που πραγματοποιήθηκε χθες το απόγευμα στην πλατεία Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη για να τιμήσουν τη Γενοκτονία των 353.000 Ελλήνων του Πόντου.
    Στην εκδήλωση μίλησαν οι βουλευτές που πρωταγωνίστησαν στην αναγνώριση της Γενοκτονίας από τη σουηδική Βουλή, ενώ συγκίνηση προκάλεσε η ομιλία του υπερασιωνόβιου (108 ετών) Χαράλαμπου Μητσόγλου, από την Μπάφρα του Πόντου, ο οποίος αναφέρθηκε στα βιώματά του από τις τραγικές εκείνες ημέρες.
    Μετά τη συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε πορεία η οποία ολοκληρώθηκε στο τουρκικό προξενείο της Θεσσαλονίκης, όπου οι εκπρόσωποι της ΠΟΕ θυροκόλλησαν το ψήφισμα για την αναγνώριση της Γενοκτονίας.

  2. Ο/Η Τριανταφυλλιά Μήτρου λέει:

    Έτυχε να παρευρεθώ το Σάββατο σε μια εκδήλωση μνήμης για τη Γενοκτονία των Ποντίων και άκουσα ακριβώς το ίδιο σχόλιο από τον ομιλητή σχετικά με την άκαιρη επιλογή του Υπουργείου Παιδείας να εξετάσει τους μαθητές της Γ΄Λυκείου Θεωρητικής Κατεύθυνσης στο κείμενο του Γιώργου Ιωάννου «Στου Κεμάλ το σπίτι», θεωρώντας πως προσβάλει τη μνήμη των σφαγιασθέντων από το κεμαλικό καθεστώς, ενώ παράλληλα τιμά τον Ατατούρκ.
    Χωρίς καμιά διάθεση να υποστηρίξω το Υπουργείο Παιδείας, που φυσικά κατά καρούς έχει προχωρήσει σε πράγματι λανθασμένες και προκλητικές επιλογές, που όντως ασεβούν στη μνήμη των Μικρασιατών, θεωρώ το συγκεριμένο σχόλιο εντελώς αφελές – ακριβώς επειδή πρόκειται για δημόσιο λόγο σημαινόντων προσώπων- που στοχεύει μόνο στην πρόκληση των εντυπώσεων. Το συγκεκριμένο λογοτεχνικό κείμενο προέρχεται καταρχήν από έναν άνθρωπο που γεννήθηκε από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη (ο πατέρας του ήταν από τη Ραιδεστό και η μητέρα του από την Κεσσάνη). Θέμα του είναι, βεβαίως, οι επαναλαμβανόμενες επισκέψεις μιας γυναίκας τουρκικής καταγωγής σ’ένα σπίτι που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη, όπου κάποτε ζούσε η ίδια και τώρα ζει η οικογένεια του συγγραφέα.
    Η γυναίκα αυτή, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το αρχοντικό της λόγω της ανταλλαγής των πληθυσμών, επισκεπτόταν το σπίτι λόγω της ασίγαστης νοσταλγίας που ένιωθε για τον τόπο και το πατρικό της. Το κείμενο λοιπόν του Ιωάννου έχει ως βασικό του θέμα την αγάπη και τη νοσταλγία που νιώθουν οι άνθρωποι κάθε εθνικότητας για τον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, τον πόνο του ξεριζωμού και την προσφυγιά. Η γυναίκα που περιγράφεται, η μαυροφορεμένη Τουρκάλα είναι ένας ανθρώπινος τύπος σαν κι εμάς∙ μια γυναίκα που η βίαιη αποκοπή της από τον τόπο που αγάπησε τη σημάδεψε σε ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή της, που δεν ξεχνά όσα χρόνια κι αν περάσουν, που συνεχίζει να νοσταλγεί γι’ αυτό και επιστρέφει στον τόπο της, αναζητά τις ρίζες της, πίνει νερό από το πηγάδι και τρώει μούρα από το δέντρο, για να ζωντανέψει στιγμές από το παρελθόν. Ας προσέξουμε την αλλαγή στη συμπεριφορά του συγγραφέα και της οικογένειάς του: όταν καταλαβαίνουν ότι η γυναίκα είναι τουρκικής καταγωγής ξυπνούν μέσα τους οι φριχτές μνήμες από το δικό τους ξεριζωμό, από τη βίαιη εγκατάλειψη των δικών τους πατρογονικών εστιών, από τις αρπαγές, τις γενοκτονίες, τις σφαγές και το θάνατο. Όταν όμως σκέφτονται την κοινή μοίρα του ξεριζωμένου πρόσφυγα που είχαν μ’αυτή τη γυναίκα, το σπαραγμό, τον πόνο και τη νοσταλγία του πρόσφυγα – έστω κι αν βρίσκονταν σε θέσεις αντίθετες – η καρδιά τους ζεσταίνει από συμπάθεια και συμπάσχουν μαζί της.
    Τέτοια λοιπόν σχόλια προσβάλλουν τη μνήμη του ίδιου του συγγραφέα, που σε καμιά περίπτωση δε συνθέτει ένα εγκώμιο του Κεμάλ. Αντίθετα στα κοινά μαρτύρια των λαών αφιερώνει το έργο του.

    Παραθέτω το κείμενο.

    Γιώργου Ιωάννου

    Στοῦ Κεμάλ τό Σπίτι
    Δέν ξαναφάνηκε ἡ μαυροφορεμένη ἐκείνη γυναίκα, πού ἐρχόταν στό κατώφλι μας κάθε χρονιά, τήν ἐποχή πού γίνονται τά μοῦρα, ζητώντας μέ εὐγένεια νά τῆς δώσουμε λίγο νερό ἀπ’ τό πηγάδι τῆς αὐλῆς. Ἔμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηροῦσε ὅμως πάνω της ἴχνη μιᾶς μεγάλης ἀρχοντικῆς ὀμορφιᾶς. Καί μόνο ὁ τρόπος πού ἔπιανε τό ποτήρι, ἔφτανε γιά νά σχηματίσει κανείς τήν ἐντύπωση πώς ἡ γυναίκα αὐτή στά σίγουρα ἦταν μιά ἀρχόντισσα. Δίνοντάς μας πίσω τό ποτήρι, ποτέ δέν παρέλειπε νά μᾶς πεῖ στά τούρκικα τήν καθιερωμένη εὐχή, πού μπορεῖ νά μήν καταλαβαίναμε ἀκριβώς τά λόγια της, πιάναμε ὅμως καλά τό νόημά της: «Ὁ Θεός νά σᾶς ἀνταποδώσει τό μεγάλο καλό». Ποιό μεγάλο καλό; Ἰδέα δέν εἴχαμε.
    Καθόταν ἥσυχα γιά ὥρα πολλή στό κατώφλι τῆς αὐλῆς, κι ἀντί νά κοιτάζει κατά τό δρόμο ἤ τουλάχιστο κατά τό πλαϊνό
    σπίτι τοῦ Κεμάλ1, αὐτή στραμμένη ἔριχνε κλεφτές ματιές πρός τό δικό μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. Πότε πότε ἔκλεινε τά μάτια καί τό πρόσωπό της γινόταν μακρινό, καθώς συλλάβιζε ὀνόματα παράξενα. Ἐμεῖς, πάντως, δέν παραλείπαμε νά τῆς δίνουμε μοῦρα ἀπ’ τήν ντουτιά2, ὅπως ἄλλωστε δίναμε σ’ ὅλη τή γειτονιά καί σ’ ὅποιον περαστικό
    μᾶς ζητοῦσε. Ἡ ξένη τά ἔτρωγε σιγανά, ἀλλά μέ ζωηρή εὐχαρίστηση. Δέ μᾶς φαινόταν παράξενο πού τῆς ἄρεζαν τά μοῦρα μας τόσο πολύ. Τό δέντρο μας δέν ἦταν ἀπό τίς συνηθισμένες μουριές, ἀπ’ αὐτές πού κάνουν ἐκεῖνα τά ἄνοστα νερουλιάρικα μοῦρα. Τό δικό μας ἔκαμνε κάτι μεγάλα, ξινά σά βύσσινα, καί πολύ κόκκινα στό χρώμα. Ἦταν δέντρο παλιό καί τεράστιο, τά κλαδιά του ξεπερνοῦσαν τό δίπατο σπίτι μας. Μοναχά ἕνα κακό εἶχε• τά φύλλα του ἦταν σκληρά καί οἱ μεταξοσκώληκές μου δέν μπορούσαν νά τά φᾶνε. Ἦταν, πάντως, δέντρο φημισμένο σ’ ὅλο τό Ἰσλαχανέ3 κι ἀκόμα πιό πέρα.
    Τήν πρώτη φορά πού εἶχε καθίσει ἡ ἄγνωστη γυναίκα στό κατώφλι μας, δέ σκεφτήκαμε νά τῆς προσφέρουμε μοῦρα, ὅμως σέ λίγο μᾶς ζήτησε ἡ ἴδια λέγοντας πώς ἤθελε νά φυτέψει τό σπόρο τους στόν μπαχτσέ4 της. Ἔφαγε μερικά καί τά ὑπόλοιπα τά ἔβαλε σ’ ἕνα χαρτί καί ἔφυγε καταχαρούμενη.
    Τή δεύτερη φορά θά ἦταν κατά τό τριάντα ὀχτώ, δυό χρόνια, πάντως, μετά τήν πρώτη, δέν ἔβαλε μοῦρα στό χαρτί. Κάθισε καί τά ἔφαγε ἕνα ἕνα στό κατώφλι. Φαίνεται πώς ὁ σπόρος ἀπ’ τά προηγούμενα εἶχε ἀποδώσει, ἀλλά γιά νά δώσει καί μοῦρα ἔπρεπε, βέβαια, νά περάσουν χρόνια. Τό δέντρο αὐτό, ὅπως ὅλα τά δέντρα πού μεγαλώνουν σιγά, ζεῖ πολλά χρόνια καί ἀργεῖ νά καρπίσει.
    Ἡ γυναίκα ξαναφάνηκε καί τόν ἑπόμενο χρόνο, λίγο πρίν ἀπ’ τόν πόλεμο. Ὅμως τή φορά αὐτή τῆς προσφέραμε νερό ἀπ’ τή βρύση. Ἀρνήθηκε νά πιεῖ τό νερό. Μόλις τό ἔφερε στό στόμα, μᾶς κοίταξε στά μάτια καί μᾶς ἔδωσε πίσω τό γεμάτο ποτήρι. Ἐπειδή τήν εἴδαμε πολύ ταραγμένη, θελήσαμε νά τῆς ἐξηγήσουμε. Ὁ σιχαμένος σπιτονοικοκύρης μας εἶχε διοχετεύσει τό βόθρο τοῦ σπιτιοῦ στό βαθύ πηγάδι. «Τώρα πού σᾶς ἔφερα τό νερό στίς κουζίνες σας, δέ σᾶς χρειάζεται τό πηγάδι», μᾶς εἶχε πεῖ. Ἡ γυναίκα βούρκωσε, δέ μᾶς ἔδωσε ὅμως καμιά ἐξήγηση γιά τήν τόση λύπη της. Γιά νά τήν παρηγορήσουμε τῆς δώσαμε περισσότερα μοῦρα κι ἡ γιαγιά μου τῆς εἶπε κάτι πού τήν ἔκανε νά τιναχτεῖ: «Θά σοῦ
    τά ἔβαζα σ’ ἕνα κουτί, ἀλλά δέ βαστᾶνε γιά μακριά». Καί πράγματι εἴχαμε ἀρχίσει κάτι νά ὑποπτευόμαστε. Τήν ἄλλη φορά εἴδαμε, πώς μόλις ἔφυγε ἀπό μᾶς, πῆγε δίπλα στοῦ Κεμάλ τό σπίτι, ὅπου τήν περίμενε μιά ὁμάδα ἀπό τούρκους προσκυνητές, πού κοντοστέκονταν στό πεζοδρόμιο. Ἐμεῖς ὥς τότε θαρρούσαμε πώς εἶναι καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, ἀπ’ τίς πάμπολλες ἐκεῖνες, πού δέν ἤξεραν λέξη ἑλληνικά, μιά καί ἡ ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν εἶχε γίνει με βάση τή θρησκεία καί ὄχι τή γλώσσα. Ἡ ἀποκάλυψη αὐτή στήν ἀρχή μᾶς τάραξε. Δέ μᾶς ἔφτανε πού είχαμε δίπλα μας τοῦ Κεμάλ τό σπίτι, σά μιά διαρκῆ ὑπενθύμιση τῆς καταστροφῆς, θά εἴχαμε τώρα καί τούς τούρκους νά μπερδουκλώνονται πάλι στά πόδια μας; Καί τί ἀκριβῶς ἤθελε ἀπό μᾶς αὐτή ἡ γυναίκα; Πάνω σ’ αὐτό δέν ἀπαντήσαμε, κοιταχτήκαμε ὅμως βαθιά ὑποψιασμένοι. Καί τά ἑπόμενα λόγια μας ἔδειχναν πώς ἡ καρδιά μας ζεστάθηκε κάπως ἀπό συμπάθεια κι ἐλπίδα. Εἴχαμε κι ἐμεῖς ἀφήσει σπίτια κι ἀμπελοχώραφα ἐκεῖ κάτω.
    Ἡ τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τόν πόλεμο. Ἐμεῖς καθόμασταν πιά σέ ἄλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, ὅμως τήν εἴδαμε μιά μέρα νά κάθεται κατατσακισμένη στό κατώφλι τοῦ παλιοῦ σπιτιοῦ μας. Ὁ πρῶτος πού τήν εἶδε, ἦρθε μέσα καί φώναξε: «ἡ τουρκάλα!» Βγήκαμε στά παράθυρα καί τήν κοιτάζαμε μέ συγκίνηση. Παραλίγο νά τήν καλέσουμε ἀπάνω στό σπίτι τόσο μᾶς εἶχε μαλακώσει τήν καρδιά ἡ ἐπίμονη νοσταλγία της. Ὅμως αὐτή κοίταζε ἀκίνητη τήν κατάγυμνη αὐλή καί τό ἔρημο σπίτι. Μιά ἰταλιάνικη μπόμπα6 εἶχε σαρώσει τήν ντουτιά κι εἶχε ρημάξει τό καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι, χωρίς νά καταφέρει νά τό γκρεμίσει.

    Δέν τήν ξανάδαμε ἀπό τότε. Ἦρθε – δέν ἦρθε, ἄγνωστο. Ἄλλωστε καί νά ’ρχότανε δέ θά ’βρισκε πιά τό κατώφλι μέ τό ἀφράτο μάρμαρο γιά νά ξαποστάσει. Τό σπίτι εἶχε ἀπό καιρό παραδοθεῖ σέ μιά συμμορία ἐργολάβων καί στή θέση του ὑψώθηκε μιά πολυκατοικία ἀπ’ τίς πιό φρικαλέες. Τώρα ἑτοιμάζονται νά τήν γκρεμίσουν οἱ γελοῖοι. Ποιός ξέρει τί μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι τό πονηρό μυαλό τους.
    Ἄν γίνει αὐτό, θά παραφυλάγω νύχτα μέρα, ἰδίως ὅταν τό σκάψιμο θά ἔχει φτάσει στά θεμέλια, κι ἴσως μπορέσω νά ἐμποδίσω ἤ τουλάχιστο νά καθυστερήσω τό χτίσιμο τοῦ νέου ἐξαμβλώματος7. Τήν προηγούμενη φορά εἶχε βρεθεῖ ἐκεῖ στά βάθη ἕνα θαυμάσιο ψηφιδωτό, πού ἄρχιζε ἀπ’ τό οἰκόπεδο τοῦ δικοῦ μας σπιτιοῦ καί συνεχιζόταν πρός τό σπίτι τοῦ Κεμάλ. Τό ψηφιδωτό αὐτό οἱ δασκαλεμένοι ἐργάτες τό σκεπάσανε γρήγορα γρήγορα γιά νά μήν τούς σταματήσουν οἱ ἁρμόδιοι. Πάντως, τίς ὧρες πού τό ἔβλεπε τό φῶς τοῦ ἥλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια ἀπ’ τήν ἔκθαμβη γειτονιά. Ὅλοι μιλούσανε γιά τήν ὀμορφιά καί τήν παλιά δόξα, μά ἀνάμεσα στά δυνατά λόγια καί τίς φωνές, ἄκουσα μιά γριά νά σιγολέει: «Στό σπίτι αὐτό καθόταν ἕνας μπέης, πού εἶχε μιά κόρη σάν τά κρύα τά νερά. Κυλιόταν κάτω, ὅταν φεύγανε, φιλοῦσε τό κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δέν ματαεῖδα».

    1. τό πλαϊνό σπίτι τοῦ Κεμάλ• πρόκειται για το σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, όπου σήμερα στεγάζεται το τουρκικό προξενείο.
    2.ντουτιά•ησυκομουριά
    3. Ἰσλαχανέ• περιοχή της Θεσσαλονίκης (τουρκ. σωφρονιστήριο)
    4.μπαχτσέ•περιβολάκι
    6. Μιά ἰταλιάνικη μπόμπα• αναφέρεται στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1940-1941)

Post a Comment

Mikrasiatis.gr