By 9 Μαρτίου 2011 0 Comments

Τα ρολόγια της γιαγιάς

της Σοφίας Τσίγκου

Μικρή σαν ήμουν, η τούρκικη γλώσσα ήταν μέρος της ζωής μου. Η γιαγιά μου μιλούσε, μαγείρευε, συμβούλευε με την πρώτη γλώσσα που άκουσε σαν ήρθε στον κόσμο στη Νίγδη της Καππαδοκίας. Παρόλο που την έζησα από πολύ κοντά, δεν επέμενα να μου πει την ιστορία της και λυπάμαι γι’ αυτό. Σκόρπια γεγονότα μόνο, και εκείνα μου φαινόταν ότι δεν ήθελε να τα θυμάται.

Η θύμηση που μου έρχεται συχνά στο μυαλό είναι το εικονοστάσι της που ήταν μέσα σε εσοχή στον τοίχο, με το καντηλάκι πάντα αναμμένο, η μυρωδιά της από το πράσινο σαπούνι, το μεράκι της να πάει στους Αγίους Τόπους στα Ιεροσό-λυμα για να γίνει χατζήδαινα. Δεν μπόρεσε να το πραγματοποιήσει κι έφυγε μ’ αυτό τον καημό.

Είναι και κάτι ακόμα που θυμάμαι, ίσως ασήμαντο, αλλά παιδί τότε μου έ-κανε μεγάλη εντύπωση: Τα πολλά ρολόγια που είχε στο σπίτι της. Κάθε φορά που τη ρωτούσα, μου χαμογελούσε γλυκά και μου έλεγε: «Τα αγόρασα γυαρί μου για να μη χάνω τις Πρωτοχρονιές της ζήσης μου». Κάποια βραδιά, αρκετά μεγάλη πια, έμαθα την ιστορία της.

Ήτανε, λέει, μικρά παιδιά αυτή και τα τρία αδέλφια της όταν ήρθαν πρόσφυ-γες από την Καππαδοκία, τρομαγμένα πουλιά, με την απόγνωση στο βλέμμα. Στε-ρημένη νιότη, τσακισμένα όνειρα. Έμειναν για λίγο στο Ποδοχώρι και έπειτα ορ-φανά, με κείνο το βλέμμα που είχε το μωβ της απογευματινής συννεφιάς, ήρθαν με την μάνα τους σε κάποιο σπίτι στην Καβάλα κοντά στο Νοσοκομείο. Ένα δω-μάτιο ήταν, με τις κουρελούδες, το φανάρι για τα τρόφιμα, τη λάμπα πετρελαίου, την πήλινη στάμνα που κρατούσε δροσερό το νερό από την κοντινή βρύση της γειτονιάς.

Παραμονή πρωτοχρονιάς περίμεναν την αλλαγή του χρόνου για να γιορτά-σουν. Ρολόι δεν υπήρχε και συχνά εκείνη και τ’ αδέλφια της άνοιγαν το παράθυρο για ν’ ακούσουν κάτι από τους γείτονες. Πάγωσαν να περιμένουν. Κάποια στιγμή βγήκε μια γειτόνισσα στο παράθυρο και τους είπε ότι η ώρα είχε πάει δύο. Μ’ ένα στόμα τα παιδιά άρχισαν να τραγουδούν το «πάει ο παλιός ο χρόνος…» ή κά-ποια άλλα κάλαντα, δε τα θυμάμαι πια, ξεσηκώνοντας τους γείτονες που είχαν κοιμηθεί.

«Από τότε», μου τόνισε μ’ ένα πείσμα στο βλέμμα, «είπα ότι το πρώτο που θα αγόραζα μόλις είχα παράδες, θα ήταν ένα ρολόι. Χάσαμε τόσα πολλά και α-κριβά, τόσες ζωές, δεν θα χάσω και τις Πρωτοχρονιές μου».

Ένα από εκείνα τα ρολόγια, ένα μεγάλο κουρδιστό ξυπνητήρι, το έχω ακόμη. Εκείνη μετρούσε τις ώρες, εγώ σαν το κοιτώ μετρώ τις πολύτιμες στιγμές που έ-ζησα κοντά της και τότε δεν το γνώριζα.

[Από την εφημερίδα «Μνήμη», φ. 5 (Ιανουαρίου 2011)

του Συλλόγου Μικρασιατών Ν. Καβάλας]

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

Posted in: Αρθρα

About the Author:

Post a Comment

Mikrasiatis.gr