Μουσική και χοροί των Μικρασιατών

0
1424

assets_LARGE_t_420_7757392_type12128

Tα τραγούδια και οι σκοποί που επιζούν σήμερα σε μεγάλο μέρος της λαϊκής μουσικής μας, είναι γνωστό ότι αποτελούν μια κληρονομιά που έρχεται από τα βάθη των αιώνων και από μια περιοχή που βρίσκεται τόσο κοντά όσο και μακριά μας: τη Μικρά Ασία.

Σύμφωνα με τους θεωρητικούς της μουσικής της Αρχαίας Ελλάδας και της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, η χρήση των μουσικών τρόπων δεν αφορούν μόνον την κλίμακα, το ματζόρε και το μινόρε. Οι κανόνες στην ιεραρχία των βαθμίδων και τον τρόπο ανάπτυξης της μελωδίας, αποτελούν τα στοιχεία που προσδίδουν ιδιαιτερότητα σε κάθε μουσικό άκουσμα.

Στην Ιωνία υπήρχαν πολλά μουσικά όργανα. Το λαούτο (αραβικά al’ud), είναι έγχορδο με μακρύ χέρι. Αν και η ιστορία των οργάνων της οικογένειας του λαούτου ξεκινάει από την 3η χιλιετία π.Χ. στη Μεσοποταμία, ο πρόδρομός του εμφανίζεται στην Αίγυπτο το 1300 π.Χ. Το ούτι μοιάζει πολύ με το λαούτο, είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στις αραβικές χώρες και έχει μικρότερο χέρι. Η λύρα παίζεται με τόξο και έχει μεγάλη συγγένεια με το περσικό καμαντσέ και το αραβικό ρεμπάμπ. Το κανονάκι, το νυκτό χορδόφωνο και το σαντούρι είναι επιτραπέζια όργανα.

Στη Σμύρνη υπήρχαν χοροί που χορεύονταν σε όλη την Ελλάδα: καλαματιανός, συρτός, αλλά και πολλοί χοροί «τοπικοί», όπως ο καρσιλαμάς, αντικριστός χορός (στα τουρκικά carsi=αντίκρυ, απέναντι), ο ζε?μπέκικος που προέρχεται από τους ζε?μπέκηδες, το τσιφτετέλι (στα τουρκικά ciftetelli = με διπλή χορδή), ο χασάπικος, ο χορός των χασάπηδων της Πόλης και άλλοι. Στην Αθήνα και τον Πειραιά ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα τα μουσικά συγκροτήματα από τη Σμύρνη εμφανίζονταν με Αρμένηδες, Τούρκους ακόμη και Εβραίους μουσικούς παντρεύοντας στοιχεία από τη μουσική τους στις δικές τους συνθέσεις.

Μουσική και χοροί των Μικρασιατων

Η μικρασιατική μουσική, και ιδίως η σμυρναίικη, είχε γίνει γνωστή και πολύ αγαπητή στην Ελλάδα από τα καφέ-αμάν και τις παραστάσεις του επίσης δημοφιλούς Καραγκιόζη. Μάλιστα, το 1889 στο κέντρο «Το περιβολάκι του Γερανίου» εμφανιζόταν ένα μουσικό συγκρότημα από τη Σμύρνη με τον βιολιστή Γιοβανίκα και την τραγουδίστρια κιορ-Κατίνα.

Στη Σμύρνη από τα μέσα του 19ου αιώνα τραγουδιόνταν καντάδες στις οποίες κυριαρχούσαν δυτικά στοιχεία, τα «ρεμπέτικα», δηλαδή τραγούδια σε μοτίβα παραδοσιακά, οι αμανέδες, (τα τουρκικά γκαζέλ) μακρόσυρτα τραγούδια βασισμένα σε βυζαντινές και οθωμανικές κλίμακες και αρκετά τούρκικα τραγούδια, όπως το «Μέμο» που ήταν εξαιρετικά δημοφιλές στα καφέ-αμάν της Αθήνας λίγο πριν από την έλευση του 20ού αιώνα.

Ο ερχομός των προσφύγων του ‘22 διαμόρφωσε το είδος της μουσικής και κατά συνέπεια τα τραγούδια που ακούγονταν και τραγουδιόνταν στην Αθήνα. Την περίοδο που ανθούσε το «μεσοπολεμικό και πρώτο μεταπολεμικό λαϊκό-ρεμπέτικο» υπήρχαν 70 εκλεκτοί μουσικοί από τους οποίους οι 30 ήταν Μικρασιάτες πρόσφυγες, κυρίως από τη Σμύρνη και τα περίχωρά της.

Ο Θεόδωρος Χατζηπαναγής στο βιβλίο του «Της Ασιάτιδος Μούσης Ερασταί» γράφει ότι η πορεία της ελληνικής μουσικής σημαδεύτηκε από την παρουσία των προσφύγων: «Εφεραν από τα μικρασιατικά ακρογιάλια τους χανεντέδες της Σμύρνης, για να διασταυρώσουν την τέχνη τους με τον ταμπουρά του Μίμαρου και να κάνουν δυνατό να ξεπεταχτεί, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, ένα νέο θαλερό βλαστάρι της ανατολίτικης παράδοσης του ελληνικού λαού, το ρεμπέτικο τραγούδι».

Κείμενα: Βερονίκη Δαλακούρα
Φωτογραφίες: Μάρω Κουρή

ethnos.gr

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Απάντηση