By 25 Μαρτίου 2013 0 Comments

Λυγίζουν στη θύμηση της Μικράς Ασίας

Με τις τσέπες γεμάτες σπόρους και τα πρώτα κλήματα που φυτεύτηκαν στο Ηράκλειο, ήρθαν οι πρόσφυγες.

Όταν έφυγα από την Επάνω Βάθεια, στη μια μου χούφτα κρατούσα βάλσαμο και στην άλλη  σπόρους χειμωνιάτικου πεπονιού. Το βάλσαμο μου το έδωσε ένας 89χρονος, ο κ. Μανώλης ο οποίος έσκυψε και το έκοψε για μένα. Άθελα μου τον στεναχώρησα, έκανα τα μάτια του να δακρύσουν και ντράπηκα.

Τους σπόρους του χειμωνιάτικου πεπονιού μου τους έδωσε η 72χρονη κ. Γεωργία η  οποία ανέβηκε στην καρέκλα για να τους  ξεκρεμάσει από το σύρμα της αυλής της. Αυτοί οι σπόροι, είναι κάτι σαν οικογενειακό κειμήλιο, αφού  τους είχε φέρει ο πατέρας της, Δημήτρης Καραγιάννης, το 1922, από τα Βουρλά.

Διότι όλοι οι Μικρασιάτες, περισσότεροι από  τους 17.000 που έφτασαν στο δήμο Ηρακλείου μπορεί να άφησαν τα σπίτια τους , τα πλούτη τους και να μην πρόλαβαν να πάρουν  ούτε  τις χρυσές τους λίρες , όμως οι τσέπες τους ήταν γεμάτες σπόρους και κλήματα.

ortolcxkxt514815a6a8ab1

Οι πρόσφυγες έφεραν τα κλήματα, τις τομάτες τα αγγούρια και τα πεπόνια, για να μην πεινάσουν…

Με αυτούς τους σπόρους βρέθηκα κι εγώ ξαφνικά.

Ήξεραν τι τους περιμένει αν και πολλοί ήταν αυτοί  που πίστευαν ότι  κάποτε θα γύριζαν πίσω.

Μερικοί το κατάφεραν αρκετά χρόνια μετά. Τους αξίωσε ο Θεός όπως είπαν αλλά … καλλιά να μην πήγαιναν…Τίποτα δεν είχε μείνει – μόνο μερικές ταμπέλες έξω από τα σπίτια με τα ονόματα των οικογενειών που  έφυγαν.

Νωρίτερα η κ. Γεωργία Πασσαδάκη, κόρη του Δημήτρη Καραγιάννη και της Μαρίας Ανδρεάδη (Ανδρεαδάκη μετά την πολιτογράφηση των προσφύγων),  κατέβηκε στην πόρτα να με προϋπαντήσει να μη χαθώ. Θα μου δώσει το χέρι της και ένα φιλί στο μάγουλο για καλωσόρισμα.

Θα αισθανθώ τόσο οικεία που θα ξεχάσω ότι έχω πάει για ρεπορτάζ.

Μεταξύ της σπανακόπιτας, του γλυκού κουταλιού – νεράντζι για την ακρίβεια – των λαδοκούλουρων, που είχε φτιάξει με τα χεράκια της και του καφέ, ούτε κασετοφωνάκι δεν έβγαλα να «γράφει» παραλίγο να μην βγάλω και φωτογραφίες…

Ο ξεριζωμός

Αυτό το μικρό χωριό με τους 70 σήμερα κατοίκους έχει μεγάλη ιστορία. Το ίδιο και η περιοχή αλλά περισσότερο, οι άνθρωποι.

Εκεί επί τουρκοκρατίας ζούσαν μόνο μουσουλμάνοι – στην απογραφή του 1881 αναφέρεται με 225 μουσουλμάνους. Στρατηγείο ήταν. Όλες  οι επιδρομές στα γύρω χωριά από εκεί ξεκινούσαν.

Μετά το 1922 το χωριό αλλά και το δίπλα, ο Συνοικισμός, κατοικούνται κυρίως  από Μικρασιάτες που κατατρεγμένοι και ταλαιπωρημένοι έψαχναν για καινούριο τόπο, για καινούρια γη.

Στην απογραφή του 1928 κατοικούν 258 άτομα ενώ λόγω των πολλών παιδιών που έκαναν οι οικογένειες υπάρχει πληθυσμιακή άνοδος  και το 1940 ο πληθυσμός ανέρχεται στους 392 κατοίκους.

Πλέον συνυπάρχουν μαζί και μεγάλες ντόπιες οικογένειες αλλά και μικρασιάτες

Η περιοχή συχνά παρομοιάζεται ως «Μόσχα» λόγω των πολλών αριστερών και ως «Αμερική» από τον πλούτο που θα αποκτήσει από την ευφορία της γης και τις νέες καλλιέργειες που φέρνουν οι Μικρασιάτες, κυρίως τα κλήματα.

Ο κ. Γιάννης Πασσαδάκης σύζυγος της κ. Γεωργίας, γεννηθείς το 1934, έχει ήδη ξεκινήσει την αφήγησή του, δίνοντας τις πρώτες πληροφορίες, που αφορούσαν στην περιπέτεια του πατέρα του, του Δημήτρη Πασσά (Πασσαδάκη).

Ορφανός έφτασε στην Κρήτη. Βολοδέρνει στα χωριά της Μεσαράς ως φαμέγιος ώσπου θα φτάσει στην Επάνω Βάθεια, όπου και εγκαταστάθηκε. Από τα Αλάτσατα θα φύγει χωρίς μάνα και αδερφή, σκοτώθηκαν από μια οβίδα.  Στους πολέμους θα χαθεί και ο πατέρας.

Με τον πατριό του θα μπει σε ένα καΐκι για να περάσουν απέναντι, Χίο ή Μυτιλήνη . Ο πατριός θα κρατάει μαζί του και ένα πάπλωμα που θα λειτουργήσει ως σωσίβιο, στη συνέχεια, και θα σωθεί ο μικρός.

Η βάρκα που μεταφέρει τους πρόσφυγες πλέον στα ανοιχτά αναποδογυρίζει. Θα σωθούν μόνο δύο πρόσωπα:

Ο καπετάν Τσεμπέρας, ο οποίος ήδη έχει μεταφέρει άλλους 150 ανθρώπους από τα παράλια της Μ.Ασίας που τους κρύβει σε κάτι καταφύγια από κατσοπρίνια και ο μικρός Δημήτρης.

Οι διασωθέντες δε θα ανταμωθούν  αμέσως. Ο μικρός θα μείνει στην ακτή. Τη ζωή του θα σώσει από δυο τσέτηδες (Τούρκους ιππείς του στρατού του Κεμάλ) ο καπετάνιος.

Θα πάρει τον μικρό και θα τον πάει μαζί με τους άλλους. Μετά το θάνατο των τσέτηδων οι Τούρκοι θα οργώσουν την περιοχή αλλά τους χριστιανούς δε θα τους βρουν.

Ύστερα από πολλές περιπέτειες θα βρεθεί στην Επάνω Βάθεια και θα παντρευτεί  τη Μαρία Μιμίνου, επίσης Μικρασιάτισσα, η οποία φτάνει, το ίδιο περίπου διάστημα στην περιοχή.

Η κοινή ζωή τους ξεκινά. Και μετά ο πόλεμος. Ο Δημήτρης Πασσαδάκης έχοντας αποκτήσει το Γιάννη θα πάει στον Αλβανικό πόλεμο.

Ο έρωτας του Γερμάνου για τη Λιλίκα θα σώσει το χωριό

Η Επάνω Βάθεια είναι ίσως από τις λίγες περιοχές της Κρήτης που οι Γερμανοί δεν θα κάνουν αιματοκύλισμα. Την «ήρεμη» ζωή τους μάλλον την οφείλουν στη Λιλίκα που τρέλα είχε ερωτευτεί ο  Γερμανός Διοικητής της αεροπορίας, όπως λέει ο κ. Γιάννης.

«Οι Γερμανοί εδώ δεν έκαναν τίποτα ερχότανε  ο Διοικητής για να δει τη Λιλίκα, και οι στρατιώτες εδώ δεν άγγιζαν. Μόνο στα έργα πήγαιναν οι άνδρες του χωριού που είχαν απομείνει»

Όμως υπήρχε πόλεμος και φόβος. Θυμάται τη μάνα του να τον παίρνει και να πηγαίνουν να κρύβονται στα καταφύγια που είχαν φτιαχτεί από την τουρκοκρατία.

Άλλο χαρακτηριστικό της γύρω περιοχής, τα πολλά καταφύγια

Πολλοί έμεναν ακόμα και μήνες εκεί. Οι οικογένειες είχαν έρθει αντιμέτωπες  με τους Τούρκους , μετά οι Γερμανοί. Ο φόβος διάχυτος. Και τώρα πολλές οικογένειες ήταν και πάλι χωρίς τους άνδρες.

Η εκτέλεση που δεν έγινε

Ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος, το ίδιο και ο έρωτας του διοικητή για την Ελληνίδα. Οι Γερμανοί πριν φύγουν μαζεύουν όλους τους άντρες του χωριού, στο ύψωμα που είναι σήμερα η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Τους επιβιβάζουν στα οχήματα για να τους μεταφέρουν στην Ανώπολη να τους εκτελέσουν. Στη διαδρομή έρχεται το σήμα της λήξης του πολέμου και παραδόξως τους αφήνουν ελεύθερους.

Ακόμα θυμάται τον πατέρα του να επιστρέφει και να τον βλέπει ξαφνιασμένος και τις γυναίκες του χωριού να σκουπίζουν τα δάκρυα της χαράς πλέον. Τους μισούς δικούς τους, τους έχασαν στη σφαγή της Μικράς Ασίας … Πως θα άντεχαν και  άλλους σκοτωμούς στις φαμίλιες τους;

Ο Δημήτρης Πασσαδάκης το 1960 θα πάει στα Αλάτσατα μαζί και με άλλους χωριανούς. Δε θυμάται τίποτα από το μέρος. Δεν ξέρει που είναι το σπίτι τους. Θα θυμηθεί μόνο την εκκλησία.

Με τόσες ιστορίες λύπης αλλά και χαράς η ώρα πέρασε. Διότι ήρθαν και οι χαρές, γίνονταν και οι παρέες και όλο ιστορίες έλεγαν για να κρατούν την ιστορία τους ζωντανή, οι Μικρασιάτες. Για να μνημονεύονται και αυτοί που χάθηκαν  μέσα στο χαμό ή πέθαναν .

Με τις τσέπες γεμάτες σπόρους

Η ώρα της επιστροφής είχε ξεκινήσει. Πώς τα κατάφερα και χάθηκα σε ένα τόσο μικρό κυκλικό χωριό, ένας Θεός ξέρει.

Μπορεί και ο  «Θεός της δημοσιογραφίας» επειδή  μάλλον έπρεπε να συναντήσω και τον κ. Μανώλη Μπαρίκο, ο οποίος γεννήθηκε στην Πάνω Βάθεια το 1924.

Στεκόταν σε ένα χωράφι. Στο ένα χέρι είχε το ποτιστήρι και στο άλλο την μαγκούρα του. Κατέβηκα για να με κατατοπίσει και πιάσαμε την κουβέντα. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος Μπαρίκος και η μητέρα του Μαρία Μπουκά μαζί με τον κατά δυο χρόνια μεγαλύτερο αδερφό του, Δημήτρη, θα φύγουν από το Λυθρί πριν την μεγάλη καταστροφή.

Ο πατέρας του ήρθε στην Κρήτη , 45 χρονών. Είχε ζήσει και τον πρώτο διωγμό. Από το Λυθρί θα  βρεθεί το 1917 στο Αγρίνιο. Αραμπατζής ήταν και μάζευε και έθαβε τα πτώματα από την γρίπη αλλά αυτός δεν κόλλησε τίποτα. Επαναπατρίζεται μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού, μεταξύ του 1919-1920. Η επιστροφή δεν θα κρατήσει πολύ. Και αυτή τη φορά ο ξεριζωμός θα είναι οριστικός. Ο Κωνσταντίνος Μπαρίκος δε θα περιμένει την τελευταία στιγμή. Πήρε γυναίκα και παιδί και τα λιγοστά υπάρχοντα τους. Τόση περιουσία άφησε πίσω δεν μπορούσε να την κουβαλήσει μέσα στο καΐκι.

Μέσα στα πράγματα θα πάρει τα συμβόλαια της περιουσίας του, τα γεωργικά εργαλεία του εργαλεία, κλήματα και τους σπόρους για τα κηπευτικά. Αυτή ήταν τώρα η νέα περιουσία της οικογένειας.

«Όταν ήρθε ο πατέρας μου κρατούσε τα κλήματα μαζί του. Πρώτος στο χωριό τα έφερε ο αξιωματικός Αλέξανδρος Αλεξάκης που είχε έρθει στα μέρη μας, και τα πήρε. Ο πατέρας μου ήταν ο δεύτερος.

Όταν τους δώσανε γη άρχισε να φυτεύει κλήματα και σπόρους, τομάτες,  αγγούρια και πεπόνια. Είχε βγει ο γείτονας,  στο περβάζι, ο Γιώργος Αλεξάκης  και του φώναξε:

«-Ιντα κάνεις επαέ Κώστα και σκάφτεις;

– Βάζω τομάτες , αγγούρια και πεπόνια , μπάρμπα.

– Ίντα βασανίζεσαι … Δεν γίνονται επαέ τέτοια πράγματα».

Όταν  η γη γέννησε ο πατέρας μου, του  πήγε μια τσάντα πράγματα».

«Ήταν εύφορη η γη», συνεχίζει, «έπαιζες μια με το σκαπέτι και φύτευες το κλήμα. Έξι χιλιάδες κόρμουλες φύτεψε ο πατέρας μου , 9 χιλιάδες τις έκανε εγώ».

Θυμήθηκε πολλά ο κυρ Μανώλης Μπαρίκος: Τον πατέρα του και τη μάνα του, που πήρε και δεύτερη μηχανή για να ράβει και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Η οικογένεια είχε μεγαλώσει και είχε συνολικά επτά παιδιά.

Και άλλα πολλά είπαμε και αυτά τα γαλάζια  μάτια του άρχισαν να τρέχουν δάκρυα…

Δεν τόλμησα να σηκώσω το κεφάλι να τον αντικρύσω.

«Μου θύμησες πολλά πράγματα, παιδί μου, και στεναχωρήθηκα. Αυτά που σου είπα  τα είχα σχεδόν ξεχασμένα. Τη μάνα μου τον πατέρα μου… Τον έχασα στις 17 Αυγούστου 1956…»

Τα πεπόνια

Πολλά πράγματα έμαθα στην Επάνω Βάθεια και για τα πεπόνια. Αρκετές ποικιλίες είχαν φέρει. Τα χειμωνιάτικα και τα άνυδρα ή αργείτικα ή μουλκέικα. Τα μακρόστενα πεπόνια που είναι ο βασιλιάς του πεπονιού , όπως είπαν η κ. Γεωργία και ο κ. Μανώλης.

Όσον αφορά στο φύτεμα μάθαμε και δυο μυστικά . Η κ. Γεωργία μου έδωσε μια συμβουλή που της έλεγε ο πατέρας της. «Αν θες να φυτεύεις και να γεννάει η γη , να βάζεις τους σπόρους όταν ο μήνας έχει «Ρ«».

Ο κ. Μανώλης που έδωσε μια συμβουλή που την έχω συναντήσει ξανά. «Όλες οι καλές δουλειές γίνονται στη λίγωση του φεγγαριού τότε να φυτεύεις».

Ο καταστροφικός σεισμός

Η Επάνω Βάθεια και τα γύρω χωριά  στις 25 Φεβρουαρίου 1935 κατέρρευσε μέχρι θεμελίων από ισχυρό σεισμό μεγέθους 7 Ρίχτερ. Σκοτώθηκαν 8 άτομα τραυματίστηκαν 204 και έμειναν χωρίς στέγη 374 οικογένειες σε όλη την περιοχή που είχε πληγεί από τον Εγκέλαδο. Οι κάτοικοι σηκώθηκαν και πάλι όρθιοι…

madeincreta.gr

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

About the Author:

Post a Comment

Mikrasiatis.gr