By 14 Δεκεμβρίου 2009 0 Comments

Η σημασία των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για την προστασία των Ελληνορθοδόξων στην Τουρκία | Του Γιάννη Κτιστάκι

Η σημασία των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για την προστασία των Ελληνορθοδόξων στην Τουρκία

ktistakis250

Γιάννη Κτιστάκι

Λέκτορα Νομικής Σχολής Κομοτηνής

Νομικού Συμβούλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Όλα άρχισαν το 1997, όταν η Μεγάλη του Γένους Σχολή κατέθεσε την προσφυγή της ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφ’εξής «ΕυρΔΔΑ») στο Στρασβούργο. Η απόφαση επί της προσφυγής άργησε δέκα έτη να δημοσιευτεί. Όταν, όμως, δημοσιεύτηκε, στις 9 Ιανουαρίου του 2007, άνοιξε κυριολεκτικά τον δρόμο για την επιστροφή της σημαντικής, αφαιρεθείσας μετά το 1936, περιουσίας των μειονοτικών βακουφίων της Τουρκίας.

Ειδικότερα, η απόφαση της 9ης Ιανουαρίου του 2007 είναι η πρώτη που αφορά μειονοτικά ευαγή ιδρύματα («βακούφια») της Τουρκίας. Επακολούθησαν οι αποφάσεις του ΕυρΔΔΑ για το Αρμένικο βακούφι (εκκλησία) των Υψωμαθείων στην Κωνσταντινούπολη (16.12.2008), για το Αρμένικο βακούφι (νοσοκομείο) του Γεντίκουλε στην Κωνσταντινούπολη (16.12.2008) και το Ελληνορθόδοξο βακούφι (εκκλησία της Θεοτόκου) της Τενέδου (2.6.2009). Και βεβαίως, εν τω μεταξύ, δημοσιεύτηκε η απόφαση για το Οικουμενικό Πατριαρχείο (8.7.2008) που το δικαίωσε για το ακίνητό του (Ορφανοτροφείο) στην Πρίγκηπο.

Η απόφαση της 9ης Ιανουαρίου του 2007 είναι, επίσης, η πρώτη στην οποία το ΕυρΔΔΑ διαπιστώνει (ομόφωνα) ότι παραβιάστηκαν τα προστατευόμενα από την ΕΣΔΑ δικαιώματα των βακουφίων. Όλες οι μεταγενέστερες αποφάσεις για τα βακούφια αναφέρονται, κατά κύριο λόγο, στο νομολογιακό προηγούμενο της Μεγάλης του Γένους Σχολής.

Αντικείμενο όλων των ανωτέρω αποφάσεων είναι η αφαίρεση ακίνητης περιουσίας των βακουφίων με πρόσχημα το λεγόμενο Δηλωτικό του 1936. Η ιστορία έχει ως εξής: με την εισαγωγή του νέου Τουρκικού Αστικού Κώδικα (1926) τα υφιστάμενα βακούφια δεν απέκτησαν αυτομάτως νομική προσωπικότητα. Εκλήθησαν, λοιπόν, το 1936 να καταθέσουν στην αρμόδια κρατική Διεύθυνση Βακουφίων ένα Δηλωτικό υπό τη μορφή φορολογικής δήλωσης, στο οποίο όφειλαν να συμπεριλάβουν και την ακίνητη περιουσία τους. Το Δηλωτικό δε αυτό θεωρήθηκε «καταστατικό» του νέου νομικού προσώπου. Αμέσως όμως μετά τα γεγονότα της Κύπρου το 1974, η ολομέλεια του Τουρκικού Αρείου Πάγου έκρινε ότι τα μειονοτικά βακούφια συνιστούν εν δυνάμει κίνδυνο για την ασφάλεια της Τουρκίας και, εξ’ αυτού του λόγου, ήταν νόμιμη η αφαίρεση της ακίνητης περιουσίας. Κατά τούτο, σύμφωνα πάντοτε με το σκεπτικό, η αποκτηθείσα μετά το Δηλωτικό του 1936 ακίνητη περιουσία των βακουφίων, ακόμη και από νόμιμη αιτία (δωρεά, αγορά), δεν τους ανήκει νομίμως και περιέρχεται στο Τουρκικό Δημόσιο. Το ΕυρΔΔΑ έκρινε ότι η εν λόγω νομολογία αντιβαίνει την αρχή της νομιμότητας («νόμιμου σκοπού»), διότι, κατά τον χρόνο απόκτησης των ακινήτων, τα βακούφια δεν ήταν δυνατόν να προβλέψουν ότι κάποια στιγμή στο μέλλον θα εμφανιζόταν από το εθνικά δικαστήρια, σε βάρος τους, μία εντελώς νέα ανάγνωση της ίδιας -αμετάβλητης- νομοθεσίας. Κατά τούτο, η αφαίρεση των ακινήτων δεν πληρούσε μία εκ των προϋποθέσεων που θέτει η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου και γι’ αυτό το ΕυρΔΔΑ κατέληξε ότι παραβιάστηκε η Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η πρωτοπορία, όμως, της απόφασης για τη Μεγάλη του Γένους Σχολής δεν σταματά εδώ αλλά συνεχίζεται και στο στάδιο της εκτέλεσης. Σύμφωνα με την απόφαση, η ηττηθείσα Τουρκική Κυβέρνηση είχε να επιλέξει μεταξύ της αυτούσιας επιστροφής του ακινήτου και της ιδιαίτερα υψηλής αποζημίωσης. Επέλεξε την αποζημίωση. Περαιτέρω, όμως, η Τουρκία, πιεζόμενη κυρίως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας, προχώρησε στη ψήφιση ειδικής διάταξης για την επιστροφή των αφαιρεθέντων μετά το 1936 ακινήτων των βακουφίων. Η μεταβατική διάταξη του «προσωρινού», όπως τιτλοφορείται, άρθρου 7 του νόμου 5737/2008 περί βακουφίων ορίζει τα ακόλουθα:

Η ακίνητη περιουσία των ιδρυμάτων των θρησκευτικών κοινοτήτων, δηλαδή,

α) όσα ακίνητα ενεγράφησαν στην Δήλωση του 1936, τα οποία βρίσκονται ακόμη στην διάθεσή τους αλλά είναι εγγεγραμμένα σε τίτλους σε πραγματικά ή φανταστικά ονόματα,

γ) όσα ακίνητα είτε αγοράστηκαν από τα κοινοτικά βακούφια μετά την Δήλωση του 1936, είτε είχαν δωρηθεί ή κληροδοτηθεί, αλλά με την αιτιολογία ότι δεν μπορούσαν να αποκτήσουν περιουσία είναι σήμερα εγγεγραμμένα στο Δημόσιο ταμείο ή την ΓΔΒ ή ακόμα στο όνομα του δωρητή ή του κληρονομούμενου,

μπορεί να εγγραφεί στο όνομα του οικείου ιδρύματος μαζί με όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από το Κτηματολόγιο, ύστερα από αίτηση στην αρμόδια Διεύθυνση Τίτλων Ιδιοκτησίας εντός 18 μηνών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου και τη σύμφωνη γνώμη τις Εθνοσυνέλευσης.

Η 18μηνη προθεσμία για τη δήλωση προς το Τουρκικό δημόσιο των αφαιρεθέντων μετά το 1936 ακινήτων των βακουφίων έληξε μόλις την 27η Αυγούστου 2009. Οι υπεύθυνοι των Ελληνορθόδοξων βακουφίων κατέθεσαν δηλώσεις διεκδίκησης 998 συνολικά ακινήτων (717 στην Κωνσταντινούπολη και 281 στην Ίμβρο και στην Τένεδο). Εντός του 2009 αναμένονται οι απαντήσεις της Τουρκικής διοίκησης επ’αυτών.

Εν κατακλείδι, μία και μόνο απόφαση του ΕυρΔΔΑ, εκείνη της Μεγάλης του Γένους Σχολής, έφθασε για να κινηθεί αποτελεσματικά η διαδικασία επιστροφής της αφαιρεθείσας σημαντικής ακίνητης περιουσίας των βακουφίων. Αυτό είναι ένα απτό δείγμα της σημασίας των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τα δικαιώματα των Ελληνορθοδόξων.

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

About the Author:

Post a Comment

Mikrasiatis.gr