By 17 Φεβρουαρίου 2010 4 Σχόλια

Η Δίκη των Εξι και ο Κολοκοτρώνης | Της Χριστίνας Κουλούρη

Της Χριστίνας Κουλούρη*

Τον Ιανουάριο του 2008 ο Μιχάλης Πρωτοπαπαδάκης, εγγονός του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, πρώην πρωθυπουργού που είχε καταδικαστεί και εκτελεστεί το 1922 ως ένοχος εσχάτης προδοσίας για τη Μικρασιατική Καταστροφή, υπέβαλε στον Αρειο Πάγο αίτηση επανάληψης της περίφημης Δίκης των Εξι. Η αίτηση αιτιολογείτο με το επιχείρημα ότι νέα στοιχεία αποδεικνύουν δικαστική πλάνη. Δύο χρόνια αργότερα, τον Ιανουάριο του 2010, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφάσισε ότι αρμόδιο είναι το Ποινικό Τμήμα, που είχε ήδη λάβει απόφαση, με διαφορά μιας ψήφου, να επαναληφθεί η δίκη όχι με νέα ακροαματική διαδικασία, αλλά με συνεδρίαση για το «διά ταύτα» της υπόθεσης. Επομένως, το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου πρόκειται να συνεδριάσει για να επανεξετάσει τα στοιχεία που οδήγησαν στην εκτέλεση των Εξι, τον Νοέμβριο του 1922, δηλαδή 87 χρόνια πριν. Η πρωτοφανής αυτή απόφαση θέτει σειρά από ζητήματα που αξίζει να συζητήσουμε, έστω και εν συντομία: Πρόκειται για νομικό, πολιτικό ή ιστορικό ζήτημα; Είναι δυνατόν δικαστικοί λειτουργοί να (ξανα)γράψουν την ιστορία; Με ποια μέθοδο θα ελέγξουν την εγκυρότητα των στοιχείων; Είναι ενήμεροι της τεράστιας βιβλιογραφίας για τη Μικρασιατική Καταστροφή, των ποικίλων ερμηνειών, αλλά και των κοινών τόπων που υπάρχουν στην ελληνική ιστοριογραφία σχετικά με τη Δίκη των Εξι; Μήπως θα αρχίσουμε να επαναλαμβάνουμε όλες τις πολιτικές δίκες στις οποίες αποδεδειγμένα υπήρξε πλάνη λόγω των εμφύλιων διχασμών που έχουν ταλαιπωρήσει τη χώρα από την εποχή της ελληνικής Επανάστασης; Θα ξαναδικάσουμε τον Κολοκοτρώνη για να τον αθωώσουμε;

Το αίτημα για τη δικαίωση των Εξι φαίνεται αλλά δεν είναι ατομικό. Στοίχειωσε τη μνήμη της αντιβενιζελικής παράταξης, σε όλους τους μετέπειτα πολιτικούς μετασχηματισμούς της, και οδήγησε, όταν η πολιτική συγκυρία ήταν ευνοϊκή, σε ονοματοδοσία δρόμων και πλατειών με τα ονόματα των εκτελεσθέντων. Επρόκειτο για μια έμμεση δικαίωση, που οι κατά καιρούς πολιτικοί τους φίλοι πέτυχαν. Βεβαίως, ουδείς ιστορικός αμφισβήτησε ότι η Δίκη των Εξι υπήρξε πράξη «εθνικής σκοπιμότητας», όπως ο ίδιος ο Θ. Πάγκαλος παραδέχτηκε αργότερα, πράξη κάθαρσης για την τεράστια εθνική καταστροφή στη Μικρά Ασία, η απαραίτητη «θυσία» που εκτόνωσε, εκείνη τη στιγμή της βαριάς ήττας, τη δυσαρέσκεια των κατώτερων αξιωματικών και της προσφυγικής πλημμυρίδας. Η «παραδειγματική τιμωρία των εχθρών της Πατρίδος», που προωθήθηκε από το στρατιωτικό καθεστώς της «Επανάστασης του 1922», ήταν η απάντηση στο σύνθημα «Θάνατος στους προδότες», που ακουγόταν σταθερά μετά την είδηση της ήττας. Εχει επανειλημμένως γραφτεί ότι το μέρος του κατηγορητηρίου που αναφερόταν στον δόλο των κατηγορουμένων και στην εσκεμμένη παράδοση στον εχθρό μέρους της (ελληνικής) επικράτειας δεν ευσταθούσε από ποινική άποψη. Η Σμύρνη και η Δυτική Μικρά Ασία δεν αποτελούσαν ελληνικό έδαφος τη στιγμή της συντριβής, εφόσον δεν είχε γίνει προσάρτηση αυτών των εδαφών στην ελληνική επικράτεια και η Συνθήκη των Σεβρών ήταν ακόμη μια υπόσχεση και όχι καθεστώς.

Σε μια παρόμοια συγκυρία ωστόσο, η αξιολόγηση των πράξεων δεν γίνεται με βάση τυπικά ποινικά κριτήρια. Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει τις τεράστιες πολιτικές ευθύνες των πρωταιτίων της Καταστροφής, έστω κι αν θα πρέπει να περιληφθούν ως υπαίτιοι και πολλοί άλλοι εκτός από τους Εξι. Προφανώς στη Μικρά Ασία δεν ηττήθηκαν μόνον ο Χατζανέστης και ο Πρωτοπαπαδάκης. Ηττήθηκε η ελληνική Μεγάλη Ιδέα και η απερίσκεπτη αλυτρωτική πολιτική· ηττήθηκε η χώρα που είχε εισέλθει στον πόλεμο διχασμένη, θυσιάζοντας στην εσωτερική πολιτική διαμάχη το κοινό συμφέρον.

Αυτά είναι γνωστά. Τι καινούργιο λοιπόν μπορεί να φέρει μια απόφαση, η όποια απόφαση, ενός δικαστηρίου για ένα ιστορικό γεγονός που συνέβη τόσες δεκαετίες πριν; Οπωσδήποτε δεν θα προσθέσει κάτι στις ιστορικές μας γνώσεις. Εξάλλου, η απόφαση δεν θα έχει νομικό αλλά σαφώς πολιτικό περιεχόμενο, όπως ξεκάθαρα έχει φανεί από τις έντονες διαμαρτυρίες των προσφυγικών οργανώσεων, που θεωρούν ότι αναψηλάφηση της Δίκης των Εξι προσβάλλει τη μνήμη τους και αναβιώνει τον Διχασμό. Στην ουσία, πρόκειται για επαναδιαπραγμάτευση- για μία ακόμη φορά- της θέσης μέσα στην εθνική ιστορία ομάδων με διαφορετικές εθνοτοπικές αναφορές. Η εθνική ιστορία έχει συντεθεί μέσα από συμβιβασμούς που επιτρέπουν σε όλες τις τοπικές κοινότητες, από τον Μοριά μέχρι τη Θράκη, να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους. Ολες αυτές οι κοινότητες ωστόσο διεκδικούν πρωταγωνιστική θέση στο εθνικό αφήγημα. Ας θυμηθούμε την επικράτηση των Καλαβρυτινών έναντι των Μανιατών ως προς τον τόπο έναρξης του Αγώνα του 1821. Δεν είναι τυχαίο ότι ακούστηκαν φωνές που ζητούσαν η πόλη της Πάτρας, τόπος καταγωγής του Δ. Γούναρη, να διεκδικήσει αυτή και τη δική του δικαστική δικαίωση. Η επανάληψη της Δίκης των Εξι ξαναφέρνει λοιπόν στο προσκήνιο τη σύγκρουση Ελλαδιτών και προσφύγων, μια σύγκρουση που έχει καθορίσει την προσφυγική μνήμη, καθώς και το αίσθημα αποκλεισμού της προσφυγικής μνήμης από την επίσημη ιστορία.

Αφετέρου, η επανάληψη μιας δίκηςθέτει το εύλογο ερώτημα γιατί δεν έχει συμβεί κάτι ανάλογο με τόσες άλλες δίκες για «προδοσία» βάσει πολιτικών φρονημάτων στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Αλλά χρειάζεται άραγε ο Νίκος Μπελογιάννης, που οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα το 1952, μια νέα δικαστική απόφαση που να τον αθωώνει; Εξαρτάται από ένα δικαστήριο η ετυμηγορία της Ιστορίας;

*Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι καθηγήτρια Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Πελοποννήσου.

Πηγή: Βήμα Online

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

About the Author:

4 Σχόλια "Η Δίκη των Εξι και ο Κολοκοτρώνης | Της Χριστίνας Κουλούρη"

Trackback | Comments RSS Feed

  1. Ο/Η Μιχ. Πρωτοποπαδάκης λέει:

    Το αξιόλογο αυτό άρθρο ταιριάζει σε πολιτική αναψηλάφηση που γίνεται από την Βουλή. Εδώ πρόκειται γιά δικαστική αναψηλάφηση, που περιορίζεται στο ποινικό μέρος της αντίστοιχης υπόθεσης, στην υπόψη περίπτωση, αν ο κατηγορηθείς είναι αθώος από την κατηγορία πως ό,τι έπραξε καλώς ή κακώς, το έπραξε με σκοπό να βλάψει την Πατρίδα έναντι κάποιου ανταλλάγματος. Η δικαστική αναψηλάφηση γίνεται αν το ζητήσει ο καταδικασθείς (αν ζει) ή συγγενής του μέχρι Β΄βαθμού, πχ. εγγονός. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει για τον Κολοκοτρώνη ή άλλους ήρωες που αδικήθηκαν στο μακρινό παρελθόν. Του Μπελογιάννη μπορούσε να έχει γίνει, αν συγγενείς του το είχαν ζητήσει, προσκομίζοντας σοιχεία που δεν ήσαν γνωστά στους δικαστές που τον δίκασαν. Οπως και αν είναι, η αίτηση είναι προσωπική. Στην υπόψη περίπτωση αναφέρεται προσωπικά στον Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, από τον κλειστό κύκλο των απογόνων του.
    Η αγανάκτηση των απογόνων των τραγικών θυμάτων προς όποιον τους πρόδωσε, είναι δικαιολογημένη, αρκεί να στρέφεται προς τους πραγματικούς προδότες, πχ σ΄εκείνους που λιποτάκτησαν την νύχτα της 14 προς 15 Αυγούστου 1922, αφήνοντας τους Τούρκους να διεισδύσουν πέρα από την μετωπική γραμμή μας(πώς έμαθαν ότι υπάρχει το κενό;)και να χτυπήσουν τον στρατό μας από τα μετώπισθεν. Τότε χάθηκε και ο θείος μου Μιχαήλ (Μίκης) και παρέμεινε αγνοούμενος. Μήπως έτσι άρχισε η καταστροφή;

  2. Ο/Η ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΣΑΝΤΑΙΟΣ λέει:

    ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ κας ΚΟΥΛΟΥΡΗ ΕΙΝΑΙ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ. ΕΝΗΜΕΡΩΝΕΙ , ΑΝΑΛΥΕΙ , ΣΥΝΔΥΑΖΕΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΓΕΙ. ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ ΔΑΣΚΑΛΩΝ.
    ΩΣ ΠΑΙΔΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΚΑΙ ΕΓΩ ΟΜΩΣ ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΠΡΟΣΘΕΣΩ ΟΤΙ, ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥΣ(ΤΩΝ ΕΞΙ) ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ , ΦΕΡΟΥΝ ΑΚΕΡΑΙΑ ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΦΑΓΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ (ΔΙΑΒΑΣΤΗΚΕ Η ΦΟΒΕΡΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΙΑΣ ,ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΤΕΡΓΙΑΔΗ, ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΘΑΡΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, ΣΕ ΣΧΕΤΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΤ 3 ΠΡΟ ΗΜΕΡΩΝ).
    ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ Η ΑΘΩΩΣΗ ΟΠΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ , ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ.

  3. Ο/Η Μιχ. Πρωτοποπαδάκης λέει:

    Κύριε Σανταίο,
    Χαίρομαιπου μπορώ να συνδιαλέγομαι με ένα πρόσωποόπως εσείς, που παρουσίασε την άποψή του επώνυμα.
    Όπως σημείωσα στο παραπάνω σχόλιό μου, συμφωνώ ότι το άρθρο είναι αξιόλογο, γι’αυτό και το σχολίασα. Δεν έχω αντιληφθεί από τα γραφόμενά σας, αν προσέξατε την διαφορά μεταξύ πολιτικής και δικαστικής αναψηλάφησης μιάς δίκης. Νομίζω ότι την περιγράφω στο παραπάνω σχόλιό μου.
    Παρακαλώ, ακόμη, να προσέξετε ότι η καταδικαστική απόφαση δεν κατηγορεί τους δικασθέντες για την Μικρασιατική Καταστροφή. Δεν υπάρχει νόμος που να προβλέπει ποινές γιά ηγέτες που ήσαν στην εξουσία σε εποχή μιας ήττας. Η κατηγορία ήταν η διάπραξη «εσχάτης προδοσίας». Ο όρος ανήκει στον χώρο της νομικής επιστήμης και θα πρέπει να σας εξηγείσει κάποιος νομικός την ακριβή σημασία του. Η Δικαιοσύνη δεν είναι Βουλή, ούτε συνέδριο ενός σωματείου. Οι συζητήσεις και οι αποφάσεις ακολουθούν αυστηρά καθορισμένους όρους, που βασίζονται στο Σύνταγμα, πράγμα που δεν έγινε στο Έκτακτο Στρατοδικείο του 1922, όπως δήλωσε αργότερα στην Βουλή ο Ελ. Βενιζέλος. Ο δε θ. Πάγκαλος, που ανέκρινε τους κατηγορηθέντες, δήλωσε στην Βουλή και αυτός, ότι το πόρισμα της ανάκρισης δεν στηρίζεται σε τεκμηριωμένες αποδείξεις και ότι οι κατηγορηθέντες «αναμφιβόλως» ήσαν αθώοι.
    Τέλος, ο Αλ. Παπαναστασίου δήλωσε απευθυνόμενος στον Βενιζέλο, οτι «αν θέλουμε να επανέλθει ο τόπος στην Συνταγματική τάξη, το πρώτον που πρέπει να κάμωμε, είναι να αναθεωρήσωμε την Δίκη των Έξι». Το Σύνταγμά μας παραμένει πληγωμένο και αφήνειν ανοικτή την πόρτα στην εκάστοτε εξουσία για την χρήση έκτακτων στρατοδικείων προς εξόντωση των αντιπάλων της.

Post a Comment

Mikrasiatis.gr