By 8 Δεκεμβρίου 2009 0 Comments

Β.Τζανακάρης: Η μνήμη είναι αυτή που κρατάει τον άνθρωπο όρθιο…

Η μνήμη είναι αυτή που κρατάει τον άνθρωπο όρθιο…

vasilis_tzanakaris

«Έχουμε από τις πιο βαριές ιστορίες σε όλο τον κόσμο και δεν την έχουμε μάθει, δεν την ξέρουμε, δεν μπορούμε να την αγαπήσουμε», θα πει ο Σερραίος λογοτέχνης

Επανέρχεται με ένα βιβλίο μνήμης, που ξύνει τις πληγές τις προσφυγιάς με χρονική αφετηρία το Πάσχα του 1923 στη Μικρασία

…Οταν ένα βιβλίο ιστορίας καταφέρνει να φτάσει στην 10η χιλιάδα και να δείχνει ότι μπορεί να συνεχίσει και παραπέρα, σημαίνει ότι ο κόσμος, οι Έλληνες, γυρίζουμε πια στην κολυμπήθρα, στην πηγή, στην ιστορία μας, θα πει για το βραβευμένο του βιβλίο «Δακρυσμένη Μικρασία»

Συνέντευξη Δήμος Μπακιρτζάκης

Ένα βιβλίο μνήμης, που μπορεί να μας ξύνει τις πληγές που έχουμε μέσα μας, αλλά μας βοηθάει να σταθούμε όρθιοι απέναντι στο παρελθόν μας, χαρακτηρίζει το νέο του βιβλίο «Στο όνομα της προσφυγιάς» ο συγγραφέας Βασίλης Τζανακάρης. Ο Σερραίος λογοτέχνης καταθέτει στον αναγνωστικό κοινό την συγκλονιστική συνέχεια του βιβλίου «Δακρυσμένη Μικρασία», που τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο χρονικού-μαρτυρίας.

«Πάσχα του 1923. Επί ξύλου κρέμεται το γήινο σώμα του πρόσφυγα Χριστού. Ματωμένο, βασανισμένο, σταυρωμένο. Όλη η μικρασιάτισσα γη, από τον Πόντο, τη Θράκη, την Ιωνία, μέχρι κάτω τα παράλιά της, λάμπει τώρα καρφωμένη στον σταυρό του δικού της μαρτυρίου. Γόοι, πικρά δάκρυα, αβάσταχτος πόνος. Με όξος και χολή έχουν ποτιστεί μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής τους οι ξεριζωμένοι που έρχονται στην Ελλάδα». Ένα βιβλίο που ρίχνει άπλετο φως στην πλέον άγνωστη και σκοτεινή εποχή της νεοελληνικής ιστορίας, με τις «ευζωνικές» ίντριγκες των στρατιωτικών, τα παράξενα της καθημερινότητας, τους έρωτες, τη διασκέδαση, τα ναρκωτικά, τον θάνατο, καθώς από το «βάθος των αιώνων» αρχίζουν να ανατέλλουν οι μέρες της αβασίλευτης δημοκρατίας και της ελπίδας.

Ο Βασίλης Τζανακάρης μιλώντας στο ράδιο Χρόνος 87,5 δήλωσε δικαιωμένος από την προηγούμενη εκδοτική του προσπάθεια, κυρίως γιατί αυτό κατάφερε να γίνει αποδεκτό σε μεγάλο βαθμό από τον απλό αναγνώστη. Το νέο του βιβλίο αισιοδοξεί να έχει την ίδια τύχη και να αγαπηθεί από τον κόσμο, αφού, όπως λέει, «έχουμε από τις πιο βαριές ιστορίες σε όλο τον κόσμο, αξίζει να την μάθουμε και να την αγαπήσουμε.

Τιμηθήκατε με το κρατικό βραβείο για το προηγούμενο βιβλίο «Δακρυσμένη Μικρά Ασία». Το βιβλίο αυτό «Στο όνομα της προσφυγιάς» έρχεται σαν συνέχεια του προηγούμενου;

-Ξεκινάω σχεδόν από τα Χριστούγεννα του 1922, έχω όλο το 1923 και φτάνω μέχρι τον Απρίλη του 1924 και σκεφτείτε ότι για μεν την Μικρασία που είχε σχεδόν 4-4,5 χρόνια, οι σελίδες του βιβλίου είναι 740, γι’ αυτό είναι 600 μόνο για ένα έτος και κάτι μήνες, που σημαίνει ότι είχε πολλά γεγονότα.

Άρα μια σημαντική ιστορικά, για σένα, περίοδος, πολύ περισσότερο από την Μικρασία;

-Και κυρίως αυτό που με τράβηξε ήταν το άγνωστο αυτής της εποχής για το οποίο δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα. Είναι μια έρευνα κυρίως μέσα από εφημερίδες της εποχής, γιατί όπως ξέρεις εμένα με ενδιαφέρει το καθημερινό γίγνεσθαι. Ο άνθρωπος, τα ψιλά της εφημερίδας, το περιθώριο, κάτι που δεν έχει ξαναγίνει, που δεν έχει γραφεί επίσημα στα χαρτιά, γιατί λίγο-πολύ ορισμένα πράγματα είναι γνωστά, μέσα από έγγραφα, εμένα δεν με ενδιαφέρουν οι επισημότητες.

Αυτό όμως δεν είναι τελικά και η πραγματική ιστορία;

-Έτσι πιστεύω. Υπάρχει ένα μεγάλο κεφάλαιο, εκτός από αυτό του 1922 που λέω «των κεκοιμμημμένων» και αναφέρομαι και στο δράμα του Θρακιώτικου λαού. Υπάρχει ένα δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο «1923-ένας κήπος με τριαντάφυλλα χωρίς αγκάθια», όπου καταγράφεται το δράμα της προσφυγιάς, όταν έρχεται κάποιος εδώ και είναι σαν χαμένος, δεν ξέρει που να πάει, τι να φάει, τι να κάνει, που να κοιμηθεί. Ήθελα όμως να πω ότι το προηγούμενο βιβλίο μου «Δακρυσμένη Μικρασία» βέβαια πήρε το κρατικό βραβείο για το 2008, αλλά το μεγαλύτερο βραβείο για εμένα ήταν η αντίδραση του κόσμου. Προχθές με πήρε ένας τηλέφωνο από τον Πύργο, διάβασε το βιβλίο και μου λέει, πήρα το βιβλίο και νόμιζα ότι ήταν ακόμα ένα για την Μικρασία, αλλά διαπιστώνω ότι είναι «Το βιβλίο» για την Μικρασία, δηλαδή το βραβείο μου το έχει δώσει ο κόσμος. Το ότι ένα βιβλίο ιστορίας καταφέρνει να φτάσει στην 10η χιλιάδα και να δείχνει ότι μπορεί να συνεχίσει και παραπέρα σημαίνει ότι ο κόσμος, οι Έλληνες, γυρίζουμε πια στην κολυμπήθρα, στην πηγή, στην ιστορία μας, γιατί έχουμε από τις πιο βαριές ιστορίες σε όλο τον κόσμο και δεν την έχουμε μάθει, δεν την ξέρουμε, δεν μπορούμε να την αγαπήσουμε.

Πως αποτυπώνεται αυτός ο πόνος, τα δάκρυα, ο ξεριζωμός από τις πατρογονικές εστίες,

-Αποτυπώνεται με το εξής, το Πάσχα του 1923, επί ξύλου κρέμεται το γήινο σώμα του πρόσφυγα Χριστού, ματωμένο, βασανισμένο, σταυρωμένο, όλη η μικρασιάτισσα γη από τον Πόντο, τη Θράκη, την Ιωνία μέχρι κάτω τα παράλια της λάμπει τώρα καρφωμένη στον σταυρό του δικού της μαρτυρίου, γόη, πικρά δάκρυα, αβάστακτος πόνος οι ξεριζωμένοι που έρχονται στην Ελλάδα.

Θυμόμαστε βέβαια και τις διηγήσεις των παππούδων μας που τα έζησαν…

-Είναι ένα βιβλίο μνήμης, που μπορεί να μας ξύνει τις πληγές που έχουμε μέσα μας, , αλλά πάντα, γιατί ξέρεις η μνήμη είναι αυτή που κρατάει τον άνθρωπο όρθιο και θα μας κάνει να θυμηθούμε αυτά που έχουμε ακούσει από τους παππούδες μας, από φίλους, γνωστούς, που έχουν λίγο-πολύ υποφέρει, ανήκουν στην προσφυγιά, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι τουλάχιστον οι μισοί Έλληνες ανήκουν στην προσφυγιά.

Δεχτήκανε και την αντίδραση των ντόπιων οι πρώτοι πρόσφυγες που ήρθαν. Τους είδαν και σαν εχθρούς, ότι ήρθαν να πάρουν τα χωράφια τους, περιουσίες τους, κάτι που το αντιμετωπίζουμε και σήμερα, με τους παλιννοστούντες και με άλλες ομάδες.

-Ναι, ακριβώς, σήμερα ζούμε την προσφυγιά των άλλων, όμως η δική μας προσφυγιά ήταν τελείως διαφορετική προσφυγιά. Όλες είναι άσχημες, όλοι οι πανάρχαιοι δρόμοι της προσφυγιάς πρέπει κάποτε να σταματήσουν, να κλείσουν. Οι άνθρωποι όμως που ήρθαν εδώ από την Μικρά Ασία δεν ήρθαν εδώ ως οικονομικοί πρόσφυγες, όπως έρχονται οι σημερινοί, ήρθαν κυνηγημένοι από τον τρόμο, τον φόβο, τον θάνατο, της σφαγής, του καψίματος, ήταν μια φοβερή εμπειρία αυτή που πέρασαν και ένας ιδιαίτερα τρομακτικός πόνος που ένιωσαν εκεί στα παράλια της Μικράς Ασίας μέχρι να καταφέρουν να μπουν σε κάποιο πλοίο ώστε να έρθουν εδώ να κουρνιάσουν κάτω από τα φτερά της πατρίδας…

Σου δόθηκε η ευκαιρία να συνομιλήσει με πολλούς τέτοιους ανθρώπους που είχαν τις προσωπικές τους εμπειρίες, τον προσωπικό τους πόνο. Τι θυμούνται;

-Όλη μου η ζωή ήταν να συζητώ μαζί τους, θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια κουβέντιαζα μαζί τους, τότε που ακόμη οι γέροι και οι γριές περίμεναν πως κάποια στιγμή θα γύριζαν πίσω, όλα τα μάτια ήταν στραμμένα προς την ανατολή. Ποτέ η πρώτη γενιά των προσφύγων, οι πραγματικοί πρόσφυγες που ήρθαν εδώ, ποτέ δεν πίστεψαν ότι ο τόπος που ήρθαν είναι πια η μόνιμη κατοικία τους, πίστευαν ότι κάποια στιγμή θα γυρνούσαν, πολλοί από αυτούς δεν ήξεραν ούτε καν τα ελληνικά, μιλούσαν τούρκικα. Η συνείδηση, το πνεύμα τους, η καρδιά τους, έπαλαν για την Ελλάδα, τραντάζονταν για την πατρίδα, αλλά ήθελαν να μην κοπούν και οι ρίζες τους με το μέρος που έζησαν, που μεγάλωσαν, που έκαναν τα παιδιά τους, που έθαψαν τους δικούς τους, είχαν τα κόκαλά τους. Είναι ιδιαίτερα τραγικό αυτό που θα σου πω. Το βιβλίο σχεδόν κλείνει με μια είδηση που λέει ότι «Οι Τούρκοι φορτώνουν το πρώτο καράβι εμπορικό και το πάνε στην Ολλανδία για να γίνουν τα κόκαλα των Ελλήνων που θάφτηκαν εκεί, των Ελλήνων στρατιωτών, για να γίνουν λίπασμα», αυτό είναι κάτι το συγκλονιστικό, δεν το έχει δημοσιεύσει καμία Ελληνική εφημερίδα, παρά μόνο, είναι ένα τηλεγράφημα του πρακτορείου Ρόιτερ και το δημοσιεύει μόνο ο «Ριζοσπάστης» στην πρώτη σελίδα. Εκεί κατάφερα να το βρω.

Υπήρχε οργή, αγανάκτηση, ή με τα χρόνια καταλάγιασαν όλα αυτά;

-Όχι, μίσος και οργή όχι, γιατί θα ξέρεις πάρα πολύ αργότερα, ακόμη και σήμερα θυμούνται τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, ότι περνούσαν πολύ καλά εκεί με τους Τούρκους, ζούσαν αρμονικά, δεν είχαν να χωρίσουν τίποτα. Στο κάτω-κάτω της γραφής ήταν δικό τους πρόβλημα το αν θα μάλωναν ή αν θα αγαπιόταν μεταξύ τους. Δεν ήταν πρόβλημα των άλλων που ήρθαν και τους είπαν όσοι είστε Χριστιανοί θα περάσετε από την άλλη μεριά και όσοι δεν είστε θα μείνετε. Αυτοί που μας έρχονται σήμερα δεν έρχονται υποχρεωτικά, μπορεί να έρχονται από ανάγκες αλλά δεν τους υποχρεώνει κανένας νόμος και κανένας φόβος να έρθουν ως πρόσφυγες, τότε ήταν η πρώτη πραγματικά υποχρεωτική η «ανταλλαγή πληθυσμών».

Βέβαια αυτά μας ταλαιπωρούν και σήμερα ακόμη, δεν έχουν ξεκαθαριστεί πλήρως, υπάρχουν δύο αντικρουόμενες απόψεις, βουλευτές του Ελληνικού κοινοβουλίου μαλώνουν για την συνθήκη της Λωζάνης, μαλώνουν για τις μειονότητες, ένα πρόβλημα που κληρονομήσαμε ακριβώς εκείνη την εποχή που αναφέρονται τα βιβλία σου.

-Μιλάμε τώρα πια για το βιβλίο «Στο όνομα της προσφυγιάς» που έχω βγάλει, το νέο, και που είναι η συνέχεια από την «Δακρυσμένη Μικρασία». Στο τέλος του βιβλίου, υπάρχουν όλα τα άρθρα, για να γίνει γνωστό ας πούμε, αυτό που λέμε η κυβέρνηση της μεγάλης εθνοσυνελεύσεως της Τουρκίας και η Ελληνική κυβέρνηση συμφώνησαν επί των ακολούθων όρων, έχω όλους τους σχετικούς με την σύμβαση όρους και την ανταλλαγή των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών έτσι όπως υπογράφτηκε στην Λωζάνη στις 30 Ιανουαρίου 1923 ενώ η τελική υπογραφή μπήκε τον Ιούλιο 1923, δηλαδή γινόταν διάφορες διαπραγματεύσεις μέχρι τότε.

Έχετε εντρυφήσει προφανώς και στην συνθήκη της Λωζάνης, διευκρινίστε μας ένα πράγμα, η παράγραφος, η αποστροφή αυτή που αναφέρετε για την μουσουλμανική μειονότητα στην Θράκη, τί αναφέρει ακριβώς;

-Η μουσουλμανική μειονότητα στην Θράκη έμεινε ως αντιστάθμισμα των Ελλήνων που θα παρέμεναν στην Κωνσταντινούπολη, είπαν ότι εφόσον θα παραμείνουν στην Κωνσταντινούπολη οι Έλληνες Χριστιανοί, οι μουσουλμάνοι θα παραμείνουν στην Θράκη, αυτή ήταν η ανταλλαγή που έγινε, όλοι οι άλλοι κάτοικοι ανταλλάχθηκαν, μόνο που το κακό ήταν ότι στην Κωνσταντινούπολη ο Ελληνισμός, λίγο-λίγο έφθινε, έτσι που σήμερα να παραμείνουν 1500-2000 άτομα. Ενώ εδώ δεν πειράχτηκαν καθόλου, εκεί κυνηγήθηκαν από το επίσημο κράτος των Τούρκων, άσχετα αν τώρα λένε ότι ήταν παρακρατικοί που έκαναν εκείνο το Σεπτέμβρη τα γεγονότα. Επίσημα ήξερε το κράτος, δεν μπορούσε να τους σταματήσει, ήξερε πολύ καλά τι γινόταν, όπως ήξεραν επίσης το 1964 με την Κύπρο, αυτά τα δύο χτυπήματα ήταν και έμειναν ελάχιστοι άνθρωποι εκεί.

Αυτά θα τα δούμε να αποτυπώνονται και σε βιβλίο;

-Όχι, δεν μπορώ να φτάσω, δεν θα με πάρουν και τα χρόνια μου».

Η έκδοση «Στο όνομα της προσφυγιάς» συμπληρώνεται από αδημοσίευτες φωτογραφίες της Στρατιάς του Έβρου, σκίτσα, πρωτοσέλιδα του Τύπου εκείνης της ιστορικής περιόδου και χάρτες.

Πηγή: Χρόνος

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

About the Author:

Post a Comment

Mikrasiatis.gr