By 19 Ιανουαρίου 2011 4 Σχόλια

Ήταν ιστορικά και πολιτικά αναγκαία η επανάληψη της διαδικασίας της ιστορικής «Δίκης των έξι»;

του Θόδωρου Λυμπεράκη

[Από την εφημερίδα «Μνήμη», φ. 5 (Ιανουαρίου 2011)

του Συλλόγου Μικρασιατών Ν. Καβάλας]

Όπως είναι γνωστό, τον Οκτώβριο του 2010 ο Άρειος Πάγος, το ανώτατο δικαστήριο της χώρας, έλαβε μια πρωτοφανή στα χρονικά της χώρας και άκρως ιστορική απόφαση: Αθώωσε τους «έξι» που είχαν καταδικαστεί ως υπεύθυνοι για τη Μικρασιατική Καταστροφή και είχαν εκτελεστεί στο Γουδί. Η επανάληψη της δίκης έγινε μετά από αίτηση του κ. Μιχάλη Πρωτο-παπαδάκη, εγγονού ενός των καταδικασθέντων. Η αναψηλάφηση της δίκης και κυρίως το α-θωωτικό αποτέλεσμα προκάλεσαν σωρεία οργισμένων αντιδράσεων από τις ομοσπονδίες των προσφυγικών σωματείων και πολλούς μικρασιατικούς, ποντιακούς και θρακικούς συλλόγους. Ζητήσαμε από τον κ. Θεόδωρο Δημ. Λυμπεράκη, διαπρεπή νομικό της πόλης μας, δικηγόρο και ιστορικό ερευνητή, να μας δώσει την άποψή του για το θέμα και τον ευχαριστούμε για την ανταπόκρισή του.

Οι αιτίες, τα γεγονότα και τα τραγικά αποτελέσματα της Μικρασιατικής Καταστροφής είναι γνωστά και η υπενθύμισή τους περιττεύει. Μια από τις πτυ-χές του δράματος ήταν και ο «εθνικός διχασμός», κορυφαίο επεισόδιο του ο-ποίου αποτέλεσε και η γνωστή, πλέον, «Δίκη των Έξι», δηλαδή η δίκη των πολιτικών και στρατιωτικών που θεωρήθηκαν ως πρωταίτιοι της μεγάλης κα-ταστροφής.

Την επαύριον της Μικρασιατική Καταστροφή εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα, υπό τους συνταγματάρχες Πλαστήρα και Γονατά και τον αντιπλοίαρχο Φωκά. Το κίνημα, που εξανάγκασε σε παραίτηση την κυβέρνηση Τριανταφυλ-λάκου και τον βασιλιά Κωνσταντίνο, είχε ως πολιτικό και ηθικό έρεισμά του την άποψη ότι «ο ελληνικός στρατός δεν νικήθηκε, αλλά προδόθηκε».

Στην Αθήνα συγκροτήθηκε επαναστατική επιτροπή, η οποία αμέσως διέτα-ξε εκτεταμένες συλλήψεις αντιβενιζελικών πολιτικών, υπό την πίεση της κοινής γνώμης. Μία ογκώδης διαδήλωση 100.000 ανθρώπων στην Πλατεία Συντάγμα-τος, στις 9 Οκτωβρίου του 1922, ζήτησε την εκτέλεση των υ¬πευθύνων της τραγωδίας, ένα αίτημα που είχε ήδη καλλιεργήσει έντεχνα η Επαναστατική Ε-πιτροπή με το διάγγελμα της 5ης Οκτωβρίου προς τον ελληνικό λαό. Στο διάγ-γελμα γινόταν λόγος για παραδειγματική, ποινική τιμωρία των «εχθρών της πατρίδος», στους οποίους οφειλόταν η κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώ-που και η διεθνής καταδίκη της Θράκης. Ο κύβος είχε, συνεπώς, ριφθεί. Το ε-παναστατικό κίνημα απαιτούσε εξιλαστήρια θύματα, προκειμένου να γίνει αρεστό στον εξοργισμένο λαό.

Οι αδιάλλακτοι στον στρατό (Πάγκαλος, Οθωναίος, Χατζηκυριάκος) αλλά και ο πολιτικός Αλέξανδρος Παπαναστασίου απαιτούσαν εκτελέσεις. Οι μετρι-οπαθείς (Πλαστήρας, Δαγκλής, Γονατάς), ήθελαν μια κανονική δίκη και το ίδιο απαιτούσαν κι οι μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης. Τελικά, οι δύο απόψεις των κινηματιών «συμβιβάστηκαν» στη διεξαγωγή μιας δίκης – παρωδίας, από ένα έκτακτο στρατοδικείο, που «στήθηκε» γι’ αυτό τον σκοπό και το οποίο παρείχε ελάχιστα εχέγγυα αμερόληπτης απονομής της Δικαιοσύνης.

Το έκτακτο Στρατοδικείο συγκροτήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1922. Τρεις μέρες αργότερα η ανακριτική επιτροπή, επικεφαλής της οποίας ανέλαβε ο σκληροπυρηνικός υποστράτηγος Θεόδωρος Πά¬γκαλος, εξέδωσε πόρισμα, με το οποίο παρέπεμψε σε δίκη, με την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας», οκτώ πρόσωπα που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστι¬κό ρόλο στην πολιτική και στον Στρατό, κατά την περίοδο 1920-1922: Τον Δημήτριο Γούναρη (πρώην Πρωθυ-πουργό), τον Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη (πρώην Πρωθυπουργό), τον Νικόλαο Στράτο (πρώην Πρωθυπουργό), τον Νικόλαο Θεοτόκη (Υπουργό Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη), τον Γεώργιο Μπαλτατζή (Υπουργό Εξωτε-ρικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη), τον Ξενοφώντα Στρα-τηγό (υποστράτηγο ε.α., Υπουργό Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Γούναρη), τον Μιχαήλ Γαύδο (υποναύαρχο ε.α., Υπουργό Εσωτερικών στην κυβέρνηση Γούναρη) και τον Γεώργιο Χατζανέστη, (αντιστράτηγο, Αρχιστράτηγο του Ελ-ληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία και τη Θράκη).

Η δίκη διεξήχθη από την 31η Οκτωβρίου έως την 15η Νοεμβρίου του 1922, σε ειδικά διαρρυθμισμένη αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής (Παλαιά Βουλή), αφού, ευθύς εξ αρχής, το Έκτακτο Στρατοδικείο απέρριψε το απόλυτα εύλογο για μια δημοκρατική κι ευνομούμενη χώρα αίτημα των κατηγορουμένων, να δικαστούν από το Ειδικό Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή του τότε ισχύοντος νόμου περί ευθύνης Υπουργών.

Κοινή ήταν η πεποίθηση, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ότι το Στρατοδι-κείο θα επέβαλλε θανατικές ποινές. Λόγω των διεθνών πιέσεων υπέρ των κατη-γορουμένων η μετριοπαθής κυβέρνηση του Σωτηρίου Κροκίδα εξαναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 10 Νοεμβρίου και την πρωθυπουργία ανέλαβε, στις 14 Νο-εμβρίου, (ενώ, δηλαδή, διαρκούσε ακόμη η δίκη), ο συνταγματάρχης Στυλιανός Γονατάς, ηγετικό στέλεχος του κινήματος. Την ίδια εκείνη ημέρα, μετά την ο-λοκλήρωση των απολογιών των κατηγορουμένων και των αγορεύσεων των συ-νηγόρων υπεράσπισης, το Στρατοδικείο εξέδωσε την απόφασή του, με την ο-ποία κήρυξε παμψηφεί ενόχους, για εσχάτη προδοσία, όλους τους κατηγορου-μένους κι επέβαλε τη ποινή του θανάτου στους λοιπούς εξ αυτών, πλην του Μιχαήλ Γαύδου και του Ξενοφώντος Στρατηγού, στους οποίους επέβαλε την ποινή των ισοβίων δεσμών. Τη δίκη εκείνη της απόλυτης πολιτικής σκοπιμότη-τας τη συμπλήρωσε η εσπευσμένη εκτέλεση των θανατοποινιτών, λίγες μόλις ώρες μετά την έκδοση της ετυμηγορίας του στρατιωτικού δικαστηρίου.

Γίνεται αντιληπτό, απ’ όσα συνοπτικά σας εξέθεσε ο υπογράφων, ότι, ως νομικός, δεν μπορεί να θεωρήσει αυτό που συνέβη στα τέλη του 1922 ως «δί-κη», υπό την τεχνική έννοια του νομικού όρου. Επρόκειτο για ένα παιχνίδι ε-ξουσίας, για μια προσπάθεια ικανοποίησης της ανάγκης του ελληνικού λαού και των προσφύγων, ν’ ανεύρουν εξιλαστήρια θύματα, στα οποία να ξεσπά-σουν την οργή τους. Την ανάγκη αυτή πολύ εύκολα ικανοποίησε ένα «επανα-στατικό» κίνημα, το οποίο εκπορεύθηκε «εκ των άνω» και όχι από τον λαό, ο-δηγώντας σε μια δίκη – παρωδία, σε μια δίκη πολιτικής σκοπιμότητας, τα επι-λεχθέντα ως εξιλαστήρια θύματα, που ήταν –καθόλου σπάνιο για τη δύσμοιρη πατρίδα μας!– οι πολιτικοί αντίπαλοι του νέου αυτού καθεστώτος!

Το τελευταίο που θα περίμενε, κατόπιν τούτων, ο υπογράφων, ως νομικός, αλλά και ως δημοκρατικός πολίτης της Ελλάδας του 21ου αιώνα, ήταν μια νέα δίκη, πολιτικής σκοπιμότητας κι αυτή τη φορά, σαν αυτή που διεξήχθη ενώπιον του Ζ΄ ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκειμένου ν’ ανατραπούν, 88 χρόνια αργότερα, οι συνέπειες εκείνες της επαίσχυντης, πρώτης δίκης, του 1922.

Κατανοώ, βέβαια, την ευαισθησία των απογόνων των θεωρηθέντων ως πρωταιτίων της Μικρασιατικής Καταστροφής και καταδικασθέντων από το έ-κτακτο Στρατοδικείο, να ζητήσουν την αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης των προγόνων τους (οι οποίοι, άλλωστε, δεν δικάστηκαν στα πλαίσια μιας δί-καιης δίκης). Επίσης, δεν θεωρώ κανέναν από τα εκατομμύρια των απογόνων των προσφύγων της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης ότι πονάει πε-ρισσότερο από μένα (απόγονο προσφύγων που ήλθαν από την Ανατολική Θρά-κη) για την τεράστια εκείνη απώλεια. Δεν μπορώ όμως να κατανοήσω, ως νο-μικός μεν τη νομιμότητα, ως πολίτης δε την σκοπιμότητα μιας νέας δίκης.

Ως νομικός πιθανολογώ το σκεπτικό της με αριθμό 1675/2010 απόφασης του Ζ΄ ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (παρότι δεν έχει ακόμη δημοσι-ευθεί στην Τράπεζα νομικών πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ» και, συνεπώς, δεν μπό-ρεσα να το έχω στα χέρια μου): Η επανάληψη της διαδικασίας της «Δίκης των Έξι», που είχε αμετάκλητα περατωθεί πολλές δεκαετίες πριν, στηρίχθηκε στη διάταξη του άρθρου 525 αριθμός 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σύμφωνα μ’ αυτήν, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επα-ναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα –άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν– γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό μ’ εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγου-μένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε ήταν αθώος ή καταδικά-στηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Πράγματι, στην προαναφερθείσα, ποινική δίκη, το Ζ΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου, με οριακή πλειοψηφία έκρινε ότι προέκυψαν νέα στοιχεία, που συνη-γορούν υπέρ της αθώωσης των κατηγορουμένων. Ως τέτοια κρίθηκαν, αφενός μεν ένα τηλεγράφημα που ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε στείλει στο έκτακτο Στρατοδικείο, από το εξωτερικό όπου βρισκόταν και το οποίο έφθασε την επο-μένη (16η Νοεμβρίου) της εκτέλεσης των έξι καταδικασθέντων, αφετέρου δε μια ομιλία του ιδίου στη Βουλή, στην οποία έλεγε ότι οι «έξι» δεν έπρεπε να χαρακτηρισθούν προδότες.

Κατά την ταπεινή μου άποψη, όμως, τέτοια στοιχεία δεν ήταν επαρκή και ικανά ν’ ανατρέψουν την παλαιά εκείνη δίκη, όσο αντιδημοκρατικά κι αν είχε διεξαχθεί, τη στιγμή μάλιστα που αυτά τα δύο στοιχεία αποτελούν ιστορικά και όχι νομικά αποδεικτικά στοιχεία, όπως, παρόμοια, ιστορικής και μόνο α-ξίας στοιχεία αποτελούν οι απόψεις κι οι ερμηνείες των ιστορικών, των στρα-τιωτικών εμπειρογνωμόνων και των εν γένει μελετητών, όλων των δεκαετιών που ακολούθησαν την επαίσχυντη εκείνη δίκη. Επιπλέον τα πρακτικά της συ-νεδρίασης του έκτακτου Στρατοδικείου που την είχε διεξαγάγει και στα οποία είχαν περιληφθεί, μεταξύ άλλων, οι καταθέσεις των 12 μαρτύρων υπεράσπισης και των 12 μαρτύρων κατηγορίας, δεν υπήρχαν πια, ώστε να τεθούν υπόψη των Αρεοπαγιτών! Δεν προσκομίστηκαν, συνεπώς, ενώπιον του Αρείου Πάγου, α-ποδεικτικά στοιχεία τόσο ισχυρά, ώστε να μπορούν να πείσουν, από νομική άποψη, ότι αδίκως είχαν δικαστεί και καταδικαστεί οι προαναφερθέντες πολιτι-κοί και στρατιωτικοί και να επιτρέψουν την ανατροπή της αποφάσεως που είχε εκδοθεί σε βάρος τους το έτος 1922.

Πιστεύω, συνεπώς, ως νομικός, ότι μια νέα, εσφαλμένη νομικά, δίκη, επι-χείρησε ν’ ανατρέψει το αίσχος και το «άγος» της προηγούμενης. Και μπορεί μεν ο σκοπός αυτής της νέας δίκης να ήταν ιερός. Μπορεί, πράγματι, μετά από τόσες δεκαετίες εθνικού Διχασμού, σε μια Ελλάδα που μόλις στα τελευταία χρόνια εξήλθε από το αδιέξοδο αυτού του Διχασμού, να χρειάζεται μια συμβο-λική πράξη εθνικής συμφιλίωσης και ίσως αυτό το σκοπό να εξυπηρέτησε η έκδοση της συγκεκριμένης απόφασης του Αρείου Πάγου.

Έρχομαι, όμως, ως πολίτης, πλέον, της σύγχρονης, δημοκρατικής Ελλά-δας, να παρατηρήσω, ότι την πολιτική και ηθική αποκατάσταση των πολιτικών και στρατιωτικών εκείνων ανδρών, (οι οποίοι καταδικάστηκαν από τους πολι-τικούς τους αντιπάλους σε ποινική δίκη, που είχε όμως αμιγώς πολιτικά κίνη-τρα), δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να την αναλάβει και να την κρίνει σήμερα ένα ποινικό Δικαστήριο, ακόμη και το υψηλότερο, αλλά μόνη η Ελληνική Βουλή, στηριγμένη μάλιστα σε πόρισμα μιας εξεταστικής Επιτροπής, που θα την αποτελούσαν μέλη όλων των πολιτικών παρατάξεων, στηριζόμενα στην ε-πιστημονική βοήθεια έγκριτων επιστημόνων (ιστορικών στρατιωτικών εμπει-ρογνωμόνων κλπ.) Μόνο το κορυφαίο αυτό όργανο του δημοκρατικού μας πο-λιτεύματος θα μπορούσε να κηρύξει το πολιτικό πέρας του εθνικού Διχασμού, αποκαθιστώντας, συνάμα, αν διαπιστώσει ότι είναι ιστορικά και πολιτικά επι-βεβλημένο, όχι μόνο τους καταδικασθέντες στη δίκη του 1922, (αν κρίνει ότι αυτοί άδικα καταδικάστηκαν), αλλά κι όλους εκείνους, τους εκατοντάδες χιλιά-δες Έλληνες, από τους οποίους αναρίθμητες δίκες πολιτικής σκοπιμότητας στέ-ρησαν, από το 1922 και μετά, τη ζωή, την τιμή, την περιουσία, το μέλλον, τα όνειρα. Μόνο η Ελληνική Βουλή είναι αρμόδια να διαγράψει τα μελανά κι αμ-φισβητούμενα εκείνα κομμάτια της ιστορίας μας, τα οποία ακόμη «πονάνε» και τα οποία εξακολουθούν ν’ αποτελούν τις αιτίες πλήθους αγκυλώσεων και δια-στρεβλώσεων του πολιτικού μας συστήματος.

=-=-=-=-=-=-=-

Οι αιτίες, τα γεγονότα και τα τραγικά αποτελέσματα της Μικρασια-τικής Καταστροφής είναι γνωστά και η υπενθύμισή τους περιττεύει. Μια από τις πτυχές του δράματος ήταν και ο «εθνικός διχασμός», κορυφαίο επεισόδιο του οποίου αποτέλεσε και η γνωστή, πλέον, «Δίκη των Έξι», δηλαδή η δίκη των πολιτικών και στρατιωτικών που θεωρήθηκαν ως πρωταίτιοι της μεγάλης καταστροφής.

Την επαύριον της Μικρασιατική Καταστροφή εκδηλώθηκε στρατιω-τικό κίνημα, υπό τους συνταγματάρχες Πλαστήρα και Γονατά και τον α-ντιπλοίαρχο Φωκά. Το κίνημα, που εξανάγκασε σε παραίτηση την κυ-βέρνηση Τριανταφυλλάκου και τον βασιλιά Κωνσταντίνο, είχε ως πολι-τικό και ηθικό έρεισμά του την άποψη ότι «ο ελληνικός στρατός δεν νι-κήθηκε, αλλά προδόθηκε».

Στην Αθήνα συγκροτήθηκε επαναστατική επιτροπή, η οποία αμέσως διέταξε εκτεταμένες συλλήψεις αντιβενιζελικών πολιτικών, υπό την πίε-ση της κοινής γνώμης. Μία ογκώδης διαδήλωση 100.000 ανθρώπων στην Πλατεία Συντάγματος, στις 9 Οκτωβρίου του 1922, ζήτησε την εκτέλεση των υ¬πευθύνων της τραγωδίας, ένα αίτημα που είχε ήδη καλλιεργήσει έ-ντεχνα η Επαναστατική Επιτροπή με το διάγγελμα της 5ης Οκτωβρίου προς τον ελληνικό λαό. Στο διάγγελμα γινόταν λόγος για παραδειγματι-κή, ποινική τιμωρία των «εχθρών της πατρίδος», στους οποίους οφειλό-ταν η κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου και η διεθνής καταδίκη της Θράκης. Ο κύβος είχε, συνεπώς, ριφθεί. Το επαναστατικό κίνημα απαιτούσε εξιλαστήρια θύματα, προκειμένου να γίνει αρεστό στον εξορ-γισμένο λαό.

Οι αδιάλλακτοι στον στρατό (Πάγκαλος, Οθωναίος, Χατζηκυριάκος) αλλά και ο πολιτικός Αλέξανδρος Παπαναστασίου απαιτούσαν εκτελέ-σεις. Οι μετριοπαθείς (Πλαστήρας, Δαγκλής, Γονατάς), ήθελαν μια κανο-νική δίκη και το ίδιο απαιτούσαν κι οι μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης. Τελικά, οι δύο απόψεις των κινηματιών «συμβιβάστηκαν» στη διεξαγωγή μιας δίκης – παρωδία, από ένα έκτακτο στρατοδικείο, που «στήθηκε» γι’ αυτό τον σκοπό και το οποίο παρείχε ελάχιστα εχέγγυα αμερόληπτης α-πονομής της Δικαιοσύνης.

Το έκτακτο Στρατοδικείο συγκροτήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1922. Τρεις μέρες αργότερα η ανακριτική επιτροπή, επικεφαλής της οποίας α-νέλαβε ο σκληροπυρηνικός υποστράτηγος Θεόδωρος Πά¬γκαλος, εξέδωσε πόρισμα, με το οποίο παρέπεμψε σε δίκη, με την κατηγορία της «εσχά-της προδοσίας», οκτώ πρόσωπα που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστι¬κό ρόλο στην πολιτική και στον Στρατό κατά την περίοδο 1920-1922: Τον Δημήτριο Γούναρη (πρώην Πρωθυπουργό), τον Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη (πρώην Πρωθυπουργό), τον Νικόλαο Στράτο (πρώην Πρωθυπουργό), τον Νικόλαο Θεοτόκη (Υπουργό Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπα-παδάκη), τον Γεώργιο Μπαλτατζή (Υπουργό Εξωτερικών στις κυβερνή-σεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη), τον Ξενοφώντα Στρατηγό (υπο-στράτηγο ε.α., Υπουργό Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Γούναρη), τον Μιχαήλ Γαύδο (υποναύαρχο ε.α., Υπουργό Εσωτερικών στην κυβέρνηση Γούναρη) και τον Γεώργιο Χατζανέστη, (αντιστράτηγο, Αρχιστράτηγο του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία και τη Θράκη).

Η δίκη διεξήχθη από την 31η Οκτωβρίου έως την 15η Νοεμβρίου του 1922 σε ειδικά διαρρυθμισμένη αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής (Πα-λαιά Βουλή), αφού, ευθύς εξ αρχής, το Έκτακτο Στρατοδικείο απέρριψε το απόλυτα εύλογο για μια δημοκρατική κι ευνομούμενη χώρα αίτημα των κατηγορουμένων, να δικαστούν από το Ειδικό Δικαστήριο, κατ’ ε-φαρμογή του τότε ισχύοντος νόμου περί ευθύνης Υπουργών.

Κοινή ήταν η πεποίθηση, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ότι το Στρατοδικείο θα επέβαλλε θανατικές ποινές. Λόγω των διεθνών πιέσεων υπέρ των κατηγορουμένων η μετριοπαθής κυβέρνηση του Σωτηρίου Κροκίδα εξαναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 10 Νοεμβρίου και την πρω-θυπουργία ανέλαβε, στις 14 Νοεμβρίου (ενώ, δηλαδή, διαρκούσε ακόμη η δίκη), ο συνταγματάρχης Στυλιανός Γονατάς, ηγετικό στέλεχος του κι-νήματος. Την ίδια εκείνη ημέρα, μετά την ολοκλήρωση των απολογιών των κατηγορουμένων και των αγορεύσεων των συνηγόρων υπεράσπισης, το Στρατοδικείο εξέδωσε την απόφασή του, με την οποία κήρυξε παμψη-φεί ενόχους, για εσχάτη προδοσία, όλους τους κατηγορουμένους κι επέ-βαλε τη ποινή του θανάτου στους λοιπούς εξ αυτών, πλην του Μιχαήλ Γαύδου και του Ξενοφώντος Στρατηγού, στους οποίους επέβαλε την ποι-νή των ισοβίων δεσμών. Τη δίκη εκείνη της απόλυτης πολιτικής σκοπι-μότητας τη συμπλήρωσε η εσπευσμένη εκτέλεση των θανατοποινιτών, λίγες μόλις ώρες μετά την έκδοση της ετυμηγορίας του στρατιωτικού δι-καστηρίου.

Γίνεται αντιληπτό, απ’ όσα συνοπτικά σας εξέθεσε ο υπογράφων, ότι, ως νομικός, δεν μπορεί να θεωρήσει αυτό που συνέβη στα τέλη του 1922 ως «δίκη», υπό την τεχνική έννοια του νομικού όρου. Επρόκειτο για ένα παιχνίδι εξουσίας, για μια προσπάθεια ικανοποίησης της ανάγκης του ελ-ληνικού λαού και των προσφύγων, ν’ ανεύρουν εξιλαστήρια θύματα, στα οποία να ξεσπάσουν την οργή τους. Την ανάγκη αυτή πολύ εύκολα ικα-νοποίησε ένα «επαναστατικό» κίνημα, το οποίο εκπορεύθηκε «εκ των άνω» και όχι από τον λαό, οδηγώντας σε μια δίκη – παρωδία, σε μια δίκη πολιτικής σκοπιμότητας, τα επιλεχθέντα ως εξιλαστήρια θύματα, που ήταν –καθόλου σπάνιο για τη δύσμοιρη πατρίδα μας!– οι πολιτικοί αντί-παλοι του νέου αυτού καθεστώτος!

Το τελευταίο που θα περίμενε, κατόπιν τούτων, ο υπογράφων, ως νομικός, αλλά και ως δημοκρατικός πολίτης της Ελλάδας του 21ου αιώνα, ήταν μια νέα δίκη, πολιτικής σκοπιμότητας κι αυτή τη φορά, σαν αυτή που διεξήχθη ενώπιον του Ζ΄ ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκειμένου ν’ ανατραπούν, 88 χρόνια αργότερα, οι συνέπειες εκείνες της επαίσχυντης, πρώτης δίκης, του 1922.

Κατανοώ, βέβαια, την ευαισθησία των απογόνων των θεωρηθέντων ως πρωταιτίων της Μικρασιατικής Καταστροφής και καταδικασθέντων από το έκτακτο Στρατοδικείο, να ζητήσουν την αποκατάσταση της ιστο-ρικής μνήμης των προγόνων τους (οι οποίοι, άλλωστε, δεν δικάστηκαν στα πλαίσια μιας δίκαιης δίκης). Επίσης, δεν θεωρώ κανέναν από τα εκα-τομμύρια των απογόνων των προσφύγων της Μικράς Ασίας και της Ανα-τολικής Θράκης ότι πονάει περισσότερο από μένα (απόγονο προσφύγων που ήλθαν από την Ανατολική Θράκη) για την τεράστια εκείνη απώλεια. Δεν μπορώ όμως να κατανοήσω, ως νομικός μεν τη νομιμότητα, ως πολί-της δε την σκοπιμότητα μιας νέας δίκης.

Ως νομικός πιθανολογώ το σκεπτικό της με αριθμό 1675/2010 από-φασης του Ζ΄ ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (παρότι δεν έχει α-κόμη δημοσιευθεί στην Τράπεζα νομικών πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ» και, συνεπώς, δεν μπόρεσα να το έχω στα χέρια μου): Η επανάληψη της δια-δικασίας της «Δίκης των Έξι», που είχε αμετάκλητα περατωθεί πολλές δεκαετίες πριν, στηρίχθηκε στη διάταξη του άρθρου 525 αριθμός 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σύμφωνα μ’ αυτήν, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, αν, ύ-στερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα –άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν– γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό μ’ εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε ήταν αθώ-ος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγ-ματικά τέλεσε.

Πράγματι, στην προαναφερθείσα, ποινική δίκη, το Ζ΄ Τμήμα του Α-ρείου Πάγου, με οριακή πλειοψηφία έκρινε ότι προέκυψαν νέα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της αθώωσης των κατηγορουμένων. Ως τέτοια κρίθηκαν αφενός μεν ένα τηλεγράφημα που ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε στείλει στο έκτακτο Στρατοδικείο, από το εξωτερικό όπου βρισκόταν και το οποίο έφθασε την επομένη (16η Νοεμβρίου) της εκτέλεσης των έξι κα-ταδικασθέντων, αφετέρου δε μια ομιλία του ιδίου στη Βουλή, στην οποία έλεγε ότι οι «έξι» δεν έπρεπε να χαρακτηρισθούν προδότες.

Κατά την ταπεινή μου άποψη, όμως, τέτοια στοιχεία δεν ήταν επαρ-κή και ικανά ν’ ανατρέψουν την παλαιά εκείνη δίκη, όσο αντιδημοκρατι-κά κι αν είχε διεξαχθεί, τη στιγμή, μάλιστα που αυτά τα δύο στοιχεία α-ποτελούν ιστορικά και όχι νομικά αποδεικτικά στοιχεία, όπως, παρόμοια, ιστορικής και μόνο αξίας στοιχεία αποτελούν οι απόψεις κι οι ερμηνείες των ιστορικών, των στρατιωτικών εμπειρογνωμόνων και των εν γένει με-λετητών, όλων των δεκαετιών που ακολούθησαν την επαίσχυντη εκείνη δίκη. Επιπλέον τα πρακτικά της συνεδρίασης του έκτακτου Στρατοδικεί-ου που την είχε διεξαγάγει και στα οποία είχαν περιληφθεί, μεταξύ άλ-λων, οι καταθέσεις των 12 μαρτύρων υπεράσπισης και των 12 μαρτύρων κατηγορίας, δεν υπήρχαν πια, ώστε να τεθούν υπόψη των Αρεοπαγιτών! Δεν προσκομίστηκαν, συνεπώς, ενώπιον του Αρείου Πάγου, αποδεικτικά στοιχεία τόσο ισχυρά, ώστε να μπορούν να πείσουν, από νομική άποψη, ότι αδίκως είχαν δικαστεί και καταδικαστεί οι προαναφερθέντες πολιτι-κοί και στρατιωτικοί και να επιτρέψουν την ανατροπή της αποφάσεως που είχε εκδοθεί σε βάρος τους το έτος 1922.

Πιστεύω, συνεπώς, ως νομικός, ότι μια νέα, εσφαλμένη νομικά, δίκη, επιχείρησε ν’ ανατρέψει το αίσχος και το «άγος» της προηγούμενης. Και μπορεί μεν ο σκοπός αυτής της νέας δίκης να ήταν ιερός. Μπορεί, πράγ-ματι, μετά από τόσες δεκαετίες εθνικού Διχασμού, σε μια Ελλάδα που μόλις στα τελευταία χρόνια εξήλθε από το αδιέξοδο αυτού του Διχασμού, να χρειάζεται μια συμβολική πράξη εθνικής συμφιλίωσης και ίσως αυτό το σκοπό να εξυπηρέτησε η έκδοση της συγκεκριμένης απόφασης του Αρείου Πάγου.

Έρχομαι, όμως, ως πολίτης, πλέον, της σύγχρονης, δημοκρατικής Ελλάδας, να παρατηρήσω ότι την πολιτική και ηθική αποκατάσταση των πολιτικών και στρατιωτικών εκείνων ανδρών (οι οποίοι καταδικάστηκαν από τους πολιτικούς τους αντιπάλους σε ποινική δίκη, που είχε όμως αμι-γώς πολιτικά κίνητρα), δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να την αναλάβει και να την κρίνει σήμερα ένα ποινικό Δικαστήριο, ακόμη και το υψηλότερο, αλλά μόνη η Ελληνική Βουλή, στηριγμένη μάλιστα σε πόρισμα μιας ε-ξεταστικής Επιτροπής, που θα την αποτελούσαν μέλη όλων των πολιτι-κών παρατάξεων, στηριζόμενα στην επιστημονική βοήθεια έγκριτων επι-στημόνων (ιστορικών στρατιωτικών εμπειρογνωμόνων κλπ.) Μόνο το κορυφαίο αυτό όργανο του δημοκρατικού μας πολιτεύματος θα μπορού-σε να κηρύξει το πολιτικό πέρας του εθνικού Διχασμού, αποκαθιστώντας, συνάμα, αν διαπιστώσει ότι είναι ιστορικά και πολιτικά επιβεβλημένο, όχι μόνο τους καταδικασθέντες στη δίκη του 1922 (αν κρίνει ότι αυτοί άδικα καταδικάστηκαν), αλλά κι όλους εκείνους, τους χιλιάδες Έλληνες, από τους οποίους αναρίθμητες δίκες πολιτικής σκοπιμότητας στέρησαν, από το 1922 και μετά, τη ζωή, την τιμή, την περιουσία, το μέλλον, τα ό-νειρα. Μόνο η Ελληνική Βουλή είναι αρμόδια να διαγράψει τα μελανά κι αμφισβητούμενα εκείνα κομμάτια της ιστορίας μας, τα οποία ακόμη «πο-νάνε» και τα οποία εξακολουθούν ν’ αποτελούν τις αιτίες πλήθους αγκυ-λώσεων και διαστρεβλώσεων του πολιτικού μας συστήματος.

Σχόλια από Facebook

Σχόλια

About the Author:

4 Σχόλια "Ήταν ιστορικά και πολιτικά αναγκαία η επανάληψη της διαδικασίας της ιστορικής «Δίκης των έξι»;"

Trackback | Comments RSS Feed

  1. Ο/Η Μ.Πρωτοπαπαδάκης λέει:

    Αγαπητέ κύριε Λυμπεράκη,
    Μόλις χθες βρήκα τυχαία το άρθρο σας στην εφημερίδα ΜΝΗΜΗ.Το διάβασα με προσοχή και το βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον.
    Σημείωσα την παρατήρησή σας, ότι δεν είχατε πλήρη στοιχεία για το θέμα. Αν εξακολουθείτε να ενδιαφέρεστε γι’ αυτό, είμαι πρόθυμος να σας δώσω περισσότερα στοιχεία . Η απόφαση του Αρείου Πάγου στην οποία ανφέρεσθε, αποτελεί μόνον το »Δια ταύτα» της προηγούμενης, σύμφωνα με σχετική απόφαση της ολομέλειας.
    Με εκτίμηση
    Μ. Πρωτοπαπαδάκης

  2. Ο/Η Δ. Γούναρης λέει:

    Το ορθόν:

    (με σκορ 3-2)

    …αλλά με την ηθική ευθύνη των υπόλοιπων (πλην των 2) που δεν προστάτεψαν την αξιοπρέπεια και το κύρος του ανώτατου οργάνου και σύρθηκαν πίσω από ιδεοληψίες, φανατισμούς και ρεβανσισμούς, προσβάλλοντας τον ελληνισμό της Ανατολής και κηρύσσοντας προς όλους ότι κανείς ποτέ δεν ευθύνεται σε τούτο τον τόπο, ακόμα και αν διαπράξει το μεγαλύτερο έγκλημα.

    Το αίμα των δολοφονημένων Ελλήνων της Μικράς Ασίας από τους κεμαλικούς εξαιτίας της προδοτικής, εγκληματικής κυβέρνησης Γούναρη-Πρωτοπαδάκη, δεν μπορεί να ξεπλυθεί με αχρείες μεθοδεύσεις τέτοιου τύπου…

  3. Ο/Η Δ. Γούναρης λέει:

    Για να δούμε τι λένε οι σοβαροί νομικοί για υπόγειες μεθοδεύσεις που οδήγησαν στην απόφαση ακύρωσης (και όχι αθώωσης, όπως διαλαλούν κάποιοι πονηροί Νεοέλληνες) από ένα Τμήμα του Άρειου Πάγου με μια ισχνή πλειοψηφία ενός ψήφου.

    Γράφει μεταξύ πολλών άλλων ο νομικός ΤΑΚΗΣ ΣΑΛΚΙΤΖΟΓΛΟΥ:

    «….η εισαγγελική πρόταση επρόκειτο να εγκύψει στην επίλυση ακανθωδών νομικών προβλημάτων, που έχουν διχάσει την επιστήμη και τη νομολογία, θα ήταν δυνατόν να δικαιολογηθεί μια κάποια έκταση στην εισήγηση αυτή, οπωσδήποτε όμως όχι σε τέτοιο βαθμό. Αλλά ο κ. αντεισαγγελέας θεώρησε υποχρέωσή του να ενσωματώσει μέσα στην πρότασή του μια πολυσέλιδη ιστορική πραγματεία, τελείως αλυσιτελή και περιττή, στην οποία αναπτύσσει δια μακρών άσχετα γεγονότα και υποπίπτει επί πλέον σε πολλαπλά σφάλματα, κυριότερο των οποίων είναι η τελική γνώμη του ότι οι έξι καταδικασθέντες «είναι προφανώς αθώοι» (σελ. 162 της απόφασης). Είναι γνωστόν όμως ότι η παραγραφή ποτέ δεν αθωώνει τους κατηγορουμένους. Απλώς παύει την ποινική δίωξη και δεν επιτρέπει την έρευνα της υπαιτιότητάς τους. Προφανώς ο κ. αντεισαγγελέας παρεσύρθη στην έκφραση αυτής της νομικά άστοχης πρότασής του περί «αθωότητας» των Έξι, ελαυνόμενος από τις προσωπικές ιστορικές εκτιμήσεις του, οι οποίες εκφράζονται μέσα από τον ποταμό των σελίδων της πρότασής του, όπου χωρίς λόγο μακρηγορεί και πλατειάζει.

    Έτσι ο αναγιγνώσκων την πρότασή του δεν αντιλαμβάνεται τι σχέση έχουν με την κρινόμενη υπόθεση οι πολυσέλιδες αναφορές του στη Ρωσογερμανική σύγκρουση του 1914 για την Πρωσία (σελ. 12), στην κινηματογραφική ταινία του Μελ Γκίμπσον Gallipoli (σελ. 34), στον Έρνεστ Χεμινγουέι και τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο του 1936-1939 (σελ. 93-94), στην εκστρατεία του Ναπολέοντα στη Ρωσία (σελ. 101), στην ήττα των Γάλλων στο Ντιεν-Μπεν-Φού της Ινδοκίνας το 1954 (σελ. 157), ακόμα και στο ρόλο του … Ρασπούτιν κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση (σελ. 40), όπως επίσης και, λίαν περιέργως, στον……Τρωικό Πόλεμο (σελ. 106-107). Η μικρή αυτή σταχυολόγηση μερικών μόνο επιχειρημάτων του από την πλημμύρα των άχρηστων και άσχετων ιστορικών συμβάντων, τα οποία ματαίως προσπαθεί να συνδέσει ο συντάκτης της πρότασης με την προδοσία ή όχι των Έξι καταδικασθέντων, αποδεικνύει απλώς την επιδεικτική ιστοριομάθεια του κ. αντεισαγγελέα. Η πολυσέλιδη αυτή εισαγγελική πρόταση αναλίσκεται επίσης σε διεξοδική περιγραφή όλων σχεδόν των μαχών που έδωσε ο στρατός μας στη Μικρά Ασία, πράγμα βεβαίως περιττό, αφού κανείς δεν περιμένει να λάβει μαθήματα πολεμικής στρατηγικής από τα δικόγραφα των νομικών.

    Όλα αυτά είναι απλώς περιττά και α π ρ ο σ δ ι ό ν υ σ α και δεν συνάδουν με τη λακωνικότητα και την εύστοχη ακρίβεια που πρέπει να διακρίνει τις δικαστικές εισηγήσεις και αποφάσεις….»

  4. Ο/Η Γιωρίκας λέει:

    Δηλαδή αν ο παππούς μου ήταν ο Δάγκουλας θα έπρεπε να πείσω όλο τον κόσμο ότι ήταν ένας καλός άνθρωπος, οικογενειάρχης και τίμιος, που έπεσε θύμα των συνθηκών και των πονηρών εχθρών του; Και ότι για τα θύματά του δεν έφταιγγε απλώς, αλλά έφταιγε το κακό τους το κεφάλι και η μοίρα γενικώς.

    Να χρησιμοποιήσω και κανα δικηγόρο, απόγονο κάποιου συνεργού του,καθώς και τους υπόλοιπους απογόνους της συμμορίας του, ώστε να έχουν τα δισέγγονά του καθαρό το κούτελο.

    Τιναι αυτά ωρε;

    Γιατί η Ελλάς πάει κατά διαόλου!

Post a Comment

Mikrasiatis.gr